المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 7: 6
Act.7.6
وَتَكَلَّمَ اللهُ هكَذَا: أَنْ يَكُونَ نَسْلُهُ مُتَغَرِّبًا فِي أَرْضٍ غَرِيبَةٍ، فَيَسْتَعْبِدُوهُ وَيُسِيئُوا إِلَيْهِ أَرْبَعَ مِئَةِ سَنَةٍ،
ἐλάλησεν ; δὲ ὁ ; θεός, οὕτως ὅτι ἔσται τὸ ; σπέρμα ; αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ καὶ ; δουλώσουσιν ; αὐτὸ καὶ ; κακώσουσιν τετρακόσια. ἔτη
أعمال الرسل 7: 8
Act.7.8
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
أعمال الرسل 7: 8
Act.7.8
وَأَعْطَاهُ عَهْدَ الْخِتَانِ، وَهكَذَا وَلَدَ إِسْحَاقَ وَخَتَنَهُ فِي الْيَوْمِ الثَّامِنِ. وَإِسْحَاقُ يَعْقُوبَ، وَيَعْقُوبُ رُؤَسَاءَ الآبَاءِ الاثْنَيْ عَشَرَ.
καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ ; οὕτως ἐγέννησεν τὸν ; Ἰσαὰκ καὶ ; περιέτεμεν ; αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ; ὀγδόῃ, καὶ ; ὁ ; Ἰσαὰκ τὸν ; Ἰακώβ, καὶ ; ὁ ; Ἰακὼβ τοὺς ; πατριάρχας. δώδεκα
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 10
Act.7.10
وَأَنْقَذَهُ مِنْ جَمِيعِ ضِيقَاتِهِ، وَأَعْطَاهُ نِعْمَةً وَحِكْمَةً أَمَامَ فِرْعَوْنَ مَلِكِ مِصْرَ، فَأَقَامَهُ مُدَبِّرًا عَلَى مِصْرَ وَعَلَى كُلِّ بَيْتِهِ.
καὶ ; ἐξείλατο ; αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν ; θλίψεων ; αὐτοῦ καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτῷ χάριν καὶ ; σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου καὶ ; κατέστησεν ; αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾽ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.
أعمال الرسل 7: 13
Act.7.13
وَفِي الْمَرَّةِ الثَّانِيَةِ اسْتَعْرَفَ يُوسُفُ إِلَى إِخْوَتِهِ، وَاسْتَعْلَنَتْ عَشِيرَةُ يُوسُفَ لِفِرْعَوْنَ.
ἐν ; καὶ τῷ ; δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ; ἀδελφοῖς ; αὐτοῦ, καὶ ; φανερὸν ; ἐγένετο τὸ ; γένος τοῦ ; Ἰωσήφ. τῷ ; Φαραὼ
أعمال الرسل 7: 14
Act.7.14
فَأَرْسَلَ يُوسُفُ وَاسْتَدْعَى أَبَاهُ يَعْقُوبَ وَجَمِيعَ عَشِيرَتِهِ، خَمْسَةً وَسَبْعِينَ نَفْسًا.
ἀποστείλας ; δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ ; πᾶσαν τὴν ; συγγένειαν ; αὐτοῦ πέντε. ἑβδομήκοντα ψυχαῖς
أعمال الرسل 7: 14
Act.7.14
فَأَرْسَلَ يُوسُفُ وَاسْتَدْعَى أَبَاهُ يَعْقُوبَ وَجَمِيعَ عَشِيرَتِهِ، خَمْسَةً وَسَبْعِينَ نَفْسًا.
ἀποστείλας ; δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν ; πατέρα ; αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ ; πᾶσαν τὴν ; συγγένειαν ; αὐτοῦ πέντε. ἑβδομήκοντα ψυχαῖς
أعمال الرسل 7: 15
Act.7.15
فَنَزَلَ يَعْقُوبُ إِلَى مِصْرَ وَمَاتَ هُوَ وَآبَاؤُنَا،
κατέβη ; δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ; ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ ; οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν
أعمال الرسل 7: 19
Act.7.19
فَاحْتَالَ هذَا عَلَى جِنْسِنَا وَأَسَاءَ إِلَى آبَائِنَا، حَتَّى جَعَلُوا أَطْفَالَهُمْ مَنْبُوذِينَ لِكَيْ لاَ يَعِيشُوا.
κατασοφισάμενος οὗτος τὸ ; γένος ; ἡμῶν ἐκάκωσεν τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν τοῦ ; ποιεῖν τὰ ; βρέφη ἔκθετα ; αὐτῶν εἰς μὴ ζῳογονεῖσθαι. ; τὸ
أعمال الرسل 7: 20
Act.7.20
وَفِي ذلِكَ الْوَقْتِ وُلِدَ مُوسَى وَكَانَ جَمِيلاً جِدًّا، فَرُبِّيَ هذَا ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ فِي بَيْتِ أَبِيهِ.
ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς καὶ ἀστεῖος τῷ ; θεῷ· ὃς ; ἀνετράφη τρεῖς μῆνας ἐν τῷ ; οἴκῳ τοῦ ; πατρός ; αὐτοῦ·
أعمال الرسل 7: 21
Act.7.21
وَلَمَّا نُبِذَ، اتَّخَذَتْهُ ابْنَةُ فِرْعَوْنَ وَرَبَّتْهُ لِنَفْسِهَا ابْنًا.
