المعنى المختصر للكلمة
kṓmē:
a hamlet (as if laid down)
اللفظ الأصلي
κώμη
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
kṓmē
(ko-may)
تكرار الورود في الكتاب
27
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
a hamlet (as if laid down)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
town
village
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
τὰς ; κώμας (5×)
τὴν ; κώμην (3×)
τῆς ; κώμης (2×)
τὴν ; κώμην, (2×)
κώμην (2×)
κώμας (2×)
καὶ ; κώμας (2×)
τῆς ; κώμης, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (27 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 9: 35
Mat.9.35
وَكَانَ يَسُوعُ يَطُوفُ الْمُدُنَ كُلَّهَا وَالْقُرَى يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهَا، وَيَكْرِزُ بِبِشَارَةِ الْمَلَكُوتِ، وَيَشْفِي كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ فِي الشَّعْبِ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιῆγεν τὰς ; πόλεις πάσας καὶ ; τὰς ; κώμας διδάσκων ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν καὶ ; κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ ; λαῷ.¶
متى 10: 11
Mat.10.11
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ أَوْ قَرْيَةٍ دَخَلْتُمُوهَا فَافْحَصُوا مَنْ فِيهَا مُسْتَحِقٌّ، وَأَقِيمُوا هُنَاكَ حَتَّى تَخْرُجُوا.
εἰς ; ἣν ; δ᾽ πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν ; αὐτῇ ἄξιός ; ἐστιν μείνατε κἀκεῖ ἕως ἂν ; ἐξέλθητε.
متى 14: 15
Mat.14.15
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ قَدْ مَضَى. اِصْرِفِ الْجُمُوعَ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الْقُرَى وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ طَعَامًا.
δὲ γενομένης Ὀψίας προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἡ ; ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ; ὄχλους ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.¶
متى 21: 2
Mat.21.2
قَائِلاً لَهُمَا: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ تَجِدَانِ أَتَانًا مَرْبُوطَةً وَجَحْشًا مَعَهَا، فَحُّلاَهُمَا وَأْتِيَاني بِهِمَا.
λέγων αὐτοῖς· Πορεύθητε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ἀπέναντι; ὑμῶν. καὶ ; εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ ; πῶλον μετ᾽ ; αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ ; μοι.
مرقس 6: 6
Mrk.6.6
وَتَعَجَّبَ مِنْ عَدَمِ إِيمَانِهِمْ. وَصَارَ يَطُوفُ الْقُرَى الْمُحِيطَةَ يُعَلِّمُ.
καὶ ; ἐθαύμαζεν διὰ τὴν ; ἀπιστίαν ; αὐτῶν. καὶ ; περιῆγεν τὰς ; κώμας κύκλῳ διδάσκων.¶
مرقس 6: 36
Mrk.6.36
اِصْرِفْهُمْ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الضِّيَاعِ وَالْقُرَى حَوَالَيْنَا وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ خُبْزًا، لأَنْ لَيْسَ عِنْدَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ.
ἀπόλυσον ; αὐτοὺς ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς ; ἀγροὺς καὶ ; κώμας κύκλῳ ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους γὰρ οὐκ ἔχουσιν. τί φάγωσιν
مرقس 6: 56
Mrk.6.56
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
مرقس 8: 23
Mrk.8.23
فَأَخَذَ بِيَدِ الأَعْمَى وَأَخْرَجَهُ إِلَى خَارِجِ الْقَرْيَةِ، وَتَفَلَ فِي عَيْنَيْهِ، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ وَسَأَلَهُ: هَلْ أَبْصَرَ شَيْئًا.
καὶ ; ἐπιλαβόμενος χειρὸς ; τῆς τοῦ ; τυφλοῦ ἐξήγαγεν; αὐτὸν ἔξω τῆς ; κώμης, καὶ ; πτύσας εἰς τὰ ; ὄμματα ; αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ ἐπηρώτα ; αὐτόν· εἴ βλέπει τι
مرقس 8: 26
Mrk.8.26
فَأَرْسَلَهُ إِلَى بَيْتِهِ قَائِلاً: لاَ تَدْخُلِ الْقَرْيَةَ، وَلاَ تَقُلْ لأَحَدٍ فِي الْقَرْيَةِ.
