ك
إصحاح
G2836
G2837. koimáō
G2838
المعنى المختصر للكلمة
koimáō: to put to sleep, i.e. (passively or reflexively) to slumber
اللفظ الأصلي κοιμάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق koimáō (koy-mah-o)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to put to sleep, i.e. (passively or reflexively) to slumber
2 figuratively, to decease
الإنجليزية — KJV Translation Tags
(be a-, fall a-, fall on) sleep be dead

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τῶν ; κεκοιμημένων (2×) ἡμῶν ; κοιμωμένων. (1×) ἐκοιμήθησαν, (1×) ἐκοιμήθη. (1×) ἐκοιμήθη (1×) τοὺς ; κοιμηθέντας· (1×) τοὺς ; κοιμηθέντας (1×) κοιμῶνται (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 27: 52 Mat.27.52
وَالْقُبُورُ تَفَتَّحَتْ، وَقَامَ كَثِيرٌ مِنْ أَجْسَادِ الْقِدِّيسِينَ الرَّاقِدِينَ
καὶ ; τὰ ; μνημεῖα ἀνεῴχθησαν, ἠγέρθη; καὶ πολλὰ σώματα τῶν ; ἁγίων κεκοιμημένων
متى 28: 13 Mat.28.13
قَائِلِينَ: قُولُوا إِنَّ تَلاَمِيذَهُ أَتَوْا لَيْلاً وَسَرَقُوهُ وَنَحْنُ نِيَامٌ.
λέγοντες· εἴπατε ὅτι οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐλθόντες νυκτὸς ἔκλεψαν ; αὐτὸν ἡμῶν ; κοιμωμένων.
ثُمَّ قَامَ مِنَ الصَّلاَةِ وَجَاءَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ، فَوَجَدَهُمْ نِيَامًا مِنَ الْحُزْنِ.
καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς ; προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς ; μαθητὰς εὗρεν ; αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς ; λύπης
قَالَ هذَا وَبَعْدَ ذلِكَ قَالَ لَهُمْ: لِعَازَرُ حَبِيبُنَا قَدْ نَامَ. لكِنِّي أَذْهَبُ لأُوقِظَهُ.
εἶπεν ταῦτα καὶ ; μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ ; φίλος ; ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ; ἐξυπνίσω ; αὐτόν.¶
فَقَالَ تَلاَمِيذُهُ: يَا سَيِّدُ، إِنْ كَانَ قَدْ نَامَ فَهُوَ يُشْفَى.
εἶπαν ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται.
ثُمَّ جَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَرَخَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: يَا رَبُّ، لاَ تُقِمْ لَهُمْ هذِهِ الْخَطِيَّةَ. وَإِذْ قَالَ هذَا رَقَدَ.
θεὶς τὰ ; γόνατα ἔκραξεν φωνῇ μεγάλῃ· κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς ταύτην τὴν ; ἁμαρτίαν. καὶ ; εἰπὼν τοῦτο ἐκοιμήθη.
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
لأَنَّ دَاوُدَ بَعْدَ مَا خَدَمَ جِيلَهُ بِمَشُورَةِ اللهِ، رَقَدَ وَانْضَمَّ إِلَى آبَائِهِ، وَرَأَى فَسَادًا.
γὰρ ; μὲν Δαυὶδ ὑπηρετήσας ἰδίᾳ ; γενεᾷ τῇ ; βουλῇ τοῦ ; θεοῦ ἐκοιμήθη καὶ ; προσετέθη πρὸς τοὺς ; πατέρας ; αὐτοῦ καὶ ; εἶδεν διαφθοράν·
الْمَرْأَةُ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ مَا دَامَ رَجُلُهَا حَيًّا. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ رَجُلُهَا، فَهِيَ حُرَّةٌ لِكَيْ تَتَزَوَّجَ بِمَنْ تُرِيدُ، فِي الرَّبِّ فَقَطْ.
Γυνὴ δέδεται νόμῳ ὅσον ἐφ᾽ ; χρόνον ὁ ; ἀνὴρ ; αὐτῆς· ζῇ δὲ ἐὰν κοιμηθῇ ὁ ; ἀνήρ ; αὐτῆς, ἐστὶν ἐλευθέρα γαμηθῆναι, ᾧ θέλει ἐν κυρίῳ. μόνον
مِنْ أَجْلِ هذَا فِيكُمْ كَثِيرُونَ ضُعَفَاءُ وَمَرْضَى، وَكَثِيرُونَ يَرْقُدُونَ.
