ك
إصحاح
G845
G846. autós
G847
المعنى المختصر للكلمة
autós: the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي αὐτός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق autós (ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب 5246 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons

الإنجليزية — KJV Translation Tags
her it(-self) one the other (mine) own said (self-) the) same ((him-, my-, thy- )self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at, - by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man), those, together, very, which

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

αὐτῷ (284×) αὐτῷ· (187×) αὐτοῖς· (187×) αὐτοῖς (155×) αὐτὸν (99×) αὐτὸς (83×) αὐτοῦ (62×) πρὸς ; αὐτὸν (54×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَخَذُوا كَفَالَةً مِنْ يَاسُونَ وَمِنَ الْبَاقِينَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
καὶ ; λαβόντες τὸ ; ἱκανὸν παρὰ τοῦ ; Ἰάσονος καὶ τῶν ; λοιπῶν αὐτούς.¶ ἀπέλυσαν
فَآمَنَ مِنْهُمْ كَثِيرُونَ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْيُونَانِيَّاتِ الشَّرِيفَاتِ، وَمِنَ الرِّجَالِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
μὲν ; οὖν ; ἐπίστευσαν, ἐξ ; αὐτῶν Πολλοὶ καὶ τῶν ; γυναικῶν Ἑλληνίδων τῶν ; εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ; ὀλίγοι.¶
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
الإِلهُ الَّذِي خَلَقَ الْعَالَمَ وَكُلَّ مَا فِيهِ، هذَا، إِذْ هُوَ رَبُّ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ، لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَةٍ بِالأَيَادِي،
ὁ ; θεὸς ὁ ποιήσας τὸν ; κόσμον καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος ὑπάρχων κύριος οὐρανοῦ καὶ ; γῆς οὐκ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις
وَلاَ يُخْدَمُ بِأَيَادِي النَّاسِ كَأَنَّهُ مُحْتَاجٌ إِلَى شَيْءٍ، إِذْ هُوَ يُعْطِي الْجَمِيعَ حَيَاةً وَنَفْسًا وَكُلَّ شَيْءٍ.
οὐδὲ θεραπεύεται ὑπὸ ; χειρῶν ἀνθρώπων προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσιν ζωὴν καὶ ; πνοὴν καὶ ; κατὰ; πάντα·
وَصَنَعَ مِنْ دَمٍ وَاحِدٍ كُلَّ أُمَّةٍ مِنَ النَّاسِ يَسْكُنُونَ عَلَى كُلِّ وَجْهِ الأَرْضِ، وَحَتَمَ بِالأَوْقَاتِ الْمُعَيَّنَةِ وَبِحُدُودِ مَسْكَنِهِمْ،
ἐποίησέν ; τε ἐξ αἵματος ἑνὸς πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ; τῆς πρόσωπον τῆς ; γῆς, ὁρίσας καιροὺς προτεταγμένους καὶ ; τὰς ; ὁροθεσίας τῆς ; κατοικίας ; αὐτῶν
لأَنَّنَا بِهِ نَحْيَا وَنَتَحَرَّكُ وَنُوجَدُ. كَمَا قَالَ بَعْضُ شُعَرَائِكُمْ أَيْضًا: لأَنَّنَا أَيْضًا ذُرِّيَّتُهُ.
γὰρ ἐν ; αὐτῷ ζῶμεν καὶ ; κινούμεθα καὶ ; ἐσμέν, ὡς εἰρήκασιν· τινες τῶν ; καθ᾽ ; ὑμᾶς ; ποιητῶν καί γὰρ ; ἐσμέν. καὶ γένος
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
وَهكَذَا خَرَجَ بُولُسُ مِنْ وَسْطِهِمْ.
καὶ ; οὕτως ἐξῆλθεν ὁ ; Παῦλος ἐκ μέσου ; αὐτῶν.¶
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
وَلِكَوْنِهِ مِنْ صِنَاعَتِهِمَا أَقَامَ عِنْدَهُمَا وَكَانَ يَعْمَلُ، لأَنَّهُمَا كَانَا فِي صِنَاعَتِهِمَا خِيَامِيَّيْنِ.
καὶ ; διὰ ; εἶναι τὸ ; ὁμότεχνον ἔμενεν παρ᾽ ; αὐτοῖς καὶ ; ἠργάζετο· γὰρ ἦσαν τὴν; τέχνην σκηνοποιοὶ
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
فَأَقَامَ سَنَةً وَسِتَّةَ أَشْهُرٍ يُعَلِّمُ بَيْنَهُمْ بِكَلِمَةِ اللهِ.
ἐκάθισεν ; τε ἐνιαυτὸν καὶ ; ἓξ μῆνας διδάσκων ἐν ; αὐτοῖς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
وَلَمَّا كَانَ غَالِيُونُ يَتَوَلَّى أَخَائِيَةَ، قَامَ الْيَهُودُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ عَلَى بُولُسَ، وَأَتَوْا بِهِ إِلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ
δὲ ὄντος Γαλλίωνος ἀνθυπάτου τῆς ; Ἀχαΐας κατεπέστησαν οἱ ; Ἰουδαῖοι ὁμοθυμαδὸν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; βῆμα,
وَلكِنْ إِذَا كَانَ مَسْأَلَةً عَنْ كَلِمَةٍ، وَأَسْمَاءٍ، وَنَامُوسِكُمْ، فَتُبْصِرُونَ أَنْتُمْ. لأَنِّي لَسْتُ أَشَاءُ أَنْ أَكُونَ قَاضِيًا لِهذِهِ الأُمُورِ.
δὲ εἰ ἐστιν ζήτημά περὶ λόγου καὶ ; ὀνομάτων καὶ ; νόμου ; τοῦ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· γὰρ ; ἐγὼ οὐ βούλομαι εἶναι. κριτὴς τούτων
فَطَرَدَهُمْ مِنَ الْكُرْسِيِّ.
καὶ ; ἀπήλασεν ; αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ; βήματος.¶
وَأَمَّا بُولُسُ فَلَبِثَ أَيْضًا أَيَّامًا كَثِيرَةً، ثُمَّ وَدَّعَ الإِخْوَةَ وَسَافَرَ فِي الْبَحْرِ إِلَى سُورِيَّةَ، وَمَعَهُ بِرِيسْكِلاَّ وَأَكِيلاَ، بَعْدَمَا حَلَقَ رَأْسَهُ فِي كَنْخَرِيَا لأَنَّهُ كَانَ عَلَيْهِ نَذْرٌ.
δὲ Ὁ ; Παῦλος προσμείνας ἔτι ἡμέρας ἱκανάς, ἀποταξάμενος τοῖς ; ἀδελφοῖς ἐξέπλει εἰς τὴν ; Συρίαν, καὶ ; σὺν ; αὐτῷ Πρίσκιλλα καὶ ; Ἀκύλας, κειράμενος κεφαλήν· ; τὴν ἐν Κεγχρεαῖς γὰρ εἶχεν εὐχήν.
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·