ك
إصحاح
G2672
G2673. katargéō
G2674
المعنى المختصر للكلمة
katargéō: to be (render) entirely idle (useless), literally or figuratively
اللفظ الأصلي καταργέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق katargéō (kat-arg-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 27 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to be (render) entirely idle (useless), literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
abolish cease cumber deliver destroy do away become (make) of no (none, without) effect fail loose bring (come) to nought put away (down) vanish away make void

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κατήργηται (2×) καταργήσῃ (2×) καταργηθήσεται. (2×) ἵνα ; καταργήσῃ, (1×) ἵνα ; καταργηθῇ (1×) τὸ ; καταργῆσαι (1×) τὸ ; καταργούμενον (1×) τὴν ; καταργουμένην, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (27 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لِلْكَرَّامِ: هُوَذَا ثَلاَثُ سِنِينَ آتِي أَطْلُبُ ثَمَرًا فِي هذِهِ التِّينَةِ وَلَمْ أَجِدْ. اِقْطَعْهَا. لِمَاذَا تُبَطِّلُ الأَرْضَ أَيْضًا.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὸν ; ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ᾽ ; οὗ ; ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν ταύτῃ τῇ ; συκῇ καὶ ; οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον ; αὐτήν· ἱνατί καταργεῖ;¶ τὴν ; γῆν καὶ
فَمَاذَا إِنْ كَانَ قَوْمٌ لَمْ يَكُونُوا أُمَنَاءَ. أَفَلَعَلَّ عَدَمَ أَمَانَتِهِمْ يُبْطِلُ أَمَانَةَ اللهِ.
τί γὰρ ; εἰ τινες; ἠπίστησάν μὴ ἡ ; ἀπιστία ; αὐτῶν καταργήσει; τὴν ; πίστιν τοῦ ; θεοῦ
أَفَنُبْطِلُ النَّامُوسَ بِالإِيمَانِ. حَاشَا. بَلْ نُثَبِّتُ النَّامُوسَ.
καταργοῦμεν νόμον διὰ ; τῆς ; πίστεως; μὴ ; γένοιτο, ἀλλὰ ἱστάνομεν.¶ νόμον
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ الَّذِينَ مِنَ النَّامُوسِ هُمْ وَرَثَةً، فَقَدْ تَعَطَّلَ الإِيمَانُ وَبَطَلَ الْوَعْدُ:
γὰρ εἰ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται ἡ ; πίστις καὶ ; κατήργηται ἡ ; ἐπαγγελία·
عَالِمِينَ هذَا: أَنَّ إِنْسَانَنَا الْعَتِيقَ قَدْ صُلِبَ مَعَهُ لِيُبْطَلَ جَسَدُ الْخَطِيَّةِ، كَيْ لاَ نَعُودَ نُسْتَعْبَدُ لِلْخَطِيَّةِ.
γινώσκοντες τοῦτο ὅτι ὁ ; ἡμῶν ; ἄνθρωπος παλαιὸς συνεσταυρώθη, ἵνα ; καταργηθῇ τὸ ; σῶμα τῆς ; ἁμαρτίας τοῦ μηκέτι δουλεύειν ; ἡμᾶς τῇ ; ἁμαρτίᾳ.
فَإِنَّ الْمَرْأَةَ الَّتِي تَحْتَ رَجُل هِيَ مُرْتَبِطَةٌ بِالنَّامُوسِ بِالرَّجُلِ الْحَيِّ. وَلكِنْ إِنْ مَاتَ الرَّجُلُ فَقَدْ تَحَرَّرَتْ مِنْ نَامُوسِ الرَّجُلِ.
γὰρ ἡ ; γυνὴ ὕπανδρος δέδεται νόμῳ· τῷ ; ἀνδρὶ ζῶντι δὲ ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ ; ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ ; νόμου τοῦ ; ἀνδρός.
وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ تَحَرَّرْنَا مِنَ النَّامُوسِ، إِذْ مَاتَ الَّذِي كُنَّا مُمْسَكِينَ فِيهِ، حَتَّى نَعْبُدَ بِجِدَّةِ الرُّوحِ لاَ بِعِتْقِ الْحَرْفِ.
δὲ νυνὶ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ ; νόμου ἀποθανόντες ᾧ ἐν ; κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ; ἡμᾶς ἐν ; καινότητι πνεύματος οὐ παλαιότητι γράμματος.¶
وَاخْتَارَ اللهُ أَدْنِيَاءَ الْعَالَمِ وَالْمُزْدَرَى وَغَيْرَ الْمَوْجُودِ لِيُبْطِلَ الْمَوْجُودَ،
καὶ ; ἐξελέξατο ὁ ; θεός, τὰ ; ἀγενῆ τοῦ ; κόσμου καὶ ; τὰ ; ἐξουθενημένα καὶ ; τὰ ; μὴ ὄντα, ἵνα ; καταργήσῃ, τὰ ; ὄντα
لكِنَّنَا نَتَكَلَّمُ بِحِكْمَةٍ بَيْنَ الْكَامِلِينَ، وَلكِنْ بِحِكْمَةٍ لَيْسَتْ مِنْ هذَا الدَّهْرِ، وَلاَ مِنْ عُظَمَاءِ هذَا الدَّهْرِ، الَّذِينَ يُبْطَلُونَ.
δὲ λαλοῦμεν Σοφίαν ἐν τελείοις, ; τοῖς δὲ σοφίαν οὐ τούτου τοῦ ; αἰῶνος οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τούτου τοῦ ; αἰῶνος τῶν καταργουμένων·
الأَطْعِمَةُ لِلْجَوْفِ وَالْجَوْفُ لِلأَطْعِمَةِ، وَاللهُ سَيُبِيدُ هذَا وَتِلْكَ. وَلكِنَّ الْجَسَدَ لَيْسَ لِلزِّنَا بَلْ لِلرَّبِّ، وَالرَّبُّ لِلْجَسَدِ.
τὰ ; βρώματα τῇ ; κοιλίᾳ καὶ ; ἡ ; κοιλία τοῖς ; βρώμασιν· ὁ ; δὲ ; θεὸς καταργήσει. ταύτην καὶ ; ταῦτα δὲ σῶμα οὐ τῇ ; πορνείᾳ ἀλλὰ τῷ ; κυρίῳ, καὶ ; ὁ ; κύριος τῷ ; σώματι·
اَلْمَحَبَّةُ لاَ تَسْقُطُ أَبَدًا. وَأَمَّا النُّبُوَّاتُ فَسَتُبْطَلُ، وَالأَلْسِنَةُ فَسَتَنْتَهِي، وَالْعِلْمُ فَسَيُبْطَلُ.
ἡ ; ἀγάπη οὐδέποτε ; ἐκπίπτει Εἴτε ; δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε ; γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε ; γνῶσις, καταργηθήσεται.
اَلْمَحَبَّةُ لاَ تَسْقُطُ أَبَدًا. وَأَمَّا النُّبُوَّاتُ فَسَتُبْطَلُ، وَالأَلْسِنَةُ فَسَتَنْتَهِي، وَالْعِلْمُ فَسَيُبْطَلُ.
ἡ ; ἀγάπη οὐδέποτε ; ἐκπίπτει Εἴτε ; δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε ; γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε ; γνῶσις, καταργηθήσεται.
وَلكِنْ مَتَى جَاءَ الْكَامِلُ فَحِينَئِذٍ يُبْطَلُ مَا هُوَ بَعْضٌ.
δὲ ὅταν ἔλθῃ τὸ ; τέλειον, τότε καταργηθήσεται. τὸ ἐκ ; μέρους
لَمَّا كُنْتُ طِفْلاً كَطِفْل كُنْتُ أَتَكَلَّمُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْطَنُ، وَكَطِفْل كُنْتُ أَفْتَكِرُ. وَلكِنْ لَمَّا صِرْتُ رَجُلاً أَبْطَلْتُ مَا لِلطِّفْلِ.
ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς ; νήπιος, ἐλάλουν ὡς ; νήπιος, ἐφρόνουν ὡς ; νήπιος· ἐλογιζόμην δὲ ὅτε γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ ; τοῦ νηπίου.
وَبَعْدَ ذلِكَ النِّهَايَةُ، مَتَى سَلَّمَ الْمُلْكَ ِللهِ الآبِ، مَتَى أَبْطَلَ كُلَّ رِيَاسَةٍ وَكُلَّ سُلْطَانٍ وَكُلَّ قُوَّةٍ.
εἶτα τὸ ; τέλος, ὅταν παραδῷ τὴν ; βασιλείαν τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρί, ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ ; πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν·
آخِرُ عَدُوٍّ يُبْطَلُ هُوَ الْمَوْتُ.
ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ ; θάνατος.
ثُمَّ إِنْ كَانَتْ خِدْمَةُ الْمَوْتِ، الْمَنْقُوشَةُ بِأَحْرُفٍ فِي حِجَارَةٍ، قَدْ حَصَلَتْ فِي مَجْدٍ، حَتَّى لَمْ يَقْدِرْ بَنُو إِسْرَائِيلَ أَنْ يَنْظُرُوا إِلَى وَجْهِ مُوسَى لِسَبَبِ مَجْدِ وَجْهِهِ الزَّائِلِ،
δὲ εἰ ἡ ; διακονία τοῦ ; θανάτου ἐντετυπωμένη ἐν ; γράμμασιν ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραὴλ ἀτενίσαι εἰς τὸ ; πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν ; δόξαν τοῦ ; προσώπου ; αὐτοῦ τὴν ; καταργουμένην,
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ الزَّائِلُ فِي مَجْدٍ، فَبِالأَوْلَى كَثِيرًا يَكُونُ الدَّائِمُ فِي مَجْدٍ.
γὰρ εἰ τὸ ; καταργούμενον διὰ δόξης, μᾶλλον πολλῷ τὸ μένον ἐν δόξῃ.¶
وَلَيْسَ كَمَا كَانَ مُوسَى يَضَعُ بُرْقُعًا عَلَى وَجْهِهِ لِكَيْ لاَ يَنْظُرَ بَنُو إِسْرَائِيلَ إِلَى نِهَايَةِ الزَّائِلِ.
καὶ ; οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ ; πρόσωπον ; ἑαυτοῦ πρὸς μὴ ἀτενίσαι τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ ; τέλος τοῦ ; καταργουμένου·
بَلْ أُغْلِظَتْ أَذْهَانُهُمْ، لأَنَّهُ حَتَّى الْيَوْمِ ذلِكَ الْبُرْقُعُ نَفْسُهُ عِنْدَ قِرَاءَةِ الْعَهْدِ الْعَتِيقِ بَاق غَيْرُ مُنْكَشِفٍ، الَّذِي يُبْطَلُ فِي الْمَسِيحِ.
ἀλλ᾽ ἐπωρώθη τὰ ; νοήματα ; αὐτῶν. γὰρ ἄχρι τῆς ; σήμερον τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἐπὶ τῇ ; ἀναγνώσει τῆς ; διαθήκης παλαιᾶς μένει μὴ ἀνακαλυπτόμενον, ὅ τι καταργεῖται, ἐν Χριστῷ
وَإِنَّمَا أَقُولُ هذَا: إِنَّ النَّامُوسَ الَّذِي صَارَ بَعْدَ أَرْبَعِمِئَةٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً، لاَ يَنْسَخُ عَهْدًا قَدْ سَبَقَ فَتَمَكَّنَ مِنَ اللهِ نَحْوَ الْمَسِيحِ حَتَّى يُبَطِّلَ الْمَوْعِدَ.
