ك
إصحاح
G2967
G2968. kṓmē
G2969
المعنى المختصر للكلمة
kṓmē: a hamlet (as if laid down)
اللفظ الأصلي κώμη
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kṓmē (ko-may)
تكرار الورود في الكتاب 27 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a hamlet (as if laid down)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
town village

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὰς ; κώμας (5×) τὴν ; κώμην (3×) τῆς ; κώμης (2×) τὴν ; κώμην, (2×) κώμην (2×) κώμας (2×) καὶ ; κώμας (2×) τῆς ; κώμης, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (27 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ يَسُوعُ يَطُوفُ الْمُدُنَ كُلَّهَا وَالْقُرَى يُعَلِّمُ فِي مَجَامِعِهَا، وَيَكْرِزُ بِبِشَارَةِ الْمَلَكُوتِ، وَيَشْفِي كُلَّ مَرَضٍ وَكُلَّ ضُعْفٍ فِي الشَّعْبِ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιῆγεν τὰς ; πόλεις πάσας καὶ ; τὰς ; κώμας διδάσκων ἐν ταῖς ; συναγωγαῖς ; αὐτῶν καὶ ; κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ ; πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ ; λαῷ.¶
متى 10: 11 Mat.10.11
وَأَيَّةُ مَدِينَةٍ أَوْ قَرْيَةٍ دَخَلْتُمُوهَا فَافْحَصُوا مَنْ فِيهَا مُسْتَحِقٌّ، وَأَقِيمُوا هُنَاكَ حَتَّى تَخْرُجُوا.
εἰς ; ἣν ; δ᾽ πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν ; αὐτῇ ἄξιός ; ἐστιν μείνατε κἀκεῖ ἕως ἂν ; ἐξέλθητε.
متى 14: 15 Mat.14.15
وَلَمَّا صَارَ الْمَسَاءُ تَقَدَّمَ إِلَيْهِ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: الْمَوْضِعُ خَلاَءٌ وَالْوَقْتُ قَدْ مَضَى. اِصْرِفِ الْجُمُوعَ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الْقُرَى وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ طَعَامًا.
δὲ γενομένης Ὀψίας προσῆλθον αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ὁ ; τόπος, ἔρημός ; ἐστιν καὶ ; ἡ ; ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ; ὄχλους ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.¶
قَائِلاً لَهُمَا: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ تَجِدَانِ أَتَانًا مَرْبُوطَةً وَجَحْشًا مَعَهَا، فَحُّلاَهُمَا وَأْتِيَاني بِهِمَا.
λέγων αὐτοῖς· Πορεύθητε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ἀπέναντι; ὑμῶν. καὶ ; εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ ; πῶλον μετ᾽ ; αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ ; μοι.
وَتَعَجَّبَ مِنْ عَدَمِ إِيمَانِهِمْ. وَصَارَ يَطُوفُ الْقُرَى الْمُحِيطَةَ يُعَلِّمُ.
καὶ ; ἐθαύμαζεν διὰ τὴν ; ἀπιστίαν ; αὐτῶν. καὶ ; περιῆγεν τὰς ; κώμας κύκλῳ διδάσκων.¶
اِصْرِفْهُمْ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الضِّيَاعِ وَالْقُرَى حَوَالَيْنَا وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ خُبْزًا، لأَنْ لَيْسَ عِنْدَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ.
ἀπόλυσον ; αὐτοὺς ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς ; ἀγροὺς καὶ ; κώμας κύκλῳ ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους γὰρ οὐκ ἔχουσιν. τί φάγωσιν
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
فَأَخَذَ بِيَدِ الأَعْمَى وَأَخْرَجَهُ إِلَى خَارِجِ الْقَرْيَةِ، وَتَفَلَ فِي عَيْنَيْهِ، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ وَسَأَلَهُ: هَلْ أَبْصَرَ شَيْئًا.
καὶ ; ἐπιλαβόμενος χειρὸς ; τῆς τοῦ ; τυφλοῦ ἐξήγαγεν; αὐτὸν ἔξω τῆς ; κώμης, καὶ ; πτύσας εἰς τὰ ; ὄμματα ; αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ ἐπηρώτα ; αὐτόν· εἴ βλέπει τι
فَأَرْسَلَهُ إِلَى بَيْتِهِ قَائِلاً: لاَ تَدْخُلِ الْقَرْيَةَ، وَلاَ تَقُلْ لأَحَدٍ فِي الْقَرْيَةِ.
