ك
إصحاح
G2185
G2186. ephístēmi
G2187
المعنى المختصر للكلمة
ephístēmi: to stand upon, i.e. be present (in various applications, friendly or otherwise, usually literal)
اللفظ الأصلي ἐφίστημι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ephístēmi (ef-is-tay-mee)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to stand upon, i.e. be present (in various applications, friendly or otherwise, usually literal)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
assault come (in, to, unto, upon) be at hand (instant) present stand (before, by, over)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπέστησαν (5×) ἐπέστη (2×) ἐπιστὰς (2×) ἐφέστηκεν. (1×) ἐφεστῶτα (1×) ἐφεστὼς (1×) ἐπίστηθι (1×) ἐπιστᾶσα (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
فَهِيَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَقَفَتْ تُسَبِّحُ الرَّبَّ، وَتَكَلَّمَتْ عَنْهُ مَعَ جَمِيعِ الْمُنْتَظِرِينَ فِدَاءً فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; αὕτη ; αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς ; προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἰερουσαλήμ.¶
فَوَقَفَ فَوْقَهَا وَانْتَهَرَ الْحُمَّى فَتَرَكَتْهَا. وَفِي الْحَالِ قَامَتْ وَصَارَتْ تَخْدُمُهُمْ.
καὶ ; ἐπιστὰς ἐπάνω ; αὐτῆς ἐπετίμησεν τῷ ; πυρετῷ, καὶ ; ἀφῆκεν ; αὐτήν· παραχρῆμα ; δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει ; αὐτοῖς.¶
وَفِي أَحَدِ تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ كَانَ يُعَلِّمُ الشَّعْبَ فِي الْهَيْكَلِ وَيُبَشِّرُ، وَقَفَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ الشُّيُوخِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν μιᾷ ἐκείνων τῶν ; ἡμερῶν διδάσκοντος ; αὐτοῦ τὸν ; λαὸν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς σὺν τοῖς ; πρεσβυτέροις
وَفِيمَا هُنَّ مُحْتَارَاتٌ فِي ذلِكَ، إِذَا رَجُلاَنِ وَقَفَا بِهِنَّ بِثِيَابٍ بَرَّاقَةٍ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; διαπορεῖσθαι; αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ; ἰδοὺ δύο ; ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ; ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις
وَبَيْنَمَا هُمَا يُخَاطِبَانِ الشَّعْبَ، أَقْبَلَ عَلَيْهِمَا الْكَهَنَةُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَالصَّدُّوقِيُّونَ،
δὲ αὐτῶν Λαλούντων πρὸς ; τὸν ; λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ; ἱερεῖς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; Σαδδουκαῖοι,
وَهَيَّجُوا الشَّعْبَ وَالشُّيُوخَ وَالْكَتَبَةَ، فَقَامُوا وَخَطَفُوهُ وَأَتَوْا بِهِ إِلَى الْمَجْمَعِ،
συνεκίνησάν ; τε τὸν ; λαὸν καὶ ; τοὺς ; πρεσβυτέρους καὶ ; τοὺς ; γραμματεῖς, καὶ ; ἐπιστάντες συνήρπασαν ; αὐτὸν καὶ ; ἤγαγον εἰς τὸ ; συνέδριον,
وَإِذْ كَانَ بُطْرُسُ يَرْتَابُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا عَسَى أَنْ تَكُونَ الرُّؤْيَا الَّتِي رَآهَا.، إِذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ أُرْسِلُوا مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وكَانُوا قَدْ سَأَلُوا عَنْ بَيْتِ سِمْعَانَ وَقَدْ وَقَفُوا عَلَى الْبَابِ
ὡς ; δὲ ὁ ; Πέτρος διηπόρει ἐν ἑαυτῷ τί ἂν εἴη τὸ ; ὅραμα ὃ εἶδεν, καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος, ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν ; πυλῶνα·
وَإِذَا ثَلاَثَةُ رِجَال قَدْ وَقَفُوا لِلْوَقْتِ عِنْدَ الْبَيْتِ الَّذِي كُنْتُ فِيهِ، مُرْسَلِينَ إِلَيَّ مِنْ قَيْصَرِيَّةَ.
καὶ ; ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ἐπέστησαν ἐξαυτῆς ἐπὶ τὴν ; οἰκίαν ᾗ ἤμην ἐν ἀπεσταλμένοι πρός ; με. ἀπὸ Καισαρείας
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
فَغَارَ الْيَهُودُ غَيْرُ الْمُؤْمِنِينَ وَاتَّخَذُوا رِجَالاً أَشْرَارًا مِنْ أَهْلِ السُّوقِ، وَتَجَمَّعُوا وَسَجَّسُوا الْمَدِينَةَ، وَقَامُوا عَلَى بَيْتِ يَاسُونَ طَالِبِينَ أَنْ يُحْضِرُوهُمَا إِلَى الشَّعْبِ.