δὲ λέγω· τοῦτο ὁ ; νόμος γεγονὼς μετὰ τετρακόσια καὶ ; τριάκοντα ἔτη οὐκ ἀκυροῖ διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ εἰς Χριστὸν εἰς τὸ ; καταργῆσαι τὴν ; ἐπαγγελίαν.
قَدْ تَبَطَّلْتُمْ عَنِ الْمَسِيحِ أَيُّهَا الَّذِينَ تَتَبَرَّرُونَ بِالنَّامُوسِ. سَقَطْتُمْ مِنَ النِّعْمَةِ.
κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ ; Χριστοῦ οἵτινες δικαιοῦσθε, ἐν ; νόμῳ ἐξεπέσατε. τῆς ; χάριτος
وَأَمَّا أَنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَإِنْ كُنْتُ بَعْدُ أَكْرِزُ بِالْخِتَانِ، فَلِمَاذَا أُضْطَهَدُ بَعْدُ. إِذًا عَثْرَةُ الصَّلِيبِ قَدْ بَطَلَتْ.
δέ, Ἐγὼ ἀδελφοί, εἰ ἔτι κηρύσσω, περιτομὴν τί διώκομαι; ἔτι ἄρα τὸ ; σκάνδαλον τοῦ ; σταυροῦ. κατήργηται
أَيِ الْعَدَاوَةَ. مُبْطِلاً بِجَسَدِهِ نَامُوسَ الْوَصَايَا فِي فَرَائِضَ، لِكَيْ يَخْلُقَ الاثْنَيْنِ فِي نَفْسِهِ إِنْسَانًا وَاحِدًا جَدِيدًا، صَانِعًا سَلاَمًا،
τὴν ; ἔχθραν καταργήσας, ἐν ; τῇ ; σαρκὶ ; αὐτοῦ, τὸν ; νόμον τῶν ; ἐντολῶν ἐν δόγμασιν ἵνα κτίσῃ τοὺς ; δύο ἐν ἑαυτῷ εἰς ; ἄνθρωπον ἕνα καινὸν ποιῶν εἰρήνην,
وَحِينَئِذٍ سَيُسْتَعْلَنُ الأَثِيمُ، الَّذِي الرَّبُّ يُبِيدُهُ بِنَفْخَةِ فَمِهِ، وَيُبْطِلُهُ بِظُهُورِ مَجِيئِهِ.
καὶ ; τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ; ἄνομος ὃν ὁ ; κύριος ἀναλώσει τῷ ; πνεύματι τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ καὶ ; καταργήσει τῇ ; ἐπιφανείᾳ τῆς ; παρουσίας ; αὐτοῦ·
وَإِنَّمَا أُظْهِرَتِ الآنَ بِظُهُورِ مُخَلِّصِنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، الَّذِي أَبْطَلَ الْمَوْتَ وَأَنَارَ الْحَيَاةَ وَالْخُلُودَ بِوَاسِطَةِ الإِنْجِيلِ.
δὲ φανερωθεῖσαν νῦν διὰ ; τῆς ; ἐπιφανείας τοῦ ; σωτῆρος ; ἡμῶν Ἰησοῦ, Χριστοῦ καταργήσαντος τὸν ; θάνατον, φωτίσαντος ζωὴν καὶ ; ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ ; εὐαγγελίου,
فَإِذْ قَدْ تَشَارَكَ الأَوْلاَدُ فِي اللَّحْمِ وَالدَّمِ اشْتَرَكَ هُوَ أَيْضًا كَذلِكَ فِيهِمَا، لِكَيْ يُبِيدَ بِالْمَوْتِ ذَاكَ الَّذِي لَهُ سُلْطَانُ الْمَوْتِ، أَيْ إِبْلِيسَ،
οὖν ; Ἐπεὶ κεκοινώνηκεν τὰ ; παιδία σαρκός, αἵματος μετέσχεν αὐτὸς καὶ παραπλησίως τῶν ; αὐτῶν, ἵνα καταργήσῃ διὰ ; τοῦ ; θανάτου τὸν ἔχοντα τὸ ; κράτος τοῦ ; θανάτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸν ; διάβολον,