αὐτὸν ; ἀπέστειλεν ; καὶ εἰς τὸν ; αὐτοῦ ; οἶκον λέγων· μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς ; τὴν ; κώμην μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ ; κώμῃ.¶
فَأَرْسَلَهُ إِلَى بَيْتِهِ قَائِلاً: لاَ تَدْخُلِ الْقَرْيَةَ، وَلاَ تَقُلْ لأَحَدٍ فِي الْقَرْيَةِ.
αὐτὸν ; ἀπέστειλεν ; καὶ εἰς τὸν ; αὐτοῦ ; οἶκον λέγων· μηδὲ εἰσέλθῃς εἰς ; τὴν ; κώμην μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ ; κώμῃ.¶
ثُمَّ خَرَجَ يَسُوعُ وَتَلامِيذُهُ إِلَى قُرَى قَيْصَرِيَّةِ فِيلُبُّسَ. وَفِي الطَّرِيقِ سَأَلَ تَلاَمِيذَهُ قِائِلاً لَهُمْ: مَنْ يَقُولُ النَّاسُ إِنِّي أَنَا.
Καὶ ἐξῆλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ εἰς τὰς ; κώμας Καισαρείας τῆς ; Φιλίππου. καὶ ; ἐν τῇ ; ὁδῷ ἐπηρώτα μαθητὰς ; αὐτοῦ ; τοὺς λέγων αὐτοῖς· τίνα λέγουσιν οἱ ; ἄνθρωποι με ; εἶναι;
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
وَفِي أَحَدِ الأَيَّامِ كَانَ يُعَلِّمُ، وَكَانَ فَرِّيسِيُّونَ وَمُعَلِّمُونَ لِلنَّامُوسِ جَالِسِينَ وَهُمْ قَدْ أَتَوْا مِنْ كُلِّ قَرْيَةٍ مِنَ الْجَلِيلِ وَالْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ. وَكَانَتْ قُوَّةُ الرَّبِّ لِشِفَائِهِمْ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ τῶν ; ἡμερῶν καὶ ; αὐτὸς ; ἦν διδάσκων· καὶ ; ἦσαν Φαρισαῖοι καὶ ; νομοδιδάσκαλοι καθήμενοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλήμ, καὶ ; ἦν δύναμις κυρίου εἰς ; τὸ ; ἰᾶσθαι ; αὐτούς
وَعَلَى أَثَرِ ذلِكَ كَانَ يَسِيرُ فِي مَدِينَةٍ وَقَرْيَةٍ يَكْرِزُ وَيُبَشِّرُ بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمَعَهُ الاثْنَا عَشَرَ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν αὐτὸς ; διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ ; κώμην κηρύσσων καὶ ; εὐαγγελιζόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; σὺν ; αὐτῷ οἱ ; δώδεκα
فَلَمَّا خَرَجُوا كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي كُلِّ قَرْيَةٍ يُبَشِّرُونَ وَيَشْفُونَ فِي كُلِّ مَوْضِعٍ.
δὲ ἐξερχόμενοι διήρχοντο κατὰ τὰς ; κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ ; θεραπεύοντες πανταχοῦ.¶
فَابْتَدَأَ النَّهَارُ يَمِيلُ. فَتَقَدَّمَ الاثْنَا عَشَرَ وَقَالُوا لَهُ: اصْرِفِ الْجَمْعَ لِيَذْهَبُوا إِلَى الْقُرَى وَالضِّيَاعِ حَوَالَيْنَا فَيَبِيتُوا وَيَجِدُوا طَعَامًا، لأَنَّنَا ههُنَا فِي مَوْضِعٍ خَلاَءٍ.
δὲ ; ἤρξατο Ἡ ; ἡμέρα κλίνειν. προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δώδεκα εἶπαν αὐτῷ· ἀπόλυσον τὸν ; ὄχλον ἵνα ; ἀπελθόντες εἰς τὰς ; κώμας καὶ ; τοὺς ; ἀγροὺς κύκλῳ καταλύσωσιν καὶ ; εὕρωσιν ἐπισιτισμόν· ὅτι ; ἐσμέν.¶ ὧδε ἐν τόπῳ ἐρήμῳ
وَأَرْسَلَ أَمَامَ وَجْهِهِ رُسُلاً، فَذَهَبُوا وَدَخَلُوا قَرْيَةً لِلسَّامِرِيِّينَ حَتَّى يُعِدُّوا لَهُ.