διὰ τοῦτο ἐν ; ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ; ἄρρωστοι, καὶ ; ἱκανοί. κοιμῶνται
وَبَعْدَ ذلِكَ ظَهَرَ دَفْعَةً وَاحِدَةً لأَكْثَرَ مِنْ خَمْسِمِئَةِ أَخٍ، أَكْثَرُهُمْ بَاق إِلَى الآنَ. وَلكِنَّ بَعْضَهُمْ قَدْ رَقَدُوا.
ἔπειτα ὤφθη ἐφάπαξ ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐξ ; ὧν ; οἱ ; πλείονες μένουσιν ἕως ἄρτι, δὲ τινὲς καὶ ; ἐκοιμήθησαν.
إِذًا الَّذِينَ رَقَدُوا فِي الْمَسِيحِ أَيْضًا هَلَكُوا.
ἄρα οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ καὶ ἀπώλοντο.
وَلكِنِ الآنَ قَدْ قَامَ الْمَسِيحُ مِنَ الأَمْوَاتِ وَصَارَ بَاكُورَةَ الرَّاقِدِينَ.
δὲ Νυνὶ ἐγήγερται Χριστὸς ἐκ νεκρῶν, ἐγένετο.¶ ἀπαρχὴ τῶν ; κεκοιμημένων
هُوَذَا سِرٌّ أَقُولُهُ لَكُمْ: لاَ نَرْقُدُ كُلُّنَا، وَلكِنَّنَا كُلَّنَا نَتَغَيَّرُ،
ἰδοὺ μυστήριον λέγω· ὑμῖν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ πάντες ἀλλαγησόμεθα
ثُمَّ لاَ أُرِيدُ أَنْ تَجْهَلُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ مِنْ جِهَةِ الرَّاقِدِينَ، لِكَيْ لاَ تَحْزَنُوا كَالْبَاقِينَ الَّذِينَ لاَ رَجَاءَ لَهُمْ.
δὲ Οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν ; κεκοιμημένων ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς ; καὶ ; οἱ ; λοιποὶ οἱ μὴ ἐλπίδα. ἔχοντες
لأَنَّهُ إِنْ كُنَّا نُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ مَاتَ وَقَامَ، فَكَذلِكَ الرَّاقِدُونَ بِيَسُوعَ، سَيُحْضِرُهُمُ اللهُ أَيْضًا مَعَهُ.
γὰρ εἰ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανεν καὶ ; ἀνέστη, οὕτως ; καὶ τοὺς ; κοιμηθέντας Ἰησοῦ ; τοῦ ; διὰ ἄξει ὁ ; θεὸς καὶ σὺν ; αὐτῷ.¶
فَإِنَّنَا نَقُولُ لَكُمْ هذَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ: إِنَّنَا نَحْنُ الأَحْيَاءَ الْبَاقِينَ إِلَى مَجِيءِ الرَّبِّ، لاَ نَسْبِقُ الرَّاقِدِينَ.
γὰρ λέγομεν ὑμῖν Τοῦτο ἐν ; λόγῳ κυρίου ὅτι ἡμεῖς οἱ ; ζῶντες οἱ ; περιλειπόμενοι εἰς τὴν ; παρουσίαν τοῦ ; κυρίου οὐ ; μὴ φθάσωμεν τοὺς ; κοιμηθέντας·
وَقَائِلِينَ: أَيْنَ هُوَ مَوْعِدُ مَجِيئِهِ. لأَنَّهُ مِنْ حِينَ رَقَدَ الآبَاءُ كُلُّ شَيْءٍ بَاق هكَذَا مِنْ بَدْءِ الْخَلِيقَةِ.
καὶ ; λέγοντες· ποῦ ἐστιν ἡ ; ἐπαγγελία τῆς ; παρουσίας γὰρ ἀφ᾽ ἧς ἐκοιμήθησαν, οἱ ; πατέρες πάντα διαμένει οὕτως ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως.