ك
إصحاح
G1320
G1321. didáskō
G1322
المعنى المختصر للكلمة
didáskō: to teach (in the same broad application)
اللفظ الأصلي διδάσκω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق didáskō (did-as-ko)
تكرار الورود في الكتاب 75 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolonged (causative) form of a primary verb (to learn);

المعنى والشرح المفصل

to teach (in the same broad application)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
teach

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διδάσκων (12×) διδάσκειν (7×) διδάσκοντες (6×) ἐδίδασκεν (4×) διδάσκων, (3×) καὶ ; διδάσκοντες (2×) διδάσκεις. (2×) ὅτι ; διδάσκεις (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (75 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَانَ يُعَلِّمُ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ، وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ وُجُوهِ الشَّعْبِ يَطْلُبُونَ أَنْ يُهْلِكُوهُ،
καὶ ; ἦν διδάσκων καθ᾽ τὸ ; ἡμέραν ἐν ἱερῷ· ; τῷ δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς καὶ οἱ ; πρῶτοι λαοῦ, ; τοῦ ἐζήτουν ἀπολέσαι ; αὐτὸν
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
وَكَانَ فِي النَّهَارِ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ، وَفِي اللَّيْلِ يَخْرُجُ وَيَبِيتُ فِي الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ.
Ἦν ; δὲ τὰς ; ἡμέρας διδάσκων. ἐν τῷ ; ἱερῷ δὲ τὰς ; νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν.
فَكَانُوا يُشَدِّدُونَ قَائِلِينَ: إِنَّهُ يُهَيِّجُ الشَّعْبَ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي كُلِّ الْيَهُودِيَّةِ مُبْتَدِئًا مِنَ الْجَلِيلِ إِلَى هُنَا.
δὲ οἱ ; ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν ; λαὸν διδάσκων καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἕως ὧδε.¶
قَالَ هذَا فِي الْمَجْمَعِ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي كَفْرِنَاحُومَ.
εἶπεν Ταῦτα ἐν συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καφαρναούμ.
وَلَمَّا كَانَ الْعِيدُ قَدِ انْتَصَفَ، صَعِدَ يَسُوعُ إِلَى الْهَيْكَلِ، وَكَانَ يُعَلِّمُ.
Ἤδη ; δὲ τῆς ; ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; ἐδίδασκεν.
فَنَادَى يَسُوعُ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ قِائِلاً: تَعْرِفُونَنِي وَتَعْرِفُونَ مِنْ أَيْنَ أَنَا، وَمِنْ نَفْسِي لَمْ آتِ، بَلِ الَّذِي أَرْسَلَنِي هُوَ حَقٌّ، الَّذِي أَنْتُمْ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ.
Ἔκραξεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; λέγων· κἀμὲ ; οἴδατε καὶ ; οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ; ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ᾽ ὁ πέμψας ; με ἔστιν ἀληθινὸς ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
هذَا الْكَلاَمُ قَالَهُ يَسُوعُ فِي الْخِزَانَةِ وَهُوَ يُعَلِّمُ فِي الْهَيْكَلِ. وَلَمْ يُمْسِكْهُ أَحَدٌ، لأَنَّ سَاعَتَهُ لَمْ تَكُنْ قَدْ جَاءَتْ بَعْدُ.
ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; γαζοφυλακίῳ διδάσκων ἐν τῷ ; ἱερῷ, καὶ ; οὐδεὶς ; ἐπίασεν ; αὐτόν, ὅτι ἡ ; ὥρα ; αὐτοῦ.¶ οὔπω ; ἐληλύθει
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
اَلْكَلاَمُ الأَوَّلُ أَنْشَأْتُهُ يَا ثَاوُفِيلُسُ، عَنْ جَمِيعِ مَا ابْتَدَأَ يَسُوعُ يَفْعَلُهُ وَيُعَلِّمُ بِهِ،
Τὸν ; μὲν ; λόγον πρῶτον ἐποιησάμην ὦ ; Θεόφιλε, περὶ πάντων, ὧν ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς ποιεῖν καὶ ; διδάσκειν
فَدَعَوْهُمَا وَأَوْصَوْهُمَا أَنْ لاَ يَنْطِقَا الْبَتَّةَ، وَلاَ يُعَلِّمَا بِاسْمِ يَسُوعَ.
καὶ ; καλέσαντες ; αὐτοὺς παρήγγειλαν τὸ ; μὴ φθέγγεσθαι καθόλου μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
قِائِلاً: أَمَا أَوْصَيْنَاكُمْ وَصِيَّةً أَنْ لاَ تُعَلِّمُوا بِهذَا الاسْمِ. وَهَا أَنْتُمْ قَدْ مَلأْتُمْ أُورُشَلِيمَ بِتَعْلِيمِكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَجْلِبُوا عَلَيْنَا دَمَ هذَا الإِنْسَانِ.
λέγων· οὐ παρηγγείλαμεν ; ὑμῖν παραγγελίᾳ μὴ διδάσκειν ἐπὶ ; τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι καὶ ; ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ; Ἰερουσαλὴμ τῆς ; διδαχῆς ; ὑμῶν καὶ ; βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς τὸ ; αἷμα τούτου.¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
وَكَانُوا لاَ يَزَالُونَ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ وَفِي الْبُيُوتِ مُعَلِّمِينَ وَمُبَشِّرِينَ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
τε ; ἐπαύοντο οὐκ ἐπαύοντο πᾶσάν ἡμέραν ἐν τῷ ; ἱερῷ καὶ ; κατ᾽ οἶκον διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι Ἰησοῦν.¶ τὸν ; χριστὸν
فَحَدَثَ أَنَّهُمَا اجْتَمَعَا فِي الْكَنِيسَةِ سَنَةً كَامِلَةً وَعَلَّمَا جَمْعًا غَفِيرًا. وَدُعِيَ التَّلاَمِيذُ مَسِيحِيِّينَ فِي أَنْطَاكِيَةَ أَوَّلاً.
ἐγένετο ; δὲ αὐτοὺς συναχθῆναι ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐνιαυτὸν ὅλον καὶ ; διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τοὺς ; μαθητὰς Χριστιανούς.¶ ἐν Ἀντιοχείᾳ πρώτον
وَانْحَدَرَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ الإِخْوَةَ أَنَّهُ إِنْ لَمْ تَخْتَتِنُوا حَسَبَ عَادَةِ مُوسَى، لاَ يُمْكِنُكُمْ أَنْ تَخْلُصُوا.
Καί ; κατελθόντες τινες ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ; ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν ; μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.
أَمَّا بُولُسُ وَبَرْنَابَا فَأَقَامَا فِي أَنْطَاكِيَةَ يُعَلِّمَانِ وَيُبَشِّرَانِ مَعَ آخَرِينَ كَثِيرِينَ أَيْضًا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ.
δὲ Παῦλος καὶ ; Βαρναβᾶς διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι μετὰ ἑτέρων πολλῶν καὶ τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου.¶
فَأَقَامَ سَنَةً وَسِتَّةَ أَشْهُرٍ يُعَلِّمُ بَيْنَهُمْ بِكَلِمَةِ اللهِ.
ἐκάθισεν ; τε ἐνιαυτὸν καὶ ; ἓξ μῆνας διδάσκων ἐν ; αὐτοῖς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
وَقَدْ أُخْبِرُوا عَنْكَ أَنَّكَ تُعَلِّمُ جَمِيعَ الْيَهُودِ الَّذِينَ بَيْنَ الأُمَمِ الارْتِدَادَ عَنْ مُوسَى، قَائِلاً أَنْ لاَ يَخْتِنُوا أَوْلاَدَهُمْ وَلاَ يَسْلُكُوا حَسَبَ الْعَوَائِدِ.
κατηχήθησαν ; δὲ περὶ ; σοῦ ὅτι ; διδάσκεις πάντας Ἰουδαίους τοὺς κατὰ τὰ ; ἔθνη ἀποστασίαν ἀπὸ Μωϋσέως λέγων μὴ ; περιτέμνειν τὰ ; τέκνα μηδὲ περιπατεῖν. τοῖς ἔθεσιν
صَارِخِينَ: يَا أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِسْرَائِيلِيُّونَ، أَعِينُوا. هذَا هُوَ الرَّجُلُ الَّذِي يُعَلِّمُ الْجَمِيعَ فِي كُلِّ مَكَانٍ ضِدًّا لِلشَّعْبِ وَالنَّامُوسِ وَهذَا الْمَوْضِعِ، حَتَّى أَدْخَلَ يُونَانِيِّينَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ وَدَنَّسَ هذَا الْمَوْضِعَ الْمُقَدَّسَ.
κράζοντες· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, βοηθεῖτε. οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ διδάσκων, πάντας πανταχοῦ κατὰ τοῦ ; λαοῦ καὶ ; τοῦ ; νόμου καὶ ; τούτου τοῦ ; τόπου ἔτι εἰσήγαγεν Ἕλληνας καὶ εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; κεκοίνωκεν τοῦτον. τὸν ; τόπον ἅγιον
كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمُعَلِّمًا بِأَمْرِ الرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ، بِلاَ مَانِعٍ.
κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διδάσκων τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ; πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.¶
فَأَنْتَ إِذًا الَّذِي تُعَلِّمُ غَيْرَكَ، أَلَسْتَ تُعَلِّمُ نَفْسَكَ. الَّذِي تَكْرِزُ: أَنْ لاَ يُسْرَقَ، أَتَسْرِقُ.
ὁ ; οὖν διδάσκων ἕτερον οὐ διδάσκεις; σεαυτὸν ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις;
فَأَنْتَ إِذًا الَّذِي تُعَلِّمُ غَيْرَكَ، أَلَسْتَ تُعَلِّمُ نَفْسَكَ. الَّذِي تَكْرِزُ: أَنْ لاَ يُسْرَقَ، أَتَسْرِقُ.
ὁ ; οὖν διδάσκων ἕτερον οὐ διδάσκεις; σεαυτὸν ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις;
أَمْ خِدْمَةٌ فَفِي الْخِدْمَةِ، أَمِ الْمُعَلِّمُ فَفِي التَّعْلِيمِ،
εἴτε διακονίαν ἐν τῇ ; διακονίᾳ, εἴτε ὁ ; διδάσκων ἐν τῇ ; διδασκαλίᾳ,
لِذلِكَ أَرْسَلْتُ إِلَيْكُمْ تِيمُوثَاوُسَ، الَّذِي هُوَ ابْنِي الْحَبِيبُ وَالأَمِينُ فِي الرَّبِّ، الَّذِي يُذَكِّرُكُمْ بِطُرُقِي فِي الْمَسِيحِ كَمَا أُعَلِّمُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، فِي كُلِّ كَنِيسَةٍ.
διὰ ; τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστίν μου ; τέκνον ἀγαπητὸν καὶ ; πιστὸν ἐν κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ; ἀναμνήσει τὰς ; ὁδούς ; μου ἐν Χριστῷ καθὼς διδάσκω.¶ πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ
لأَنِّي لَمْ أَقْبَلْهُ مِنْ عِنْدِ إِنْسَانٍ وَلاَ عُلِّمْتُهُ. بَلْ بِإِعْلاَنِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
γὰρ ; ἐγὼ οὐδὲ παρέλαβον παρὰ ἀνθρώπου οὔτε ἐδιδάχθην ἀλλὰ δι᾽ ; ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.