المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 17: 9
Act.17.9
فَأَخَذُوا كَفَالَةً مِنْ يَاسُونَ وَمِنَ الْبَاقِينَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
καὶ ; λαβόντες τὸ ; ἱκανὸν παρὰ τοῦ ; Ἰάσονος καὶ τῶν ; λοιπῶν αὐτούς.¶ ἀπέλυσαν
أعمال الرسل 17: 12
Act.17.12
فَآمَنَ مِنْهُمْ كَثِيرُونَ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْيُونَانِيَّاتِ الشَّرِيفَاتِ، وَمِنَ الرِّجَالِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
μὲν ; οὖν ; ἐπίστευσαν, ἐξ ; αὐτῶν Πολλοὶ καὶ τῶν ; γυναικῶν Ἑλληνίδων τῶν ; εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ; ὀλίγοι.¶
أعمال الرسل 17: 15
Act.17.15
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
أعمال الرسل 17: 15
Act.17.15
وَالَّذِينَ صَاحَبُوا بُولُسَ جَاءُوا بِهِ إِلَى أَثِينَا. وَلَمَّا أَخَذُوا وَصِيَّةً إِلَى سِيلاَ وَتِيمُوثَاوُسَ أَنْ يَأْتِيَا إِلَيْهِ بِأَسْرَعِ مَا يُمْكِنُ، مَضَوْا.
οἱ ; δὲ καθιστῶντες τὸν ; Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως Ἀθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν ; Σιλᾶν καὶ ; τὸν ; Τιμόθεον ἵνα ἔλθωσιν πρὸς ; αὐτὸν ὡς ; τάχιστα ἐξῄεσαν.¶
أعمال الرسل 17: 16
Act.17.16
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
أعمال الرسل 17: 16
Act.17.16
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
أعمال الرسل 17: 16
Act.17.16
وَبَيْنَمَا بُولُسُ يَنْتَظِرُهُمَا فِي أَثِينَا احْتَدَّتْ رُوحُهُ فِيهِ، إِذْ رَأَى الْمَدِينَةَ مَمْلُؤَةً أَصْنَامًا.
δὲ τοῦ ; Παύλου ἐκδεχομένου ; αὐτοὺς Ἐν ταῖς ; Ἀθήναις παρωξύνετο τὸ ; πνεῦμα ; αὐτοῦ ἐν ; αὐτῷ θεωροῦντι τὴν ; πόλιν. κατείδωλον ; οὖσαν
أعمال الرسل 17: 18
Act.17.18
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
أعمال الرسل 17: 19
Act.17.19
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
أعمال الرسل 17: 24
Act.17.24
الإِلهُ الَّذِي خَلَقَ الْعَالَمَ وَكُلَّ مَا فِيهِ، هذَا، إِذْ هُوَ رَبُّ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ، لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَةٍ بِالأَيَادِي،
ὁ ; θεὸς ὁ ποιήσας τὸν ; κόσμον καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος ὑπάρχων κύριος οὐρανοῦ καὶ ; γῆς οὐκ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις
أعمال الرسل 17: 25
Act.17.25
وَلاَ يُخْدَمُ بِأَيَادِي النَّاسِ كَأَنَّهُ مُحْتَاجٌ إِلَى شَيْءٍ، إِذْ هُوَ يُعْطِي الْجَمِيعَ حَيَاةً وَنَفْسًا وَكُلَّ شَيْءٍ.
οὐδὲ θεραπεύεται ὑπὸ ; χειρῶν ἀνθρώπων προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσιν ζωὴν καὶ ; πνοὴν καὶ ; κατὰ; πάντα·
أعمال الرسل 17: 26
Act.17.26
وَصَنَعَ مِنْ دَمٍ وَاحِدٍ كُلَّ أُمَّةٍ مِنَ النَّاسِ يَسْكُنُونَ عَلَى كُلِّ وَجْهِ الأَرْضِ، وَحَتَمَ بِالأَوْقَاتِ الْمُعَيَّنَةِ وَبِحُدُودِ مَسْكَنِهِمْ،
ἐποίησέν ; τε ἐξ αἵματος ἑνὸς πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ; τῆς πρόσωπον τῆς ; γῆς, ὁρίσας καιροὺς προτεταγμένους καὶ ; τὰς ; ὁροθεσίας τῆς ; κατοικίας ; αὐτῶν
أعمال الرسل 17: 28
Act.17.28
لأَنَّنَا بِهِ نَحْيَا وَنَتَحَرَّكُ وَنُوجَدُ. كَمَا قَالَ بَعْضُ شُعَرَائِكُمْ أَيْضًا: لأَنَّنَا أَيْضًا ذُرِّيَّتُهُ.
γὰρ ἐν ; αὐτῷ ζῶμεν καὶ ; κινούμεθα καὶ ; ἐσμέν, ὡς εἰρήκασιν· τινες τῶν ; καθ᾽ ; ὑμᾶς ; ποιητῶν καί γὰρ ; ἐσμέν. καὶ γένος
أعمال الرسل 17: 31
Act.17.31
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
أعمال الرسل 17: 33
Act.17.33
وَهكَذَا خَرَجَ بُولُسُ مِنْ وَسْطِهِمْ.
