ك
إصحاح
G2835
G2836. koilía
G2837
المعنى المختصر للكلمة
koilía: a cavity, i.e. (especially) the abdomen
اللفظ الأصلي κοιλία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق koilía (koy-lee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 16 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from ("hollow");

المعنى والشرح المفصل
1 a cavity, i.e. (especially) the abdomen
2 by implication, the matrix
3 figuratively, the heart
الإنجليزية — KJV Translation Tags
belly womb

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κοιλίας (5×) ἡ ; κοιλία (2×) τῇ ; κοιλίᾳ (2×) τὴν ; κοιλίαν (2×) ἑαυτῶν ; κοιλίᾳ, (1×) τῇ ; κοιλίᾳ. (1×) καὶ ; ἡ ; κοιλία (1×) καὶ ; πικρανεῖ ; σου ; τὴν ; κοιλίαν, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (16 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 12: 40 Mat.12.40
لأَنَّهُ كَمَا كَانَ يُونَانُ فِي بَطْنِ الْحُوتِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال، هكَذَا يَكُونُ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي قَلْب الأَرْضِ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ وَثَلاَثَ لَيَال.
γὰρ ὥσπερ ἦν Ἰωνᾶς ἐν τῇ ; κοιλίᾳ τοῦ ; κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐν τῇ ; καρδίᾳ τῆς ; γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ ; τρεῖς νύκτας.¶
متى 19: 12 Mat.19.12
لأَنَّهُ يُوجَدُ خِصْيَانٌ وُلِدُوا هكَذَا مِنْ بُطُونِ أُمَّهَاتِهِمْ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَاهُمُ النَّاسُ، وَيُوجَدُ خِصْيَانٌ خَصَوْا أَنْفُسَهُمْ لأَجْلِ مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ. مَنِ اسْتَطَاعَ أَنْ يَقْبَلَ فَلْيَقْبَلْ.
γὰρ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; ἐγεννήθησαν οὕτως, ἐκ κοιλίας μητρὸς καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες ; εὐνουχίσθησαν ὑπὸ ; τῶν ; ἀνθρώπων, καὶ ; εἰσὶν εὐνοῦχοι εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν ; βασιλείαν οὐρανῶν. ; τῶν ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.¶
لأَنَّهُ لاَ يَدْخُلُ إِلَى قَلْبِهِ بَلْ إِلَى الْجَوْفِ، ثُمَّ يَخْرُجُ إِلَى الْخَلاَءِ، وَذلِكَ يُطَهِّرُ كُلَّ الأَطْعِمَةِ.
ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται εἰς αὐτοῦ ; τὴν ; καρδίαν ἀλλ᾽ εἰς τὴν ; κοιλίαν καὶ ἐκπορεύεται εἰς τὸν ; ἀφεδρῶνα καθαρίζον πάντα τὰ ; βρώματα.
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا، رَفَعَتِ امْرَأَةٌ صَوْتَهَا مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَتْ لَهُ: طُوبَى لِلْبَطْنِ الَّذِي حَمَلَكَ وَالثَّدْيَيْنِ اللَّذَيْنِ رَضِعْتَهُمَا.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; λέγειν ; αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις ; γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ ; κοιλία ἡ βαστάσασά ; σε, καὶ ; μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
لأَنَّهُ هُوَذَا أَيَّامٌ تَأْتِي يَقُولُونَ فِيهَا: طُوبَى لِلْعَوَاقِرِ وَالْبُطُونِ الَّتِي لَمْ تَلِدْ وَالثُّدِيِّ الَّتِي لَمْ تُرْضِعْ.
ὅτι ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται ἐροῦσιν· ἐν ; αἷς μακάριαι αἱ ; στεῖραι καὶ ; αἱ ; κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν καὶ ; μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν
قَالَ لَهُ نِيقُودِيمُوسُ: كَيْفَ يُمْكِنُ الإِنْسَانَ أَنْ يُولَدَ وَهُوَ شَيْخٌ. أَلَعَلَّهُ يَقْدِرُ أَنْ يَدْخُلَ بَطْنَ أُمِّهِ ثَانِيَةً وَيُولَدَ.
Λέγει πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι ὤν; γέρων μὴ ; δύναται εἰσελθεῖν τὴν ; κοιλίαν τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ δεύτερον καὶ ; γεννηθῆναι;¶
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
وَكَانَ يَجْلِسُ فِي لِسْتْرَةَ رَجُلٌ عَاجِزُ الرِّجْلَيْنِ مُقْعَدٌ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ، وَلَمْ يَمْشِ قَطُّ.
