ك
إصحاح
G2363
G2364. thygátēr
G2365
المعنى المختصر للكلمة
thygátēr: a female child, or (by Hebraism) descendant (or inhabitant)
اللفظ الأصلي θυγάτηρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق thygátēr (thoo-gat-air)
تكرار الورود في الكتاب 20 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary word (compare "daughter");

المعنى والشرح المفصل

a female child, or (by Hebraism) descendant (or inhabitant)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
daughter

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

θυγάτηρ (3×) ἡ ; θυγάτηρ (2×) θύγατερ (2×) θυγατέρες (2×) θυγατέρα (2×) τῶν ; θυγατέρων (1×) τῇ ; θυγατρὶ (1×) τὸ ; θυγατέρα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (20 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَالْتَفَتَ يَسُوعُ وَأَبْصَرَهَا، فَقَالَ: ثِقِي يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ. فَشُفِيَتِ الْمَرْأَةُ مِنْ تِلْكَ السَّاعَةِ.
δὲ ; ἐπιστραφεὶς Ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἰδὼν ; αὐτὴν εἶπεν· θάρσει θύγατερ, ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. καὶ ; ἐσώθη ἡ ; γυνὴ ἀπὸ ἐκείνης. τῆς ; ὥρας
متى 10: 35 Mat.10.35
فَإِنِّي جِئْتُ لأُفَرِّقَ الإِنْسَانَ ضِدَّ أَبِيهِ، وَالابْنَةَ ضِدَّ أُمِّهَا، وَالْكَنَّةَ ضِدَّ حَمَاتِهَا.
ἦλθον ; γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ καὶ ; θυγατέρα κατὰ τῆς ; μητρὸς ; αὐτῆς καὶ ; νύμφην κατὰ τῆς ; πενθερᾶς ; αὐτῆς·
متى 10: 37 Mat.10.37
مَنْ أَحَبَّ أَبًا أَوْ أُمًّا أَكْثَرَ مِنِّي فَلاَ يَسْتَحِقُّنِي، وَمَنْ أَحَبَّ ابْنًا أَوِ ابْنَةً أَكْثَرَ مِنِّي فَلاَ يَسْتَحِقُّنِي،
Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ; ἔστιν μου ; ἄξιος, καὶ ; ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ; ἔστιν μου ; ἄξιος·
ثُمَّ لَمَّا صَارَ مَوْلِدُ هِيرُودُسَ، رَقَصَتِ ابْنَةُ هِيرُودِيَّا فِي الْوَسْطِ فَسَرَّتْ هِيرُودُسَ.
δὲ ἀγομένων Γενεσίων τοῦ ; Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ ; θυγάτηρ τῆς ; Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ ; μέσῳ καὶ ; ἤρεσεν τῷ ; Ἡρῴδῃ·
قُولُوا لابْنَةِ صِهْيَوْنَ: هُوَذَا مَلِكُكِ يَأْتِيكِ وَدِيعًا، رَاكِبًا عَلَى أَتَانٍ وَجَحْشٍ ابْنِ أَتَانٍ.
εἴπατε τῇ ; θυγατρὶ Σιών· ἰδοὺ ὁ ; βασιλεύς ; σου ἔρχεταί ; σοι, πραῢς ἐπιβεβηκὼς ; καὶ ἐπὶ ὄνον καὶ ; πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου.¶
فَقَالَ لَهَا: يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ، اذْهَبِي بِسَلاَمٍ وَكُونِي صَحِيحَةً مِنْ دَائِكِ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε. ὕπαγε εἰς ; εἰρήνην καὶ ; ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς ; μάστιγός ; σου.
فَذَهَبَتْ إِلَى بَيْتِهَا وَوَجَدَتِ الشَّيْطَانَ قَدْ خَرَجَ، وَالابْنَةَ مَطْرُوحَةً عَلَى الْفِرَاشِ.
καὶ ; ἀπελθοῦσα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς εὗρεν τὸ ; δαιμόνιον ἐξεληλυθός.¶ τὸ ; θυγατέρα βεβλημένην ἐπὶ τῆς; κλίνης
كَانَ فِي أَيَّامِ هِيرُودُسَ مَلِكِ الْيَهُودِيَّةِ كَاهِنٌ اسْمُهُ زَكَرِيَّا مِنْ فِرْقَةِ أَبِيَّا، وَامْرَأَتُهُ مِنْ بَنَاتِ هارُونَ وَاسْمُهَا أَلِيصَابَاتُ.
