ك
إصحاح
G680
G681. háptō
G682
المعنى المختصر للكلمة
háptō: properly, to fasten to, i.e. (specially) to set on fire
اللفظ الأصلي ἅπτω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق háptō (hap-to)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

properly, to fasten to, i.e. (specially) to set on fire

الإنجليزية — KJV Translation Tags
kindle light

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἥψατο (10×) ἅψωμαι (2×) ἅψας (2×) ἵνα ; αὐτῶν ; ἅπτηται· (1×) ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται (1×) ἥψαντο (1×) Ἁψάντων (1×) ἅψῃ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَمَدَّ يَسُوعُ يَدَهُ وَلَمَسَهُ قَائِلاً: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ.. وَلِلْوَقْتِ طَهُرَ بَرَصُهُ.
καὶ ; ἐκτείνας ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἥψατο λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ ; εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ; ἡ ; λέπρα.
فَلَمَسَ يَدَهَا فَتَرَكَتْهَا الْحُمَّى، فَقَامَتْ وَخَدَمَتْهُمْ.
καὶ ; ἥψατο τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς, καὶ ; ἀφῆκεν ; αὐτὴν ὁ ; πυρετός. καὶ ; ἠγέρθη καὶ ; διηκόνει ; αὐτοῖς
وَإِذَا امْرَأَةٌ نَازِفَةُ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً قَدْ جَاءَتْ مِنْ وَرَائِهِ وَمَسَّتْ هُدْبَ ثَوْبِهِ،
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ.
لأَنَّهَا قَالَتْ فِي نَفْسِهَا: إِنْ مَسَسْتُ ثَوْبَهُ فَقَطْ شُفِيتُ.
γὰρ ἔλεγεν ἐν ἑαυτῇ· ἐὰν ἅψωμαι τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ, μόνον σωθήσομαι.¶
حِينَئِذٍ لَمَسَ أَعْيُنَهُمَا قَائِلاً: بِحَسَب إِيمَانِكُمَا لِيَكُنْ لَكُمَا.
τότε ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν ; πίστιν ; ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.
متى 14: 36 Mat.14.36
وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا هُدْبَ ثَوْبِهِ فَقَطْ. فَجَمِيعُ الَّذِينَ لَمَسُوهُ نَالُوا الشِّفَاءَ.
καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ· μόνον καὶ ; ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.¶
متى 14: 36 Mat.14.36
وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا هُدْبَ ثَوْبِهِ فَقَطْ. فَجَمِيعُ الَّذِينَ لَمَسُوهُ نَالُوا الشِّفَاءَ.
καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ· μόνον καὶ ; ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.¶
متى 20: 34 Mat.20.34
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَلَمَسَ أَعْيُنَهُمَا، فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَتْ أَعْيُنُهُمَا فَتَبِعَاهُ.
σπλαγχνισθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν; αὐτῶν, καὶ ; εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοί καὶ ; ἠκολούθησαν ; αὐτῷ.¶
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَمَدَّ يَدَهُ وَلَمَسَهُ وَقَالَ لَهُ: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ..
δὲ; σπλαγχνισθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἥψατο καὶ ; λέγει αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι.
لأَنَّهُ كَانَ قَدْ شَفَى كَثِيرِينَ، حَتَّى وَقَعَ عَلَيْهِ لِيَلْمِسَهُ كُلُّ مَنْ فِيهِ دَاءٌ.
γὰρ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας.
لَمَّا سَمِعَتْ بِيَسُوعَ، جَاءَتْ فِي الْجَمْعِ مِنْ وَرَاءٍ، وَمَسَّتْ ثَوْبَهُ،
ἀκούσασα περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ, ἐν τῷ ; ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ·
لأَنَّهَا قَالَتْ: إِنْ مَسَسْتُ وَلَوْ ثِيَابَهُ شُفِيتُ.
γὰρ ἔλεγεν ὅτι ; ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ; ἱματίων ; αὐτοῦ σωθήσομαι.¶