αὐτὸν ; ἀπέστειλεν ; καὶ εἰς τὸν ; αὐτοῦ ; οἶκον λέγων· μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς ; τὴν ; κώμην μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ ; κώμῃ.¶
مرقس 8: 26
Mrk.8.26
فَأَرْسَلَهُ إِلَى بَيْتِهِ قَائِلاً: لاَ تَدْخُلِ الْقَرْيَةَ، وَلاَ تَقُلْ لأَحَدٍ فِي الْقَرْيَةِ.
αὐτὸν ; ἀπέστειλεν ; καὶ εἰς τὸν ; αὐτοῦ ; οἶκον λέγων· μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς ; τὴν ; κώμην μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ ; κώμῃ.¶
مرقس 8: 27
Mrk.8.27
ثُمَّ خَرَجَ يَسُوعُ وَتَلامِيذُهُ إِلَى قُرَى قَيْصَرِيَّةِ فِيلُبُّسَ. وَفِي الطَّرِيقِ سَأَلَ تَلاَمِيذَهُ قِائِلاً لَهُمْ: مَنْ يَقُولُ النَّاسُ إِنِّي أَنَا.
Καὶ ἐξῆλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὰς ; κώμας Καισαρείας τῆς ; Φιλίππου. καὶ ; ἐν τῇ ; ὁδῷ ἐπηρώτα μαθητὰς ; αὐτοῦ ; τοὺς λέγων αὐτοῖς· τίνα λέγουσιν οἱ ; ἄνθρωποι με ; εἶναι;
مرقس 11: 2
Mrk.11.2
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
لوقا 5: 17
Luk.5.17
وَفِي أَحَدِ الأَيَّامِ كَانَ يُعَلِّمُ، وَكَانَ فَرِّيسِيُّونَ وَمُعَلِّمُونَ لِلنَّامُوسِ جَالِسِينَ وَهُمْ قَدْ أَتَوْا مِنْ كُلِّ قَرْيَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ وَالْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ. وَكَانَتْ قُوَّةُ الرَّبِّ لِشِفَائِهِمْ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ τῶν ; ἡμερῶν καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διδάσκων· καὶ ; ἦσαν Φαρισαῖοι καὶ ; νομοδιδάσκαλοι καθήμενοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλήμ, καὶ ; ἦν δύναμις κυρίου εἰς ; τὸ ; ἰᾶσθαι ; αὐτούς
لوقا 8: 1
Luk.8.1
وَعَلَى أَثَرِ ذلِكَ كَانَ يَسِيرُ فِي مَدِينَةٍ وَقَرْيَةٍ يَكْرِزُ وَيُبَشِّرُ بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمَعَهُ الاثْنَا عَشَرَ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτὸς ; διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ ; κώμην κηρύσσων καὶ ; εὐαγγελιζόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; σὺν ; αὐτῷ οἱ ; δώδεκα
لوقا 9: 6
Luk.9.6
فَلَمَّا خَرَجُوا كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي كُلِّ قَرْيَةٍ يُبَشِّرُونَ وَيَشْفُونَ فِي كُلِّ مَوْضِعٍ.
δὲ ἐξερχόμενοι διήρχοντο κατὰ τὰς ; κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ ; θεραπεύοντες πανταχοῦ.¶
لوقا 9: 12
Luk.9.12
فَابْتَدَأَ النَّهَارُ يَمِيلُ. فَتَقَدَّمَ الاثْنَا عَشَرَ وَقَالُوا لَهُ: اصْرِفِ الْجَمْعَ لِيَذْهَبُوا إِلَى الْقُرَى وَالضِّيَاعِ حَوَالَيْنَا فَيَبِيتُوا وَيَجِدُوا طَعَامًا، لأَنَّنَا ههُنَا فِي مَوْضِعٍ خَلاَءٍ.
