ك
إصحاح
G1908
G1909. epí
G1910
المعنى المختصر للكلمة
epí: properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
اللفظ الأصلي ἐπί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epí (ep-ee)
تكرار الورود في الكتاب 635 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary preposition;

المعنى والشرح المفصل
1 properly, meaning superimposition (of time, place, order, etc.), as a relation of distribution (with the genitive case), i.e. over, upon, etc.
2 of rest (with the dative case) at, on, etc.
3 of direction (with the accusative case) towards, upon, etc.
الإنجليزية — KJV Translation Tags
about (the times) above after against among as long as (touching) at beside X have charge of (be-, (where-))fore in (a place, as much as, the time of, -to) (because) of (up-)on (behalf of) over (by, for) the space of through(-out) (un-)to(-ward) with

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπὶ (540×) καὶ ; ἐπὶ (34×) ἐφ᾽ (24×) ἐπ᾽ (20×) ἐπί (4×) αὐτόν, ; ἐπ᾽ (2×) ὃς ; ὤφθη ; ἐπὶ (1×) ἢ ; ἐπὶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (635 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
بَلْ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا لَمْ تَرَ عَيْنٌ، وَلَمْ تَسْمَعْ أُذُنٌ، وَلَمْ يَخْطُرْ عَلَى بَالِ إِنْسَانٍ: مَا أَعَدَّهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· ἃ ; οὐκ εἶδεν ὀφθαλμὸς καὶ ; οὐκ ἤκουσεν οὖς καὶ ; οὐκ ἀνέβη, ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἃ ἡτοίμασεν ὁ ; θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدُ يَبْنِي عَلَى هذَا الأَسَاسِ: ذَهَبًا، فِضَّةً، حِجَارَةً كَرِيمَةً، خَشَبًا، عُشْبًا، قَشًّا،
δέ εἰ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τοῦτον τὸν ; θεμέλιον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην,
أَيَتَجَاسَرُ مِنْكُمْ أَحَدٌ لَهُ دَعْوَى عَلَى آخَرَ أَنْ يُحَاكَمَ عِنْدَ الظَّالِمِينَ، وَلَيْسَ عِنْدَ الْقِدِّيسِينَ.
Τολμᾷ ὑμῶν τις ἔχων πρᾶγμα πρὸς ἕτερον κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ; ἀδίκων καὶ ; οὐχὶ ἐπὶ τῶν ; ἁγίων;
أَيَتَجَاسَرُ مِنْكُمْ أَحَدٌ لَهُ دَعْوَى عَلَى آخَرَ أَنْ يُحَاكَمَ عِنْدَ الظَّالِمِينَ، وَلَيْسَ عِنْدَ الْقِدِّيسِينَ.
Τολμᾷ ὑμῶν τις ἔχων πρᾶγμα πρὸς ἕτερον κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ; ἀδίκων καὶ ; οὐχὶ ἐπὶ τῶν ; ἁγίων;
لكِنَّ الأَخَ يُحَاكِمُ الأَخَ، وَذلِكَ عِنْدَ غَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ..
ἀλλ᾽ ἀδελφὸς μετὰ ; κρίνεται, ἀδελφοῦ καὶ ; τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων.
لاَ يَسْلُبْ أَحَدُكُمُ الآخَرَ، إِلاَّ أَنْ يَكُونَ عَلَى مُوافَقَةٍ، إِلَى حِينٍ، لِكَيْ تَتَفَرَّغُوا لِلصَّوْمِ وَالصَّلاَةِ، ثُمَّ تَجْتَمِعُوا أَيْضًا مَعًا لِكَيْ لاَ يُجَرِّبَكُمُ الشَّيْطَانُ لِسَبَبِ عَدَمِ نَزَاهَتِكُمْ.
μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους εἰ ; μήτι ἂν ἐκ ; συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ ; νηστείᾳ καὶ ; τῇ ; προσευχῇ καὶ ἐπὶ πάλιν τὸ ; αὐτὸ ἵνα μὴ πειράζῃ ; ὑμᾶς ὁ ; σατανᾶς διὰ τὴν ; ἀκρασίαν ; ὑμῶν.
وَلكِنْ إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَظُنُّ أَنَّهُ يَعْمَلُ بِدُونِ لِيَاقَةٍ نَحْوَ عَذْرَائِهِ إِذَا تَجَاوَزَتِ الْوَقْتَ، وَهكَذَا لَزِمَ أَنْ يَصِيرَ، فَلْيَفْعَلْ مَا يُرِيدُ. إِنَّهُ لاَ يُخْطِئُ. فَلْيَتَزَوَّجَا.