فَلِلْوَقْتِ الْتَفَتَ يَسُوعُ بَيْنَ الْجَمْعِ شَاعِرًا فِي نَفْسِهِ بِالْقُوَّةِ الَّتِي خَرَجَتْ مِنْهُ، وَقَالَ: مَنْ لَمَسَ ثِيَابِي.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπιστραφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ὄχλῳ ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ; δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐξ ; αὐτοῦ ἔλεγεν· τίς ἥψατο τῶν ; ἱματίων;¶
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
فَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ الْجَمْعِ عَلَى نَاحِيَةٍ، وَوَضَعَ أَصَابِعَهُ فِي أُذُنَيْهِ وَتَفَلَ وَلَمَسَ لِسَانَهُ،
καὶ ; ἀπολαβόμενος ; αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου κατ᾽ ; ἰδίαν ἔβαλεν τοὺς ; δακτύλους ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὦτα ; αὐτοῦ, καὶ ; πτύσας ἥψατο τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ,
وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَعْمَى وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسَهُ،
Καὶ ; ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδάν, καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ ; παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ; ἅψηται.
وَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَوْلاَدًا لِكَيْ يَلْمِسَهُمْ. وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَانْتَهَرُوا الَّذِينَ قَدَّمُوهُمْ.
Καὶ ; προσέφερον αὐτῷ παιδία ἵνα αὐτῶν ; ἅψηται· δὲ οἱ ; μαθηταὶ ἐπετίμων τοῖς; προσφέρουσιν.
ثُمَّ تَقَدَّمَ وَلَمَسَ النَّعْشَ، فَوَقَفَ الْحَامِلُونَ. فَقَالَ: أَيُّهَا الشَّابُّ، لَكَ أَقُولُ: قُمْ..
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς ; σοροῦ· δὲ ; ἔστησαν· οἱ ; βαστάζοντες καὶ ; εἶπεν· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
جَاءَتْ مِنْ وَرَائِهِ وَلَمَسَتْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. فَفِي الْحَالِ وَقَفَ نَزْفُ دَمِهَا.
προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ, καὶ ; παραχρῆμα ἔστη ἡ ; ῥύσις τοῦ ; αἵματος ; αὐτῆς.
لَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيَضَعُهُ فِي خِفْيَةٍ، وَلاَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ، بَلْ عَلَى الْمَنَارَةِ، لِكَيْ يَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον τίθησιν εἰς κρυπτόν οὐδὲ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν ἵνα βλέπωσιν.¶ οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φέγγος
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ الأَطْفَالَ أَيْضًا لِيَلْمِسَهُمْ، فَلَمَّا رَآهُمُ التَّلاَمِيذُ انْتَهَرُوهُمْ.
Προσέφερον ; δὲ αὐτῷ τὰ ; βρέφη καὶ ἵνα ; αὐτῶν ; ἅπτηται· δὲ ἰδόντες οἱ ; μαθηταὶ ἐπετίμησαν; αὐτοῖς.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وقَالَ: دَعُوا إِلَى هذَا. وَلَمَسَ أُذْنَهُ وَأَبْرَأَهَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἐᾶτε ἕως τούτου. καὶ ; ἁψάμενος τοῦ ; ὠτίου ; αὐτοῦ ἰάσατο ; αὐτόν.
وَلَمَّا أَضْرَمُوا نَارًا فِي وَسْطِ الدَّارِ وَجَلَسُوا مَعًا، جَلَسَ بُطْرُسُ بَيْنَهُمْ.
δὲ Ἁψάντων πῦρ ἐν μέσῳ τῆς ; αὐλῆς καὶ ; συγκαθισάντων ; αὐτῶν ἐκάθητο ὁ ; Πέτρος ἐν ; μέσῳ; αὐτῶν.
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الأُمُورِ الَّتِي كَتَبْتُمْ لِي فَحَسَنٌ لِلرَّجُلِ أَنْ لاَ يَمَسَّ امْرَأَةً.
δὲ Περὶ ὧν ἐγράψατε μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ μὴ ἅπτεσθαι· γυναικὸς
لِذلِكَ اخْرُجُوا مِنْ وَسْطِهِمْ وَاعْتَزِلُوا، يَقُولُ الرَّبُّ. وَلاَ تَمَسُّوا نَجِسًا فَأَقْبَلَكُمْ،
Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ; μὴ ἅπτεσθε· ἀκαθάρτου κἀγὼ ; εἰσδέξομαι ; ὑμᾶς,
لاَ تَمَسَّ. وَلاَ تَذُقْ. وَلاَ تَجُسَّ.
μὴ ἅψῃ μηδὲ γεύσῃ μηδὲ θίγῃς·