δὲ ; ἤρξατο Ἡ ; ἡμέρα κλίνειν. προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δώδεκα εἶπαν αὐτῷ· ἀπόλυσον τὸν ; ὄχλον ἵνα ; ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας καὶ ; τοὺς ; ἀγροὺς κύκλῳ καταλύσωσιν καὶ ; εὕρωσιν ἐπισιτισμόν· ὅτι ; ἐσμέν.¶ ὧδε ἐν τόπῳ ἐρήμῳ
لوقا 9: 52
Luk.9.52
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
لوقا 9: 56
Luk.9.56
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
لوقا 13: 22
Luk.13.22
وَاجْتَازَ فِي مُدُنٍ وَقُرًى يُعَلِّمُ وَيُسَافِرُ نَحْوَ أُورُشَلِيمَ،
Καὶ ; διεπορεύετο κατὰ πόλεις καὶ ; κώμας διδάσκων καὶ ; πορείαν ; ποιούμενος εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
لوقا 17: 12
Luk.17.12
وَفِيمَا هُوَ دَاخِلٌ إِلَى قَرْيَةٍ اسْتَقْبَلَهُ عَشَرَةُ رِجَال بُرْصٍ، فَوَقَفُوا مِنْ بَعِيدٍ
καὶ ; εἰσερχομένου ; αὐτοῦ εἴς τινα ; κώμην ἀπήντησαν ; αὐτῷ δέκα ἄνδρες, λεπροὶ οἳ ; ἔστησαν πόρρωθεν.
لوقا 19: 30
Luk.19.30
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
لوقا 24: 13
Luk.24.13
وَإِذَا اثْنَانِ مِنْهُمْ كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ إِلَى قَرْيَةٍ بَعِيدَةٍ عَنْ أُورُشَلِيمَ سِتِّينَ غَلْوَةً، اسْمُهَا عِمْوَاسُ.
Καὶ ; ἰδοὺ δύο ἐξ ; αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ ἑξήκοντα σταδίους ᾗ ; ὄνομα Ἐμμαοῦς.
لوقا 24: 28
Luk.24.28
ثُمَّ اقْتَرَبُوا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ إِلَيْهَا، وَهُوَ تَظَاهَرَ كَأَنَّهُ مُنْطَلِقٌ إِلَى مَكَانٍ أَبْعَدَ.
καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν ; κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ ; αὐτὸς προσεποιεῖτο πορεύεσθαι. πορρώτερον
يوحنا 7: 42
Jhn.7.42
أَلَمْ يَقُلِ الْكِتَابُ إِنَّهُ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ، وَمِنْ بَيْتِ لَحْمٍ ،الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَ دَاوُدُ يَأْتِي الْمَسِيحُ.
Οὐχὶ εἶπεν ἡ ; γραφὴ ὅτι ἐκ τοῦ ; σπέρματος Δαυὶδ καὶ ; ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς ; κώμης ὅπου ἦν Δαυὶδ ἔρχεται ὁ ; χριστός;¶
يوحنا 11: 1
Jhn.11.1
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
يوحنا 11: 30
Jhn.11.30
وَلَمْ يَكُنْ يَسُوعُ قَدْ جَاءَ إِلَى الْقَرْيَةِ، بَلْ كَانَ فِي الْمَكَانِ الَّذِي لاَقَتْهُ فِيهِ مَرْثَا.
οὔπω ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐληλύθει εἰς τὴν ; κώμην, ἀλλ᾽ ἦν ἐν τῷ ; τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἡ ; Μάρθα.¶
أعمال الرسل 8: 25
Act.8.25
ثُمَّ إِنَّهُمَا بَعْدَ مَا شَهِدَا وَتَكَلَّمَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ وَبَشَّرَا قُرىً كَثِيرَةً لِلسَّامِرِيِّينَ.
οἱ ; μὲν ; οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς Ἱεροσόλυμα, εὐηγγελίσαντο; τε κώμας πολλάς τῶν ; Σαμαριτῶν