ك
إصحاح
G739
G740. ártos
G741
المعنى المختصر للكلمة
ártos: bread (as raised) or a loaf
اللفظ الأصلي ἄρτος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ártos (ar-tos)
تكرار الورود في الكتاب 95 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

bread (as raised) or a loaf

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(shew-)bread loaf

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἄρτον (18×) ἄρτους (16×) τὸν ; ἄρτον (11×) τοὺς ; ἄρτους (10×) ὁ ; ἄρτος (7×) ἄρτον, (4×) ἄρτοι (4×) ἄρτους, (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (95 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَجَمَعُوا وَمَلأُوا اثْنَتَيْ عَشْرَةَ قُفَّةً مِنَ الْكِسَرِ، مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةِ الشَّعِيرِ، الَّتِي فَضَلَتْ عَنِ الآكِلِينَ.
συνήγαγον ; οὖν καὶ ; ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων ἐκ τῶν ; πέντε ἄρτων τῶν ; κριθίνων ἃ ἐπερίσσευσεν τοῖς ; βεβρωκόσιν.¶
غَيْرَ أَنَّهُ جَاءَتْ سُفُنٌ مِنْ طَبَرِيَّةَ إِلَى قُرْبِ الْمَوْضِعِ الَّذِي أَكَلُوا فِيهِ الْخُبْزَ، إِذْ شَكَرَ الرَّبُّ.
ἄλλα ; δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ ; τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ; ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ ; κυρίου.
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ مُوسَى أَعْطَاكُمُ الْخُبْزَ مِنَ السَّمَاءِ، بَلْ أَبِي يُعْطِيكُمُ الْخُبْزَ الْحَقِيقِيَّ مِنَ السَّمَاءِ،
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου δίδωσιν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον τὸν ; ἀληθινόν. ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَيْسَ مُوسَى أَعْطَاكُمُ الْخُبْزَ مِنَ السَّمَاءِ، بَلْ أَبِي يُعْطِيكُمُ الْخُبْزَ الْحَقِيقِيَّ مِنَ السَّمَاءِ،
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ; πατήρ ; μου δίδωσιν ; ὑμῖν τὸν ; ἄρτον τὸν ; ἀληθινόν. ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ
لأَنَّ خُبْزَ اللهِ هُوَ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ الْوَاهِبُ حَيَاةً لِلْعَالَمِ.
γὰρ ὁ ; ἄρτος τοῦ ; θεοῦ ἐστιν ὁ ; καταβαίνων ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ καὶ ; διδοὺς ζωὴν τῷ ; κόσμῳ.¶
فَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَعْطِنَا فِي كُلِّ حِينٍ هذَا الْخُبْزَ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· κύριε, δὸς ; ἡμῖν πάντοτε τοῦτον.¶ τὸν ; ἄρτον
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ. مَنْ يُقْبِلْ إِلَيَّ فَلاَ يَجُوعُ، وَمَنْ يُؤْمِنْ بِي فَلاَ يَعْطَشُ أَبَدًا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ πεινάσῃ, καὶ ; ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμὲ οὐ ; μὴ διψήσῃ πώποτε.
فَكَانَ الْيَهُودُ يَتَذَمَّرُونَ عَلَيْهِ لأَنَّهُ قَالَ: أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ.
οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι Ἐγόγγυζον περὶ ; αὐτοῦ ὅτι εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβὰς ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ·
أَنَا هُوَ خُبْزُ الْحَيَاةِ.
ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος τῆς ; ζωῆς.
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
لَسْتُ أَقُولُ عَنْ جَمِيعِكُمْ. أَنَا أَعْلَمُ الَّذِينَ اخْتَرْتُهُمْ. لكِنْ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ: اَلَّذِي يَأْكُلُ مَعِي الْخُبْزَ رَفَعَ عَلَيَّ عَقِبَهُ.
οὐ λέγω· περὶ πάντων ; ὑμῶν ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ᾽ ἵνα ; πληρωθῇ· ἡ ; γραφὴ ὁ τρώγων μετ᾽ ; ἐμοῦ τὸν ; ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾽ ; ἐμὲ τὴν ; πτέρναν ; αὐτοῦ.¶
فَلَمَّا خَرَجُوا إِلَى الأَرْضِ نَظَرُوا جَمْرًا مَوْضُوعًا وَسَمَكًا مَوْضُوعًا عَلَيْهِ وَخُبْزًا.
