المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 18: 20
Act.18.20
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَمْكُثَ عِنْدَهُمْ زَمَانًا أَطْوَلَ لَمْ يُجِبْ.
δὲ αὐτῶν ἐρωτώντων μεῖναι παρ᾽ ; αὐτοῖς χρόνον πλείονα οὐκ ἐπένευσεν·
أعمال الرسل 18: 21
Act.18.21
بَلْ وَدَّعَهُمْ قَائِلاً: يَنْبَغِي عَلَى كُلِّ حَال أَنْ أَعْمَلَ الْعِيدَ الْقَادِمَ فِي أُورُشَلِيمَ. وَلكِنْ سَأَرْجِعُ إِلَيْكُمْ أَيْضًا إِنْ شَاءَ اللهُ. فَأَقْلَعَ مِنْ أَفَسُسَ.
ἀλλ᾽ ἀπετάξατο; αὐτοῖς εἰπών δεῖ πάντως με ; ποιῆσαι τὴν ; ἑορτὴν τὴν ; ἐρχομένην εἰς Ἱεροσόλυμα· δὲ ἀνακάμψω πρὸς ; ὑμᾶς πάλιν θέλοντος, τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἀνήχθη ἀπὸ τῆς ; Ἐφέσου.
أعمال الرسل 18: 26
Act.18.26
وَابْتَدَأَ هذَا يُجَاهِرُ فِي الْمَجْمَعِ. فَلَمَّا سَمِعَهُ أَكِيلاَ وَبِرِيسْكِّلاَ أَخَذَاهُ إِلَيْهِمَا، وَشَرَحَا لَهُ طَرِيقَ الرَّبِّ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
τε ; ἤρξατο οὗτός παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ ; συναγωγῇ. δὲ ἀκούσαντες ; αὐτοῦ Ἀκύλας Πρίσκιλλα προσελάβοντο ; αὐτὸν ἐξέθεντο αὐτῷ τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ. ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 18: 26
Act.18.26
وَابْتَدَأَ هذَا يُجَاهِرُ فِي الْمَجْمَعِ. فَلَمَّا سَمِعَهُ أَكِيلاَ وَبِرِيسْكِّلاَ أَخَذَاهُ إِلَيْهِمَا، وَشَرَحَا لَهُ طَرِيقَ الرَّبِّ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
τε ; ἤρξατο οὗτός παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ ; συναγωγῇ. δὲ ἀκούσαντες ; αὐτοῦ Ἀκύλας Πρίσκιλλα προσελάβοντο ; αὐτὸν ἐξέθεντο αὐτῷ τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ. ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 18: 26
Act.18.26
وَابْتَدَأَ هذَا يُجَاهِرُ فِي الْمَجْمَعِ. فَلَمَّا سَمِعَهُ أَكِيلاَ وَبِرِيسْكِّلاَ أَخَذَاهُ إِلَيْهِمَا، وَشَرَحَا لَهُ طَرِيقَ الرَّبِّ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
τε ; ἤρξατο οὗτός παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ ; συναγωγῇ. δὲ ἀκούσαντες ; αὐτοῦ Ἀκύλας Πρίσκιλλα προσελάβοντο ; αὐτὸν ἐξέθεντο αὐτῷ τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ. ἀκριβέστερον
أعمال الرسل 18: 27
Act.18.27
وَإِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَجْتَازَ إِلَى أَخَائِيَةَ، كَتَبَ الإِخْوَةُ إِلَى التَّلاَمِيذِ يَحُضُّونَهُمْ أَنْ يَقْبَلُوهُ. فَلَمَّا جَاءَ سَاعَدَ كَثِيرًا بِالنِّعْمَةِ الَّذِينَ كَانُوا قَدْ آمَنُوا،
δὲ βουλομένου ; αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν ; Ἀχαΐαν, ἔγραψαν οἱ ; ἀδελφοὶ τοῖς μαθηταῖς προτρεψάμενοι ἀποδέξασθαι ; αὐτόν· ὃς ; παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ διὰ ; τῆς ; χάριτος· τοῖς πεπιστευκόσιν
أعمال الرسل 18: 27
Act.18.27
وَإِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَجْتَازَ إِلَى أَخَائِيَةَ، كَتَبَ الإِخْوَةُ إِلَى التَّلاَمِيذِ يَحُضُّونَهُمْ أَنْ يَقْبَلُوهُ. فَلَمَّا جَاءَ سَاعَدَ كَثِيرًا بِالنِّعْمَةِ الَّذِينَ كَانُوا قَدْ آمَنُوا،
