ك
إصحاح
G2966
G2967. kōlýō
G2968
المعنى المختصر للكلمة
kōlýō: to estop, i.e. prevent (by word or act)
اللفظ الأصلي κωλύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kōlýō (ko-loo-o)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to estop, i.e. prevent (by word or act)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
forbid hinder keep from let not suffer withstand

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κωλύει (2×) ἐκώλυσεν (1×) ἐκωλύσατε.¶ (1×) μηδένα ; κωλύειν (1×) κωλῦσαί (1×) κωλῦσαι (1×) κωλύσῃς.¶ (1×) κωλύετε· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مَنْ ضَرَبَكَ عَلَى خَدِّكَ فَاعْرِضْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا، وَمَنْ أَخَذَ رِدَاءَكَ فَلاَ تَمْنَعْهُ ثَوْبَكَ أَيْضًا.
τῷ τύπτοντί ; σε ἐπὶ τὴν ; σιαγόνα, πάρεχε τὴν ; ἄλλην· καὶ καὶ ; ἀπὸ ; τοῦ αἴροντός σου ; τὸ ; ἱμάτιον μὴ κωλύσῃς.¶ τὸν ; χιτῶνα καὶ
فَأجَابَ يُوحَنَّا وَقَالَ: يَا مُعَلِّمُ، رَأَيْنَا وَاحِدًا يُخْرِجُ الشَّيَاطِينَ بِاسْمِكَ فَمَنَعْنَاهُ، لأَنَّهُ لَيْسَ يَتْبَعُ مَعَنَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰωάννης εἶπεν· ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐκβάλλοντα δαιμόνια ἐπὶ; τῷ ; ὀνόματί ; σου καὶ ; αὐτὸν ; ἐκωλύσαμεν ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ᾽ ; ἡμῶν.¶
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تَمْنَعُوهُ، لأَنَّ مَنْ لَيْسَ عَلَيْنَا فَهُوَ مَعَنَا.
Καὶ ; Εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ κωλύετε· γὰρ ὃς οὐκ ; ἔστιν καθ᾽ ; ἡμῶν ἐστιν.¶ ὑπὲρ ; ἡμῶν
وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا النَّامُوسِيُّونَ. لأَنَّكُمْ أَخَذْتُمْ مِفْتَاحَ الْمَعْرِفَةِ. مَا دَخَلْتُمْ أَنْتُمْ، وَالدَّاخِلُونَ مَنَعْتُمُوهُمْ.
Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ; νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν ; κλεῖδα τῆς ; γνώσεως. οὐκ εἰσήλθατε αὐτοὶ καὶ ; τοὺς ; εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.¶
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
وَفِيمَا هُمَا سَائِرَانِ فِي الطَّرِيقِ أَقْبَلاَ عَلَى مَاءٍ، فَقَالَ الْخَصِيُّ: هُوَذَا مَاءٌ. مَاذَا يَمْنَعُ أَنْ أَعْتَمِدَ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ; ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ; ὕδωρ καί ; φησιν εὐνοῦχος· ; ὁ ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με ; βαπτισθῆναι;
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
فَإِنْ كَانَ اللهُ قَدْ أَعْطَاهُمُ الْمَوْهِبَةَ كَمَا لَنَا أَيْضًا بِالسَّوِيَّةِ مُؤْمِنِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، فَمَنْ أَنَا. أَقَادِرٌ أَنْ أَمْنَعَ اللهَ..
οὖν ; εἰ ὁ ; θεὸς ἔδωκεν ; αὐτοῖς δωρεὰν ὡς ἡμῖν, καὶ τὴν ; ἴσην πιστεύσασιν ἐπὶ ; τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, δὲ ; τίς ἐγὼ ἤμην ; δυνατὸς κωλῦσαι τὸν ; θεόν;¶
وَبَعْدَ مَا اجْتَازُوا فِي فِرِيجِيَّةَ وَكُورَةِ غَلاَطِيَّةَ، مَنَعَهُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِالْكَلِمَةِ فِي أَسِيَّا.
δὲ Διελθόντες τὴν ; Φρυγίαν καὶ ; τὴν ; χώραν Γαλατικὴν κωλυθέντες ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος ἁγίου λαλῆσαι τὸν ; λόγον ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ,
وَأَمَرَ قَائِدَ الْمِئَةِ أَنْ يُحْرَسَ بُولُسُ، وَتَكُونَ لَهُ رُخْصَةٌ، وَأَنْ لاَ يَمْنَعَ أَحَدًا مِنْ أَصْحَابِهِ أَنْ يَخْدِمَهُ أَوْ يَأْتِيَ إِلَيْهِ.