δέ Εἰ τις νομίζει, ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν ; παρθένον ; αὐτοῦ ἐὰν ᾖ ; ὑπέρακμος, καὶ ; οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι, ποιείτω· ὃ θέλει οὐχ ἁμαρτάνει, γαμείτωσαν.
لأَنَّهُ وَإِنْ وُجِدَ مَا يُسَمَّى آلِهَةً، سِوَاءٌ كَانَ فِي السَّمَاءِ أَوْ عَلَى الأَرْضِ، كَمَا يُوجَدُ آلِهَةٌ كَثِيرُونَ وَأَرْبَابٌ كَثِيرُونَ.
καὶ ; γὰρ εἴπερ εἰσὶν λεγόμενοι θεοὶ εἴτε ἐν οὐρανῷ εἴτε ἐπὶ τῆς ; γῆς, ὥσπερ εἰσὶν θεοὶ πολλοὶ καὶ ; κύριοι πολλοί·
فَيَهْلِكَ بِسَبَبِ عِلْمِكَ الأَخُ الضَّعِيفُ الَّذِي مَاتَ الْمَسِيحُ مِنْ أَجْلِهِ.
ἀπολεῖται ἐπὶ τῇ ; σῇ ; γνώσει, ἀδελφὸς ὁ ; ἀσθενῶν ἀπέθανεν. Χριστὸς δι᾽ ; ὃν
أَمْ يَقُولُ مُطْلَقًا مِنْ أَجْلِنَا. إِنَّهُ مِنْ أَجْلِنَا مَكْتُوبٌ. لأَنَّهُ يَنْبَغِي لِلْحَرَّاثِ أَنْ يَحْرُثَ عَلَى رَجَاءٍ، وَلِلدَّارِسِ عَلَى الرَّجَاءِ أَنْ يَكُونَ شَرِيكًا رَجَائِهِ.
ἢ λέγει; πάντως δι᾽ ; ἡμᾶς γὰρ δι᾽ ; ἡμᾶς ἐγράφη ὅτι ὀφείλει ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, ἐπ᾽ ἐλπίδι καὶ ; ὁ ; ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος ; αὐτοῦ μετέχειν. ἐπ᾽ ; ἐλπίδι
لِهذَا يَنْبَغِي لِلْمَرْأَةِ أَنْ يَكُونَ لَهَا سُلْطَانٌ عَلَى رَأْسِهَا، مِنْ أَجْلِ الْمَلاَئِكَةِ.
διὰ ; τοῦτο ὀφείλει ἡ ; γυνὴ ἔχειν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; κεφαλῆς διὰ τοὺς ; ἀγγέλους.
فَحِينَ تَجْتَمِعُونَ مَعًا لَيْسَ هُوَ لأَكْلِ عَشَاءِ الرَّبِّ.
οὖν συνερχομένων ; ὑμῶν ἐπὶ οὐκ ἔστιν φαγεῖν· δεῖπνον κυριακὸν
وَإِلاَّ فَإِنْ بَارَكْتَ بِالرُّوحِ، فَالَّذِي يُشْغِلُ مَكَانَ الْعَامِّيِّ، كَيْفَ يَقُولُ آمِينَ عِنْدَ شُكْرِكَ. لأَنَّهُ لاَ يَعْرِفُ مَاذَا تَقُولُ.
ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ; πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν ; τόπον τοῦ ; ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ; ἀμὴν ἐπὶ τῇ ; σῇ ; εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ οὐκ οἶδεν· τί λέγεις
فَإِنِ اجْتَمَعَتِ الْكَنِيسَةُ كُلُّهَا فِي مَكَانٍ وَاحِدٍ، وَكَانَ الْجَمِيعُ يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ، فَدَخَلَ عَامِّيُّونَ أَوْ غَيْرُ مُؤْمِنِينَ، أَفَلاَ يَقُولُونَ إِنَّكُمْ تَهْذُونَ.
ἐὰν ; οὖν συνέλθῃ ἡ ; ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ ; αὐτὸ καὶ πάντες λαλῶσιν γλώσσαις, εἰσέλθωσιν ; δὲ ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε;
وَهكَذَا تَصِيرُ خَفَايَا قَلْبِهِ ظَاهِرَةً. وَهكَذَا يَخِرُّ عَلَى وَجْهِهِ وَيَسْجُدُ ِللهِ، مُنَادِيًا: أَنَّ اللهَ بِالْحَقِيقَةِ فِيكُمْ.