καὶ ; ἀπέστειλεν πρὸ προσώπου ; αὐτοῦ. ἀγγέλους καὶ ; πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς ; κώμην Σαμαριτῶν ὥστε ἑτοιμάσαι αὐτῷ.
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ لَمْ يَأْتِ لِيُهْلِكَ أَنْفُسَ النَّاسِ، بَلْ لِيُخَلِّصَ. فَمَضَوْا إِلَى قَرْيَةٍ أُخْرَى.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν ἀπολέσαι, ψυχὰς ἀνθρώπων ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ; ἐπορεύθησαν εἰς κώμην.¶ ἑτέραν
وَاجْتَازَ فِي مُدُنٍ وَقُرًى يُعَلِّمُ وَيُسَافِرُ نَحْوَ أُورُشَلِيمَ،
Καὶ ; διεπορεύετο κατὰ πόλεις καὶ ; κώμας διδάσκων καὶ ; πορείαν ; ποιούμενος εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
وَفِيمَا هُوَ دَاخِلٌ إِلَى قَرْيَةٍ اسْتَقْبَلَهُ عَشَرَةُ رِجَال بُرْصٍ، فَوَقَفُوا مِنْ بَعِيدٍ
καὶ ; εἰσερχομένου ; αὐτοῦ εἴς τινα ; κώμην ἀπήντησαν ; αὐτῷ δέκα ἄνδρες, λεπροὶ οἳ ; ἔστησαν πόρρωθεν.
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
وَإِذَا اثْنَانِ مِنْهُمْ كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ إِلَى قَرْيَةٍ بَعِيدَةٍ عَنْ أُورُشَلِيمَ سِتِّينَ غَلْوَةً، اسْمُهَا عِمْوَاسُ.
Καὶ ; ἰδοὺ δύο ἐξ ; αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ; ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ ἑξήκοντα σταδίους ᾗ ; ὄνομα Ἐμμαοῦς.
ثُمَّ اقْتَرَبُوا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ إِلَيْهَا، وَهُوَ تَظَاهَرَ كَأَنَّهُ مُنْطَلِقٌ إِلَى مَكَانٍ أَبْعَدَ.
καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν ; κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ ; αὐτὸς προσεποιεῖτο πορεύεσθαι. πορρώτερον
أَلَمْ يَقُلِ الْكِتَابُ إِنَّهُ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ، وَمِنْ بَيْتِ لَحْمٍ ،الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَ دَاوُدُ يَأْتِي الْمَسِيحُ.
Οὐχὶ εἶπεν ἡ ; γραφὴ ὅτι ἐκ τοῦ ; σπέρματος Δαυὶδ καὶ ; ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς ; κώμης ὅπου ἦν Δαυὶδ ἔρχεται ὁ ; χριστός;¶
وَكَانَ إِنْسَانٌ مَرِيضًا وَهُوَ لِعَازَرُ، مِنْ بَيْتِ عَنْيَا مِنْ قَرْيَةِ مَرْيَمَ وَمَرْثَا أُخْتِهَا.
Ἦν ; δέ τις ἀσθενῶν, Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας ἐκ τῆς ; κώμης Μαρίας καὶ ; Μάρθας τῆς ; ἀδελφῆς ; αὐτῆς·
وَلَمْ يَكُنْ يَسُوعُ قَدْ جَاءَ إِلَى الْقَرْيَةِ، بَلْ كَانَ فِي الْمَكَانِ الَّذِي لاَقَتْهُ فِيهِ مَرْثَا.
οὔπω ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐληλύθει εἰς τὴν ; κώμην, ἀλλ᾽ ἦν ἐν τῷ ; τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἡ ; Μάρθα.¶
ثُمَّ إِنَّهُمَا بَعْدَ مَا شَهِدَا وَتَكَلَّمَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ وَبَشَّرَا قُرىً كَثِيرَةً لِلسَّامِرِيِّينَ.
οἱ ; μὲν ; οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς Ἱεροσόλυμα, εὐηγγελίσαντο; τε κώμας πολλάς τῶν ; Σαμαριτῶν