δὲ βουλομένου ; αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν ; Ἀχαΐαν, ἔγραψαν οἱ ; ἀδελφοὶ τοῖς μαθηταῖς προτρεψάμενοι ἀποδέξασθαι ; αὐτόν· ὃς ; παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ διὰ ; τῆς ; χάριτος· τοῖς πεπιστευκόσιν
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 19: 3
Act.19.3
فَقَالَ لَهُمْ: فَبِمَاذَا اعْتَمَدْتُمْ. فَقَالُوا: بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
εἶπέν ; τε πρὸς ; αὐτούς· εἰς ; τί ; οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν· εἰς ; τὸ ; βάπτισμα.¶ Ἰωάννου
أعمال الرسل 19: 4
Act.19.4
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
أعمال الرسل 19: 6
Act.19.6
وَلَمَّا وَضَعَ بُولُسُ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ، فَطَفِقُوا يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَاتٍ وَيَتَنَبَّأُونَ.
καὶ ἐπιθέντος τοῦ ; Παύλου τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἦλθεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ἐλάλουν ; τε γλώσσαις καὶ ; ἐπροφήτευον.
أعمال الرسل 19: 6
Act.19.6
وَلَمَّا وَضَعَ بُولُسُ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ، فَطَفِقُوا يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَاتٍ وَيَتَنَبَّأُونَ.
καὶ ἐπιθέντος τοῦ ; Παύλου τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἦλθεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ἐλάλουν ; τε γλώσσαις καὶ ; ἐπροφήτευον.
أعمال الرسل 19: 9
Act.19.9
وَلَمَّا كَانَ قَوْمٌ يَتَقَسَّوْنَ وَلاَ يَقْنَعُونَ، شَاتِمِينَ الطَّرِيقَ أَمَامَ الْجُمْهُورِ، اعْتَزَلَ عَنْهُمْ وَأَفْرَزَ التَّلاَمِيذَ، مُحَاجًّا كُلَّ يَوْمٍ فِي مَدْرَسَةِ إِنْسَانٍ اسْمُهُ تِيرَانُّسُ.
ὡς ; δέ τινες ἐσκληρύνοντο καὶ ; ἠπείθουν κακολογοῦντες τὴν ; ὁδὸν ἐνώπιον τοῦ ; πλήθους, ἀποστὰς ἀπ᾽ ; αὐτῶν ἀφώρισεν τοὺς ; μαθητὰς διαλεγόμενος καθ᾽ ἡμέραν ἐν τῇ ; σχολῇ τινός. Τυράννου
أعمال الرسل 19: 12
Act.19.12
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
أعمال الرسل 19: 12
Act.19.12
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
أعمال الرسل 19: 12
Act.19.12
حَتَّى كَانَ يُؤْتَى عَنْ جَسَدِهِ بِمَنَادِيلَ أَوْ مَآزِرَ إِلَى الْمَرْضَى، فَتَزُولُ عَنْهُمُ الأَمْرَاضُ، وَتَخْرُجُ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ مِنْهُمْ.
ὥστε ; καὶ ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ ; χρωτὸς ; αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια ἐπὶ τοὺς ; ἀσθενοῦντας καὶ ; ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾽ ; αὐτῶν τὰς ; νόσους τε ; ἐξέρχεσθαι τά ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ ἀπ᾽ ; αὐτῶν.¶
أعمال الرسل 19: 16
Act.19.16
فَوَثَبَ عَلَيْهِمُ الإِنْسَانُ الَّذِي كَانَ فِيهِ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ، وَغَلَبَهُمْ وَقَوِيَ عَلَيْهِمْ، حَتَّى هَرَبُوا مِنْ ذلِكَ الْبَيْتِ عُرَاةً وَمُجَرَّحِينَ.