καὶ ; οὕτως γίνεται, τὰ ; κρυπτὰ τῆς ; καρδίας ; αὐτοῦ φανερὰ καὶ ; οὕτως πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ ; θεῷ ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ ; θεὸς ὄντως ἐν ; ὑμῖν ; ἐστιν.¶
الَّذِي يُعَزِّينَا فِي كُلِّ ضِيقَتِنَا، حَتَّى نَسْتَطِيعَ أَنْ نُعَزِّيَ الَّذِينَ هُمْ فِي كُلِّ ضِيقَةٍ بِالتَّعْزِيَةِ الَّتِي نَتَعَزَّى نَحْنُ بِهَا مِنَ اللهِ.
ὁ παρακαλῶν ; ἡμᾶς ἐπὶ πάσῃ τῇ ; θλίψει ; ἡμῶν εἰς τὸ ; δύνασθαι ; ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ ; τῆς ; παρακλήσεως παρακαλούμεθα αὐτοὶ ἧς ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ·
لكِنْ كَانَ لَنَا فِي أَنْفُسِنَا حُكْمُ الْمَوْتِ، لِكَيْ لاَ نَكُونَ مُتَّكِلِينَ عَلَى أَنْفُسِنَا بَلْ عَلَى اللهِ الَّذِي يُقِيمُ الأَمْوَاتَ،
ἀλλ᾽ αὐτοὶ ; ἐσχήκαμεν, ἐν ἑαυτοῖς τὸ ; ἀπόκριμα τοῦ ; θανάτου ἵνα μὴ ὦμεν πεποιθότες ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ ; θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς ; νεκρούς·
لكِنْ كَانَ لَنَا فِي أَنْفُسِنَا حُكْمُ الْمَوْتِ، لِكَيْ لاَ نَكُونَ مُتَّكِلِينَ عَلَى أَنْفُسِنَا بَلْ عَلَى اللهِ الَّذِي يُقِيمُ الأَمْوَاتَ،
ἀλλ᾽ αὐτοὶ ; ἐσχήκαμεν, ἐν ἑαυτοῖς τὸ ; ἀπόκριμα τοῦ ; θανάτου ἵνα μὴ ὦμεν πεποιθότες ἐφ᾽ ἑαυτοῖς ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ ; θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς ; νεκρούς·
وَلكِنِّي أَسْتَشْهِدُ اللهَ عَلَى نَفْسِي، أَنِّي إِشْفَاقًا عَلَيْكُمْ لَمْ آتِ إِلَى كُورِنْثُوسَ.
Ἐγὼ ; δὲ μάρτυρα ; ἐπικαλοῦμαι τὸν ; θεὸν ἐπὶ τὴν ; ἐμὴν ; ψυχὴν ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον·
وَلَيْسَ كَمَا كَانَ مُوسَى يَضَعُ بُرْقُعًا عَلَى وَجْهِهِ لِكَيْ لاَ يَنْظُرَ بَنُو إِسْرَائِيلَ إِلَى نِهَايَةِ الزَّائِلِ.
καὶ ; οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ ; πρόσωπον ; ἑαυτοῦ πρὸς μὴ ἀτενίσαι τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ ; τέλος τοῦ ; καταργουμένου·
بَلْ أُغْلِظَتْ أَذْهَانُهُمْ، لأَنَّهُ حَتَّى الْيَوْمِ ذلِكَ الْبُرْقُعُ نَفْسُهُ عِنْدَ قِرَاءَةِ الْعَهْدِ الْعَتِيقِ بَاق غَيْرُ مُنْكَشِفٍ، الَّذِي يُبْطَلُ فِي الْمَسِيحِ.
ἀλλ᾽ ἐπωρώθη τὰ ; νοήματα ; αὐτῶν. γὰρ ἄχρι τῆς ; σήμερον τὸ κάλυμμα αὐτὸ ἐπὶ τῇ ; ἀναγνώσει τῆς ; διαθήκης παλαιᾶς μένει μὴ ἀνακαλυπτόμενον, ὅ τι καταργεῖται, ἐν Χριστῷ
لكِنْ حَتَّى الْيَوْمِ، حِينَ يُقْرَأُ مُوسَى، الْبُرْقُعُ مَوْضُوعٌ عَلَى قَلْبِهِمْ.
ἀλλ᾽ ἕως σήμερον ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα κεῖται· ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτῶν
لِي ثِقَةٌ كَثِيرَةٌ بِكُمْ. لِي افْتِخَارٌ كَثِيرٌ مِنْ جِهَتِكُمْ. قَدِ امْتَلأْتُ تَعْزِيَةً وَازْدَدْتُ فَرَحًا جِدًّا فِي جَمِيعِ ضِيقَاتِنَا.