Ἐγένετο ἐν ταῖς ; ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ ; βασιλέως τῆς ; Ἰουδαίας ἱερεύς ; τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ ἐκ τῶν ; θυγατέρων Ἀαρὼν καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτῆς Ἐλισάβετ.¶
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
لأَنَّهُ كَانَ لَهُ بِنْتٌ وَحِيدَةٌ لَهَا نَحْوُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً، وَكَانَتْ فِي حَالِ الْمَوْتِ. فَفِيمَا هُوَ مُنْطَلِقٌ زَحَمَتْهُ الْجُمُوعُ.
ὅτι ἦν αὐτῷ θυγάτηρ μονογενὴς ὡς δώδεκα ἐτῶν καὶ ; αὐτὴ ἀπέθνῃσκεν. ἐν ; δὲ τῷ ὑπάγειν ; αὐτὸν συνέπνιγον ; αὐτόν.¶ οἱ ; ὄχλοι
فَقَالَ لَهَا: ثِقِي يَا ابْنَةُ، إِيمَانُكِ قَدْ شَفَاكِ، اِذْهَبِي بِسَلاَمٍ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· θάρσει θύγατερ ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε· πορεύου εἰς ; εἰρήνην.¶
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
يَنْقَسِمُ الأَبُ عَلَى الابْنِ، وَالابْنُ عَلَى الأَبِ، وَالأُمُّ عَلَى الْبِنْتِ، وَالْبِنْتُ عَلَى الأُمِّ، وَالْحَمَاةُ عَلَى كَنَّتِهَا، وَالْكَنَّةُ عَلَى حَمَاتِهَا.
Διαμερισθήσεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ ; υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ τὴν ; θυγατρί καὶ ; θυγάτηρ ἐπὶ τὴν ; μητρί πενθερὰ ἐπὶ τὴν ; νύμφην ; αὐτῆς καὶ ; νύμφη ἐπὶ τὴν ; πενθεράν ; αὐτῆς.¶
وَهذِهِ، وَهِيَ ابْنَةُ إِبْراهِيمَ، قَدْ رَبَطَهَا الشَّيْطَانُ ثَمَانِيَ عَشْرَةَ سَنَةً، أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تُحَلَّ مِنْ هذَا الرِّبَاطِ فِي يَوْمِ السَّبْتِ.
ταύτην ; δὲ οὖσαν θυγατέρα Ἀβραὰμ ἣν ; ἔδησεν ὁ ; σατανᾶς ἰδοὺ ; καὶ ; ὀκτὼ δέκα ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τούτου τοῦ ; δεσμοῦ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ ; σαββάτου;¶
فَالْتَفَتَ إِلَيْهِنَّ يَسُوعُ وَقَالَ: يَا بَنَاتِ أُورُشَلِيمَ، لاَ تَبْكِينَ عَلَيَّ بَلِ ابْكِينَ عَلَى أَنْفُسِكُنَّ وَعَلَى أَوْلاَدِكُنَّ،
στραφεὶς ; δὲ πρὸς ; αὐτὰς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· θυγατέρες Ἰερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾽ ; ἐμέ, πλὴν κλαίετε ἐφ᾽ ἑαυτὰς καὶ ; ἐπὶ τὰ ; τέκνα ; ὑμῶν.
لاَ تَخَافِي يَا ابْنَةَ صَِهْيَوْنَ. هُوَذَا مَلِكُكِ يَأْتِي جَالِسًا عَلَى جَحْشٍ أَتَانٍ.
μὴ φοβοῦ θυγάτηρ Σιών· ἰδοὺ ὁ ; βασιλεύς ; σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.
وَلَمَّا نُبِذَ، اتَّخَذَتْهُ ابْنَةُ فِرْعَوْنَ وَرَبَّتْهُ لِنَفْسِهَا ابْنًا.
δὲ Ἐκτεθέντα; αὐτόν ἀνείλατο ; αὐτὸν ἡ ; θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ; ἀνεθρέψατο ; αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς ; υἱόν.
وَكَانَ لِهذَا أَرْبَعُ بَنَاتٍ عَذَارَى كُنَّ يَتَنَبَّأْنَ.
δὲ τούτῳ ; ἦσαν τέσσαρες θυγατέρες παρθένοι προφητεύουσαι.¶
وَأَكُونَ لَكُمْ أَبًا، وَأَنْتُمْ تَكُونُونَ لِي بَنِينَ وَبَنَاتٍ، يَقُولُ الرَّبُّ، الْقَادِرُ عَلَى كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; ἔσομαι ὑμῖν εἰς ; πατέρα καὶ ; ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς ; υἱοὺς καὶ ; θυγατέρας, λέγει κύριος παντοκράτωρ.¶
بِالإِيمَانِ مُوسَى لَمَّا كَبِرَ أَبَى أَنْ يُدْعَى ابْنَ ابْنَةِ فِرْعَوْنَ،
Πίστει Μωϋσῆς γενόμενος μέγας ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,