καὶ ; ἐφαλλόμενος ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὁ ; ἄνθρωπος ᾧ ἦν ἐν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρόν, ἴσχυσεν ; κατ᾽ ; αὐτῶν, κατακυριεύσας αὐτῶν ὥστε ἐκφυγεῖν ἐκ ἐκείνου. τοῦ ; οἴκου γυμνοὺς καὶ ; τετραυματισμένους
أعمال الرسل 19: 16
Act.19.16
فَوَثَبَ عَلَيْهِمُ الإِنْسَانُ الَّذِي كَانَ فِيهِ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ، وَغَلَبَهُمْ وَقَوِيَ عَلَيْهِمْ، حَتَّى هَرَبُوا مِنْ ذلِكَ الْبَيْتِ عُرَاةً وَمُجَرَّحِينَ.
καὶ ; ἐφαλλόμενος ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὁ ; ἄνθρωπος ᾧ ἦν ἐν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρόν, ἴσχυσεν ; κατ᾽ ; αὐτῶν, κατακυριεύσας αὐτῶν ὥστε ἐκφυγεῖν ἐκ ἐκείνου. τοῦ ; οἴκου γυμνοὺς καὶ ; τετραυματισμένους
أعمال الرسل 19: 16
Act.19.16
فَوَثَبَ عَلَيْهِمُ الإِنْسَانُ الَّذِي كَانَ فِيهِ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ، وَغَلَبَهُمْ وَقَوِيَ عَلَيْهِمْ، حَتَّى هَرَبُوا مِنْ ذلِكَ الْبَيْتِ عُرَاةً وَمُجَرَّحِينَ.
καὶ ; ἐφαλλόμενος ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὁ ; ἄνθρωπος ᾧ ἦν ἐν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρόν, ἴσχυσεν ; κατ᾽ ; αὐτῶν, κατακυριεύσας αὐτῶν ὥστε ἐκφυγεῖν ἐκ ἐκείνου. τοῦ ; οἴκου γυμνοὺς καὶ ; τετραυματισμένους
أعمال الرسل 19: 17
Act.19.17
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
أعمال الرسل 19: 18
Act.19.18
وَكَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ آمَنُوا يَأْتُونَ مُقِرِّينَ وَمُخْبِرِينَ بِأَفْعَالِهِمْ،
τε πολλοί τῶν ; πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ; ἀναγγέλλοντες τὰς ; πράξεις ; αὐτῶν.
أعمال الرسل 19: 19
Act.19.19
وَكَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ يَسْتَعْمِلُونَ السِّحْرَ يَجْمَعُونَ الْكُتُبَ وَيُحَرِّقُونَهَا أَمَامَ الْجَمِيعِ. وَحَسَبُوا أَثْمَانَهَا فَوَجَدُوهَا خَمْسِينَ أَلْفًا مِنَ الْفِضَّةِ.
δὲ ἱκανοὶ τῶν ; πραξάντων τὰ ; περίεργα συνενέγκαντες τὰς ; βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ ; συνεψήφισαν τὰς ; τιμὰς ; αὐτῶν καὶ ; εὗρον πέντε. μυριάδας ἀργυρίου
أعمال الرسل 19: 22
Act.19.22
فَأَرْسَلَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ اثْنَيْنِ مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يَخْدِمُونَهُ: تِيمُوثَاوُسَ وَأَرَسْطُوسَ، وَلَبِثَ هُوَ زَمَانًا فِي أَسِيَّا.
ἀποστείλας ; δὲ εἰς τὴν ; Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων ; αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ ; Ἔραστον, ἐπέσχεν αὐτὸς χρόνον εἰς τὴν ; Ἀσίαν.¶
أعمال الرسل 19: 22
Act.19.22
فَأَرْسَلَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ اثْنَيْنِ مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يَخْدِمُونَهُ: تِيمُوثَاوُسَ وَأَرَسْطُوسَ، وَلَبِثَ هُوَ زَمَانًا فِي أَسِيَّا.