καὶ ; οὕτως ἐξῆλθεν ὁ ; Παῦλος ἐκ μέσου ; αὐτῶν.¶
أعمال الرسل 17: 34
Act.17.34
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
أعمال الرسل 17: 34
Act.17.34
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
أعمال الرسل 18: 2
Act.18.2
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
أعمال الرسل 18: 2
Act.18.2
فَوَجَدَ يَهُودِيًّا اسْمُهُ أَكِيلاَ، بُنْطِيَّ الْجِنْسِ، كَانَ قَدْ جَاءَ حَدِيثًا مِنْ إِيطَالِيَة، وَبِرِيسْكِلاَّ امْرَأَتَهُ، لأَنَّ كُلُودِيُوسَ كَانَ قَدْ أَمَرَ أَنْ يَمْضِيَ جَمِيعُ الْيَهُودِ مِنْ رُومِيَةَ، فَجَاءَ إِلَيْهِمَا.
καὶ ; εὑρών τινα ; Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ ; γένει, ἐληλυθότα προσφάτως ἀπὸ τῆς ; Ἰταλίας, καὶ ; Πρίσκιλλαν γυναῖκα ; αὐτοῦ, διὰ τὸ ; Κλαύδιον διατεταχέναι χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ; Ἰουδαίους ἐκ Ῥώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς·
أعمال الرسل 18: 3
Act.18.3
وَلِكَوْنِهِ مِنْ صِنَاعَتِهِمَا أَقَامَ عِنْدَهُمَا وَكَانَ يَعْمَلُ، لأَنَّهُمَا كَانَا فِي صِنَاعَتِهِمَا خِيَامِيَّيْنِ.
καὶ ; διὰ ; εἶναι τὸ ; ὁμότεχνον ἔμενεν παρ᾽ ; αὐτοῖς καὶ ; ἠργάζετο· γὰρ ἦσαν τὴν; τέχνην σκηνοποιοὶ
أعمال الرسل 18: 6
Act.18.6
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
أعمال الرسل 18: 6
Act.18.6
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
أعمال الرسل 18: 8
Act.18.8
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
أعمال الرسل 18: 11
Act.18.11
فَأَقَامَ سَنَةً وَسِتَّةَ أَشْهُرٍ يُعَلِّمُ بَيْنَهُمْ بِكَلِمَةِ اللهِ.
ἐκάθισεν ; τε ἐνιαυτὸν καὶ ; ἓξ μῆνας διδάσκων ἐν ; αὐτοῖς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
أعمال الرسل 18: 12
Act.18.12
وَلَمَّا كَانَ غَالِيُونُ يَتَوَلَّى أَخَائِيَةَ، قَامَ الْيَهُودُ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ عَلَى بُولُسَ، وَأَتَوْا بِهِ إِلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ
δὲ ὄντος Γαλλίωνος ἀνθυπάτου τῆς ; Ἀχαΐας κατεπέστησαν οἱ ; Ἰουδαῖοι ὁμοθυμαδὸν τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸ ; βῆμα,
أعمال الرسل 18: 15
Act.18.15
وَلكِنْ إِذَا كَانَ مَسْأَلَةً عَنْ كَلِمَةٍ، وَأَسْمَاءٍ، وَنَامُوسِكُمْ، فَتُبْصِرُونَ أَنْتُمْ. لأَنِّي لَسْتُ أَشَاءُ أَنْ أَكُونَ قَاضِيًا لِهذِهِ الأُمُورِ.
δὲ εἰ ἐστιν ζήτημά περὶ λόγου καὶ ; ὀνομάτων καὶ ; νόμου ; τοῦ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· γὰρ ; ἐγὼ οὐ βούλομαι εἶναι. κριτὴς τούτων
أعمال الرسل 18: 16
Act.18.16
فَطَرَدَهُمْ مِنَ الْكُرْسِيِّ.
καὶ ; ἀπήλασεν ; αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ ; βήματος.¶
أعمال الرسل 18: 18
Act.18.18
وَأَمَّا بُولُسُ فَلَبِثَ أَيْضًا أَيَّامًا كَثِيرَةً، ثُمَّ وَدَّعَ الإِخْوَةَ وَسَافَرَ فِي الْبَحْرِ إِلَى سُورِيَّةَ، وَمَعَهُ بِرِيسْكِلاَّ وَأَكِيلاَ، بَعْدَمَا حَلَقَ رَأْسَهُ فِي كَنْخَرِيَا لأَنَّهُ كَانَ عَلَيْهِ نَذْرٌ.
δὲ Ὁ ; Παῦλος προσμείνας ἔτι ἡμέρας ἱκανάς, ἀποταξάμενος τοῖς ; ἀδελφοῖς ἐξέπλει εἰς τὴν ; Συρίαν, καὶ ; σὺν ; αὐτῷ Πρίσκιλλα καὶ ; Ἀκύλας, κειράμενος κεφαλήν· ; τὴν ἐν Κεγχρεαῖς γὰρ εἶχεν εὐχήν.
أعمال الرسل 18: 19
Act.18.19
فَأَقْبَلَ إِلَى أَفَسُسَ وَتَرَكَهُمَا هُنَاكَ. وَأَمَّا هُوَ فَدَخَلَ الْمَجْمَعَ وَحَاجَّ الْيَهُودَ.
Κατήντησεν; δὲ εἰς Ἔφεσον· κἀκείνους ; κατέλιπεν αὐτοῦ, δὲ αὐτὸς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ; Ἰουδαίοις.
أعمال الرسل 18: 20
Act.18.20
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·