Ζηλώσαντες ; δὲ οἱ ; Ἰουδαῖοι οἱ ; ἀπειθοῦντες καὶ ; προσλαβόμενοι ἄνδρας ; τινὰς πονηροὺς τῶν ; ἀγοραίων καὶ ; ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν ; πόλιν, τε; ἐπιστάντες τῇ ; οἰκίᾳ Ἰάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς ; ἀγαγεῖν εἰς τὸν ; δῆμον·
وَحِينَ سُفِكَ دَمُ اسْتِفَانُوسَ شَهِيدِكَ كُنْتُ أَنَا وَاقِفًا وَرَاضِيًا بِقَتْلِهِ، وَحَافِظًا ثِيَابَ الَّذِينَ قَتَلُوهُ.
καὶ ; ὅτε ἐξεχύννετο τὸ ; αἷμα Στεφάνου τοῦ ; μάρτυρός ; σου, ἤμην αὐτὸς ἐφεστὼς καὶ ; συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ καὶ ; φυλάσσων τὰ ; ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων ; αὐτόν.
وَفِي اللَّيْلَةِ التَّالِيَةِ وَقَفَ بِهِ الرَّبُّ وَقَالَ: ثِقْ يَا بُولُسُ. لأَنَّكَ كَمَا شَهِدْتَ بِمَا لِي فِي أُورُشَلِيمَ، هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ تَشْهَدَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا.
δὲ Τῇ ; νυκτὶ ἐπιούσῃ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ ; κύριος εἶπεν· θάρσει Παῦλε· γὰρ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ; ἐμοῦ εἰς Ἰερουσαλήμ, οὕτω σε ; δεῖ μαρτυρῆσαι.¶ εἰς Ῥώμην καὶ
هذَا الرَّجُلُ لَمَّا أَمْسَكَهُ الْيَهُودُ وَكَانُوا مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، أَقْبَلْتُ مَعَ الْعَسْكَرِ وَأَنْقَذْتُهُ، إِذْ أُخْبِرْتُ أَنَّهُ رُومَانِيٌّ.
τοῦτον τὸν ; ἄνδρα συλλημφθέντα ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων καὶ ; μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτῶν, ἐπιστὰς σὺν τῷ ; στρατεύματι ἐξειλάμην ; αὐτόν μαθὼν ὅτι ; ἐστιν· Ῥωμαῖός
فَقَدَّمَ أَهْلُهَا الْبَرَابِرَةُ لَنَا إِحْسَانًا غَيْرَ الْمُعْتَادِ، لأَنَّهُمْ أَوْقَدُوا نَارًا وَقَبِلُوا جَمِيعَنَا مِنْ أَجْلِ الْمَطَرِ الَّذِي أَصَابَنَا وَمِنْ أَجْلِ الْبَرْدِ.
δὲ; παρεῖχον οἵ ; βάρβαροι ἡμῖν· φιλανθρωπίαν οὐ τὴν ; τυχοῦσαν γὰρ ἀνάψαντες πυρὰν προσελάβοντο πάντας ; ἡμᾶς διὰ ὑετὸν ; τὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ ; διὰ τὸ ; ψῦχος.
لأَنَّهُ حِينَمَا يَقُولُونَ: سَلاَمٌ وَأَمَانٌ، حِينَئِذٍ يُفَاجِئُهُمْ هَلاَكٌ بَغْتَةً، كَالْمَخَاضِ لِلْحُبْلَى، فَلاَ يَنْجُونَ.
γὰρ ὅταν λέγωσιν· εἰρήνη καὶ ; ἀσφάλεια, τότε αὐτοῖς ; ἐφίσταται ὄλεθρος αἰφνίδιος ὥσπερ ; ἡ ; ὠδὶν τῇ ; ἐν ; γαστρὶ ; ἐχούσῃ, οὐ ; μὴ ἐκφύγωσιν.¶
اكْرِزْ بِالْكَلِمَةِ. اعْكُفْ عَلَى ذلِكَ فِي وَقْتٍ مُنَاسِبٍ وَغَيْرِ مُنَاسِبٍ. وَبِّخِ، انْتَهِرْ، عِظْ بِكُلِّ أَنَاةٍ وَتَعْلِيمٍ.
κήρυξον τὸν ; λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον ἐν ; πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ ; διδαχῇ.
فَإِنِّي أَنَا الآنَ أُسْكَبُ سَكِيبًا، وَوَقْتُ انْحِلاَلِي قَدْ حَضَرَ.
γὰρ Ἐγὼ ἤδη σπένδομαι, καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῆς ; ἀναλύσεώς ; ἐμῆς ἐφέστηκεν.