ἀποστείλας ; δὲ εἰς τὴν ; Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων ; αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ ; Ἔραστον, ἐπέσχεν αὐτὸς χρόνον εἰς τὴν ; Ἀσίαν.¶
أعمال الرسل 19: 27
Act.19.27
فَلَيْسَ نَصِيبُنَا هذَا وَحْدَهُ خَطَرٍ مِنْ أَنْ يَحْصُلَ فِي إِهَانَةٍ، بَلْ أَيْضًا هَيْكَلُ أَرْطَامِيسَ، الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ، أَنْ يُحْسَبَ لاَ شَيْءَ، وَأَنْ سَوْفَ تُهْدَمُ عَظَمَتُهَا، هِيَ الَّتِي يَعْبُدُهَا جَمِيعُ أَسِيَّا وَالْمَسْكُونَةِ.
οὐ ; μόνον τὸ ; μέρος τοῦτο μόνον κινδυνεύει ἐλθεῖν εἰς ἀπελεγμὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ; ἱερὸν Ἀρτέμιδος τῆς ; θεᾶς μεγάλης λογισθῆναι, εἰς ; οὐθὲν δὲ ; καὶ μέλλειν ; καθαιρεῖσθαι μεγαλειότητα; αὐτῆς ἣν σέβεται.¶ ὅλη ἡ ; Ἀσία καὶ ; ἡ ; οἰκουμένη
أعمال الرسل 19: 30
Act.19.30
وَلَمَّا كَانَ بُولُسُ يُرِيدُ أَنْ يَدْخُلَ بَيْنَ الشَّعْبِ، لَمْ يَدَعْهُ التَّلاَمِيذُ.
δὲ Τοῦ ; Παύλου βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; δῆμον οὐκ εἴων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταί·
أعمال الرسل 19: 31
Act.19.31
وَأُنَاسٌ مِنْ وُجُوهِ أَسِيَّا، كَانُوا أَصْدِقَاءَهُ، أَرْسَلُوا يَطْلُبُونَ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يُسَلِّمَ نَفْسَهُ إِلَى الْمَشْهَدِ.
τινὲς ; δὲ τῶν Ἀσιαρχῶν ὄντες αὐτῷ ; φίλοι, πέμψαντες παρεκάλουν πρὸς ; αὐτὸν μὴ ; δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ ; θέατρον.
أعمال الرسل 19: 33
Act.19.33
فَاجْتَذَبُوا إِسْكَنْدَرَ مِنَ الْجَمْعِ، وَكَانَ الْيَهُودُ يَدْفَعُونَهُ. فَأَشَارَ إِسْكَنْدَرُ بِيَدِهِ يُرِيدُ أَنْ يَحْتَجَّ لِلشَّعْبِ.
δὲ ; προεβίβασαν Ἀλέξανδρον ἐκ τοῦ ; ὄχλου τῶν ; Ἰουδαίων· προβαλόντων ; αὐτὸν δὲ ; κατασείσας Ἀλέξανδρος τὴν ; χεῖρα ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι τῷ ; δήμῳ.
أعمال الرسل 19: 38
Act.19.38
فَإِنْ كَانَ دِيمِتْرِيُوسُ وَالصُّنَّاعُ الَّذِينَ مَعَهُ لَهُمْ دَعْوَى عَلَى أَحَدٍ، فَإِنَّهُ تُقَامُ أَيَّامٌ لِلْقَضَاءِ، وَيُوجَدُ وُلاَةٌ، فَلْيُرَافِعُوا بَعْضُهُمْ بَعْضًا.
εἰ ; οὖν μὲν Δημήτριος καὶ ; οἱ ; τεχνῖται σὺν αὐτῷ ἔχουσι λόγον, πρός τινα ἄγονται ἀγοραῖοι καὶ ; εἰσιν· ἀνθύπατοί ἐγκαλείτωσαν ἀλλήλοις.