δὲ Ἐκτεθέντα; αὐτόν ἀνείλατο ; αὐτὸν ἡ ; θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ; ἀνεθρέψατο ; αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς ; υἱόν.
أعمال الرسل 7: 21
Act.7.21
وَلَمَّا نُبِذَ، اتَّخَذَتْهُ ابْنَةُ فِرْعَوْنَ وَرَبَّتْهُ لِنَفْسِهَا ابْنًا.
δὲ Ἐκτεθέντα; αὐτόν ἀνείλατο ; αὐτὸν ἡ ; θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ; ἀνεθρέψατο ; αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς ; υἱόν.
أعمال الرسل 7: 21
Act.7.21
وَلَمَّا نُبِذَ، اتَّخَذَتْهُ ابْنَةُ فِرْعَوْنَ وَرَبَّتْهُ لِنَفْسِهَا ابْنًا.
δὲ Ἐκτεθέντα; αὐτόν ἀνείλατο ; αὐτὸν ἡ ; θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ; ἀνεθρέψατο ; αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς ; υἱόν.
أعمال الرسل 7: 23
Act.7.23
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 7: 23
Act.7.23
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 7: 23
Act.7.23
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 7: 25
Act.7.25
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
أعمال الرسل 7: 25
Act.7.25
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
أعمال الرسل 7: 25
Act.7.25
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
أعمال الرسل 7: 26
Act.7.26
الْيَوْمِ الثَّانِي ظَهَرَ لَهُمْ وَهُمْ يَتَخَاصَمُونَ، فَسَاقَهُمْ إِلَى السَّلاَمَةِ قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنْتُمْ إِخْوَةٌ. لِمَاذَا تَظْلِمُونَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
ἡμέρᾳ τῇ ; ἐπιούσῃ ὤφθη αὐτοῖς καὶ μαχομένοις συνήλασεν; αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ὑμεῖς· ἀδελφοί ; ἐστε ἱνατί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;
أعمال الرسل 7: 26
Act.7.26
الْيَوْمِ الثَّانِي ظَهَرَ لَهُمْ وَهُمْ يَتَخَاصَمُونَ، فَسَاقَهُمْ إِلَى السَّلاَمَةِ قَائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ، أَنْتُمْ إِخْوَةٌ. لِمَاذَا تَظْلِمُونَ بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
ἡμέρᾳ τῇ ; ἐπιούσῃ ὤφθη αὐτοῖς καὶ μαχομένοις συνήλασεν; αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ὑμεῖς· ἀδελφοί ; ἐστε ἱνατί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;
أعمال الرسل 7: 27
Act.7.27
فَالَّذِي كَانَ يَظْلِمُ قَرِيبَهُ دَفَعَهُ قَائِلاً: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا عَلَيْنَا.
ὁ ; δὲ ἀδικῶν τὸν ; πλησίον ἀπώσατο ; αὐτὸν εἰπών· τίς κατέστησεν ; σε ἄρχοντα καὶ ; δικαστὴν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς
أعمال الرسل 7: 30
Act.7.30
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَرْبَعُونَ سَنَةً، ظَهَرَ لَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ فِي بَرِّيَّةِ جَبَلِ سِينَاءَ فِي لَهِيبِ نَارِ عُلَّيْقَةٍ.
καὶ ; πληρωθέντων τεσσεράκοντα ἐτῶν ὤφθη αὐτῷ ἄγγελος κυρίου ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τοῦ ; ὄρους Σινᾶ ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.
أعمال الرسل 7: 31
Act.7.31
فَلَمَّا رَأَى مُوسَى تَعَجَّبَ مِنَ الْمَنْظَرِ. وَفِيمَا هُوَ يَتَقَدَّمُ لِيَتَطَلَّعَ، صَارَ إِلَيْهِ صَوْتُ الرَّبِّ:
δὲ ἰδὼν ὁ ; Μωϋσῆς ἐθαύμαζεν τὸ ; ὅραμα· δὲ αὐτοῦ προσερχομένου κατανοῆσαι, ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ κυρίου
أعمال الرسل 7: 31
Act.7.31
فَلَمَّا رَأَى مُوسَى تَعَجَّبَ مِنَ الْمَنْظَرِ. وَفِيمَا هُوَ يَتَقَدَّمُ لِيَتَطَلَّعَ، صَارَ إِلَيْهِ صَوْتُ الرَّبِّ:
δὲ ἰδὼν ὁ ; Μωϋσῆς ἐθαύμαζεν τὸ ; ὅραμα· δὲ αὐτοῦ προσερχομένου κατανοῆσαι, ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ κυρίου
أعمال الرسل 7: 33
Act.7.33
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اخْلَعْ نَعْلَ رِجْلَيْكَ، لأَنَّ الْمَوْضِعَ الَّذِي أَنْتَ وَاقِفٌ عَلَيْهِ أَرْضٌ مُقَدَّسَةٌ.
εἶπεν ; δὲ αὐτῷ ὁ ; κύριος· λῦσον τὸ ; ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν ; σου· γὰρ ὁ ; τόπος ᾧ ἕστηκας ἐν γῆ ἐστίν. ; ἁγία