Καί ἐκάθητο, ἐν Λύστροις τις ; ἀνὴρ ἀδύνατος τοῖς ; ποσὶν χωλὸς ; ὑπάρχων, ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὃς ; οὐδέποτε ; περιπεπατήκει
لأَنَّ مِثْلَ هؤُلاَءِ لاَ يَخْدِمُونَ رَبَّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحَ بَلْ بُطُونَهُمْ. وَبِالْكَلاَمِ الطَّيِّبِ وَالأَقْوَالِ الْحَسَنَةِ يَخْدَعُونَ قُلُوبَ السُّلَمَاءِ.
γὰρ οἱ ; τοιοῦτοι οὐ δουλεύουσιν τῷ ; κυρίῳ ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ ἀλλὰ ἑαυτῶν ; κοιλίᾳ, καὶ ; διὰ ; τῆς ; χρηστολογίας καὶ ; εὐλογίας ἐξαπατῶσιν τὰς ; καρδίας τῶν ; ἀκάκων.
الأَطْعِمَةُ لِلْجَوْفِ وَالْجَوْفُ لِلأَطْعِمَةِ، وَاللهُ سَيُبِيدُ هذَا وَتِلْكَ. وَلكِنَّ الْجَسَدَ لَيْسَ لِلزِّنَا بَلْ لِلرَّبِّ، وَالرَّبُّ لِلْجَسَدِ.
τὰ ; βρώματα τῇ ; κοιλίᾳ καὶ ; ἡ ; κοιλία τοῖς ; βρώμασιν· ὁ ; δὲ ; θεὸς καταργήσει. ταύτην καὶ ; ταῦτα δὲ σῶμα οὐ τῇ ; πορνείᾳ ἀλλὰ τῷ ; κυρίῳ, καὶ ; ὁ ; κύριος τῷ ; σώματι·
الأَطْعِمَةُ لِلْجَوْفِ وَالْجَوْفُ لِلأَطْعِمَةِ، وَاللهُ سَيُبِيدُ هذَا وَتِلْكَ. وَلكِنَّ الْجَسَدَ لَيْسَ لِلزِّنَا بَلْ لِلرَّبِّ، وَالرَّبُّ لِلْجَسَدِ.
τὰ ; βρώματα τῇ ; κοιλίᾳ καὶ ; ἡ ; κοιλία τοῖς ; βρώμασιν· ὁ ; δὲ ; θεὸς καταργήσει. ταύτην καὶ ; ταῦτα δὲ σῶμα οὐ τῇ ; πορνείᾳ ἀλλὰ τῷ ; κυρίῳ, καὶ ; ὁ ; κύριος τῷ ; σώματι·
وَلكِنْ لَمَّا سَرَّ اللهَ الَّذِي أَفْرَزَنِي مِنْ بَطْنِ أُمِّي، وَدَعَانِي بِنِعْمَتِهِ
δὲ ὅτε εὐδόκησεν ὁ ; θεὸς ὁ ἀφορίσας ; με ἐκ κοιλίας μητρός ; μου καὶ ; καλέσας διὰ ; τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ
الَّذِينَ نِهَايَتُهُمُ الْهَلاَكُ، الَّذِينَ إِلهُهُمْ بَطْنُهُمْ وَمَجْدُهُمْ فِي خِزْيِهِمِ، الَّذِينَ يَفْتَكِرُونَ فِي الأَرْضِيَّاتِ.
ὧν τὸ ; τέλος ἀπώλεια, ὧν θεὸς ἡ ; κοιλία καὶ ; ἡ ; δόξα ἐν τῇ ; αἰσχύνῃ ; αὐτῶν, οἱ φρονοῦντες. τὰ ; ἐπίγεια
فَذَهَبْتُ إِلَى الْمَلاَكِ قَائِلاً لَهُ: أَعْطِنِي السِّفْرَ الصَّغِيرَ. فَقَالَ لِي: خُذْهُ وَكُلْهُ، فَسَيَجْعَلُ جَوْفَكَ مُرًّا، وَلكِنَّهُ فِي فَمِكَ يَكُونُ حُلْوًا كَالْعَسَلِ.
καὶ ; ἀπῆλθα πρὸς τὸν ; ἄγγελον λέγων αὐτῷ Δός; μοι τὸ ; βιβλαρίδιον. καὶ ; λέγει μοι· λάβε καὶ ; κατάφαγε ; αὐτό. καὶ ; πικρανεῖ ; σου ; τὴν ; κοιλίαν, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ; στόματί ; σου ἔσται γλυκὺ ὡς ; μέλι.¶