Ὡς ; οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν ; γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ; ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ; ἄρτον.
ثُمَّ جَاءَ يَسُوعُ وَأَخَذَ الْخُبْزَ وَأَعْطَاهُمْ وَكَذلِكَ السَّمَكَ.
οὖν Ἔρχεται ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; λαμβάνει τὸν ; ἄρτον καὶ ; δίδωσιν ; αὐτοῖς καὶ ; ὁμοίως. τὸ ; ὀψάριον
وَكَانُوا يُواظِبُونَ عَلَى تَعْلِيمِ الرُّسُلِ، وَالشَّرِكَةِ، وَكَسْرِ الْخُبْزِ، وَالصَّلَوَاتِ.
Ἦσαν ; δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῇ ; κοινωνίᾳ, καὶ ; τῇ ; κλάσει τοῦ ; ἄρτου καὶ ; ταῖς ; προσευχαῖς.
وَكَانُوا كُلَّ يَوْمٍ يُواظِبُونَ فِي الْهَيْكَلِ بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ. يَكْسِرُونَ الْخُبْزَ فِي الْبُيُوتِ، كَانُوا يَتَنَاوَلُونَ الطَّعَامَ بِابْتِهَاجٍ وَبَسَاطَةِ قَلْبٍ،
τε καθ᾽ ; ἡμέραν προσκαρτεροῦντες ἐν τῷ ; ἱερῷ, ὁμοθυμαδὸν κλῶντές ἄρτον τε ; κατ᾽ ; οἶκον μετελάμβανον τροφῆς ἀγαλλιάσει ; ἐν καὶ ; ἀφελότητι καρδίας
وَفِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ إِذْ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِيَكْسِرُوا خُبْزًا، خَاطَبَهُمْ بُولُسُ وَهُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَمْضِيَ فِي الْغَدِ، وَأَطَالَ الْكَلاَمَ إِلَى نِصْفِ اللَّيْلِ.
Ἐν ; δὲ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων τῶν; μαθητῶν συνηγμένων τοῦ ; κλάσαι ἄρτον διελέγετο ; αὐτοῖς ὁ ; Παῦλος μέλλων ἐξιέναι τῇ ἐπαύριον παρέτεινέν ; τε τὸν ; λόγον μέχρι μεσονυκτίου·
ثُمَّ صَعِدَ وَكَسَّرَ خُبْزًا وَأَكَلَ وَتَكَلَّمَ كَثِيرًا إِلَى الْفَجْرِ. وَهكَذَا خَرَجَ.
δὲ ἀναβὰς καὶ ; κλάσας ἄρτον καὶ ; γευσάμενος, τε ; ὁμιλήσας ἐφ᾽ ; ἱκανόν ἄχρι αὐγῆς, οὕτως ἐξῆλθεν.
وَلَمَّا قَالَ هذَا أَخَذَ خُبْزًا وَشَكَرَ اللهَ أَمَامَ الْجَمِيعِ، وَكَسَّرَ، وَابْتَدَأَ يَأْكُلُ.
δὲ Εἴπας ταῦτα καὶ ; λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησεν τῷ ; θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ ; κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
كَأْسُ الْبَرَكَةِ الَّتِي نُبَارِكُهَا، أَلَيْسَتْ هِيَ شَرِكَةَ دَمِ الْمَسِيحِ. الْخُبْزُ الَّذِي نَكْسِرُهُ، أَلَيْسَ هُوَ شَرِكَةَ جَسَدِ الْمَسِيحِ.
τὸ ; ποτήριον τῆς ; εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ ἐστὶν κοινωνία τοῦ ; αἵματος τοῦ ; Χριστοῦ; τὸν ; ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ ἐστιν; κοινωνία τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ
فَإِنَّنَا نَحْنُ الْكَثِيرِينَ خُبْزٌ وَاحِدٌ، جَسَدٌ وَاحِدٌ، لأَنَّنَا جَمِيعَنَا نَشْتَرِكُ فِي الْخُبْزِ الْوَاحِدِ.
ὅτι ἐσμεν· πολλοί ἄρτος εἷς σῶμα ἓν γὰρ πάντες μετέχομεν.¶ ἐκ τοῦ ; ἄρτου ἑνὸς
فَإِنَّنَا نَحْنُ الْكَثِيرِينَ خُبْزٌ وَاحِدٌ، جَسَدٌ وَاحِدٌ، لأَنَّنَا جَمِيعَنَا نَشْتَرِكُ فِي الْخُبْزِ الْوَاحِدِ.
ὅτι ἐσμεν· πολλοί ἄρτος εἷς σῶμα ἓν γὰρ πάντες μετέχομεν.¶ ἐκ τοῦ ; ἄρτου ἑνὸς
لأَنَّنِي تَسَلَّمْتُ مِنَ الرَّبِّ مَا سَلَّمْتُكُمْ أَيْضًا: إِنَّ الرَّبَّ يَسُوعَ فِي اللَّيْلَةِ الَّتِي أُسْلِمَ فِيهَا، أَخَذَ خُبْزًا
ἐγὼ ; γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ ; κυρίου ὃ παρέδωκα καὶ ὅτι ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ ; νυκτὶ ᾗ ; παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον,
فَإِنَّكُمْ كُلَّمَا أَكَلْتُمْ هذَا الْخُبْزَ وَشَرِبْتُمْ هذِهِ الْكَأْسَ، تُخْبِرُونَ بِمَوْتِ الرَّبِّ إِلَى أَنْ يَجِيءَ.
γὰρ ὁσάκις ; ἂν ἐσθίητε τοῦτον ἄρτον καὶ ; πίνητε, τοῦτο τὸ ; ποτήριον καταγγέλλετε τὸν ; θάνατον τοῦ ; κυρίου ἄχρι οὗ ; ἂν ἔλθῃ.¶
إِذًا أَيُّ مَنْ أَكَلَ هذَا الْخُبْزَ، أَوْ شَرِبَ كَأْسَ الرَّبِّ، بِدُونِ اسْتِحْقَاق، يَكُونُ مُجْرِمًا فِي جَسَدِ الرَّبِّ وَدَمِهِ.
Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τοῦτον τὸν ; ἄρτον ἢ πίνῃ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; κυρίου ἀναξίως ἔσται ἔνοχος τοῦ σώματος τοῦ ; κυρίου. καὶ ; τοῦ ; αἵματος