διαταξάμενος ; τε τῷ ; ἑκατοντάρχῃ τηρεῖσθαι τὸν ; Παῦλον ἔχειν ; τε ἄνεσιν καὶ μηδένα ; κωλύειν τῶν ; ἰδίων ; αὐτοῦ ὑπηρετεῖν ἢ προσέρχεσθαι αὐτῷ.¶
ثُمَّ لَسْتُ أُرِيدُ أَنْ تَجْهَلُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنَّنِي مِرَارًا كَثِيرَةً قَصَدْتُ أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ، وَمُنِعْتُ حَتَّى الآنَ، لِيَكُونَ لِي ثَمَرٌ فِيكُمْ أَيْضًا كَمَا فِي سَائِرِ الأُمَمِ.
δὲ Οὐ θέλω ὑμᾶς ; ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι πολλάκις προεθέμην ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἐκωλύθην ἄχρι τοῦ ; δεῦρο, ἵνα σχῶ τινὰ ; καρπὸν ἐν ; ὑμῖν καὶ καθὼς καὶ ; ἐν τοῖς ; λοιποῖς ἔθνεσιν.
إِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ جِدُّوا لِلتَّنَبُّؤِ، وَلاَ تَمْنَعُوا التَّكَلُّمَ بِأَلْسِنَةٍ.
Ὥστε, ἀδελφοί ζηλοῦτε τὸ ; προφητεύειν, καὶ ; μὴ κωλύετε τὸ ; λαλεῖν γλώσσαις.
مَانِعِينَ عَنِ الزِّوَاجِ، وَآمِرِينَ أَنْ يُمْتَنَعَ عَنْ أَطْعِمَةٍ قَدْ خَلَقَهَا اللهُ لِتُتَنَاوَلَ بِالشُّكْرِ مِنَ الْمُؤْمِنِينَ وَعَارِفِي الْحَقِّ.
κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ἔκτισεν ὁ ; θεὸς εἰς ; μετάλημψιν μετὰ ; εὐχαριστίας τοῖς ; πιστοῖς καὶ ; ἐπεγνωκόσιν τὴν ; ἀλήθειαν.
وَأُولئِكَ قَدْ صَارُوا كَهَنَةً كَثِيرِينَ من أَجلِ مَنْعِهِمْ بِالْمَوْتِ عَنِ الْبَقَاءِ،
Καὶ ; οἱ εἰσιν γεγονότες ἱερεῖς πλείονές διὰ κωλύεσθαι θανάτῳ παραμένειν·
وَلكِنَّهُ حَصَلَ عَلَى تَوْبِيخِ تَعَدِّيهِ، إِذْ مَنَعَ حَمَاقَةَ النَّبِيِّ حِمَارٌ أَعْجَمُ نَاطِقًا بِصَوْتِ إِنْسَانٍ.
δὲ ἔσχεν ἔλεγξιν ἰδίας ; παρανομίας· ἐκώλυσεν παραφρονίαν. τοῦ ; προφήτου ὑποζύγιον ἄφωνον φθεγξάμενον ἐν ; φωνῇ ἀνθρώπου
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ، إِذَا جِئْتُ فَسَأُذَكِّرُهُ بِأَعْمَالِهِ الَّتِي يَعْمَلُهَا، هَاذِرًا عَلَيْنَا بِأَقْوَال خَبِيثَةٍ. وَإِذْ غَيْرُ مُكْتَفٍ بِهذِهِ، لاَ يَقْبَلُ الإِخْوَةَ، وَيَمْنَعُ أَيْضًا الَّذِينَ يُرِيدُونَ، وَيَطْرُدُهُمْ مِنَ الْكَنِيسَةِ.
διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔλθω, ὑπομνήσω ἔργα ἃ ποιεῖ, φλυαρῶν ἡμᾶς· λόγοις πονηροῖς καὶ μὴ ἀρκούμενος ἐπὶ ; τούτοις, οὔτε ἐπιδέχεται τοὺς ; ἀδελφούς, κωλύει καὶ τοὺς βουλομένους ἐκβάλλει.¶ ἐκ τῆς ; ἐκκλησίας