μοι παρρησία πολλή πρὸς ; ὑμᾶς, μοι καύχησις πολλή ὑπὲρ ; ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ ; παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι ; τῇ ; χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ ; θλίψει ; ἡμῶν.
مِنْ أَجْلِ هذَا قَدْ تَعَزَّيْنَا بِتَعْزِيَتِكُمْ. وَلكِنْ فَرِحْنَا أَكْثَرَ جِدًّا بِسَبَبِ فَرَحِ تِيطُسَ، لأَنَّ رُوحَهُ قَدِ اسْتَرَاحَتْ بِكُمْ جَمِيعًا.
διὰ τοῦτο παρακεκλήμεθα.¶ τῇ ; παρακλήσει ; ὑμῶν δὲ ; μᾶλλον ἐχάρημεν περισσοτέρως Ἐπὶ τῇ ; χαρᾷ Τίτου, ὅτι τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἀναπέπαυται ἀπὸ ; ὑμῶν, πάντων
فَإِنِّي إِنْ كُنْتُ افْتَخَرْتُ شَيْئًا لَدَيْهِ مِنْ جِهَتِكُمْ لَمْ أُخْجَلْ، بَلْ كَمَا كَلَّمْنَاكُمْ بِكُلِّ شَيْءٍ بِالصِّدْقِ، كَذلِكَ افْتِخَارُنَا أَيْضًا لَدَى تِيطُسَ صَارَ صَادِقًا.
ὅτι εἴ κεκαύχημαι, τι αὐτῷ ὑπὲρ ; ὑμῶν οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾽ ὡς ἐλαλήσαμεν ; ὑμῖν, πάντα ἐν ; ἀληθείᾳ οὕτως ἡ ; καύχησις ; ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἡ ; Τίτου, ἐγενήθη· ἀλήθεια
إِذْ هُمْ بِاخْتِبَارِ هذِهِ الْخِدْمَةِ، يُمَجِّدُونَ اللهَ عَلَى طَاعَةِ اعْتِرَافِكُمْ لإِنْجِيلِ الْمَسِيحِ، وَسَخَاءِ التَّوْزِيعِ لَهُمْ وَلِلْجَمِيعِ.
τῆς διὰ ; δοκιμῆς ταύτης τῆς ; διακονίας δοξάζοντες τὸν ; θεὸν ἐπὶ τῇ ; ὑποταγῇ τῆς ; ὁμολογίας ; ὑμῶν εἰς ; τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ καὶ ; ἁπλότητι τῆς ; κοινωνίας εἰς ; αὐτοὺς καὶ ; εἰς ; πάντας,
فَشُكْرًا ِللهِ عَلَى عَطِيَّتِهِ الَّتِي لاَ يُعَبَّرُ عَنْهَا.
χάρις ; δὲ τῷ ; θεῷ ἐπὶ δωρεᾷ.¶ ; αὐτοῦ τῇ ; ἀνεκδιηγήτῳ
وَلكِنْ أَطْلُبُ أَنْ لاَ أَتَجَاسَرَ وَأَنَا حَاضِرٌ بِالثِّقَةِ الَّتِي بِهَا أَرَى أَنِّي سَأَجْتَرِئُ عَلَى قَوْمٍ يَحْسِبُونَنَا كَأَنَّنَا نَسْلُكُ حَسَبَ الْجَسَدِ.
δὲ δέομαι τὸ μὴ θαρρῆσαι παρὼν τῇ ; πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς ; λογιζομένους ; ἡμᾶς ὡς περιπατοῦντας. κατὰ σάρκα
أَنْ يُذِلَّنِي إِلهِي عِنْدَكُمْ، إِذَا جِئْتُ أَيْضًا وَأَنُوحُ عَلَى كَثِيرِينَ مِنَ الَّذِينَ أَخْطَأُوا مِنْ قَبْلُ وَلَمْ يَتُوبُوا عَنِ النَّجَاسَةِ وَالزِّنَا وَالْعَهَارَةِ الَّتِي فَعَلُوهَا.
μὴ ταπεινώσῃ ; με ὁ ; θεός ; μου πρὸς ; ὑμᾶς, ἐλθόντα πάλιν πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ ; μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ; ἀκαθαρσίᾳ καὶ ; πορνείᾳ καὶ ; ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.¶
هذِهِ الْمَرَّةُ الثَّالِثَةُ آتِي إِلَيْكُمْ. عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ وَثَلاَثَةٍ تَقُومُ كُلُّ كَلِمَةٍ.
τοῦτο Τρίτον ἔρχομαι πρὸς ; ὑμᾶς. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων καὶ ; τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.