المعنى المختصر للكلمة
háptō:
properly, to fasten to, i.e. (specially) to set on
fire
اللفظ الأصلي
ἅπτω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
háptō
(hap-to)
تكرار الورود في الكتاب
29
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
a primary verb;
المعنى والشرح المفصل
properly, to fasten to, i.e. (specially) to set on fire
الإنجليزية — KJV Translation Tags
kindle
light
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἥψατο (10×)
ἅψωμαι (2×)
ἅψας (2×)
ἵνα ; αὐτῶν ; ἅπτηται· (1×)
ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται (1×)
ἥψαντο (1×)
Ἁψάντων (1×)
ἅψῃ (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 8: 3
Mat.8.3
فَمَدَّ يَسُوعُ يَدَهُ وَلَمَسَهُ قَائِلاً: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ.. وَلِلْوَقْتِ طَهُرَ بَرَصُهُ.
καὶ ; ἐκτείνας ὁ ; Ἰησοῦς τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἥψατο λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ ; εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ; ἡ ; λέπρα.
متى 8: 15
Mat.8.15
فَلَمَسَ يَدَهَا فَتَرَكَتْهَا الْحُمَّى، فَقَامَتْ وَخَدَمَتْهُمْ.
καὶ ; ἥψατο τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς, καὶ ; ἀφῆκεν ; αὐτὴν ὁ ; πυρετός. καὶ ; ἠγέρθη καὶ ; διηκόνει ; αὐτοῖς
متى 9: 20
Mat.9.20
وَإِذَا امْرَأَةٌ نَازِفَةُ دَمٍ مُنْذُ اثْنَتَيْ عَشْرَةَ سَنَةً قَدْ جَاءَتْ مِنْ وَرَائِهِ وَمَسَّتْ هُدْبَ ثَوْبِهِ،
καὶ ; ἰδοὺ γυνὴ αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ.
متى 9: 21
Mat.9.21
لأَنَّهَا قَالَتْ فِي نَفْسِهَا: إِنْ مَسَسْتُ ثَوْبَهُ فَقَطْ شُفِيتُ.
γὰρ ἔλεγεν ἐν ἑαυτῇ· ἐὰν ἅψωμαι τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ, μόνον σωθήσομαι.¶
متى 9: 29
Mat.9.29
حِينَئِذٍ لَمَسَ أَعْيُنَهُمَا قَائِلاً: بِحَسَب إِيمَانِكُمَا لِيَكُنْ لَكُمَا.
τότε ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν ; πίστιν ; ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.
متى 14: 36
Mat.14.36
وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا هُدْبَ ثَوْبِهِ فَقَطْ. فَجَمِيعُ الَّذِينَ لَمَسُوهُ نَالُوا الشِّفَاءَ.
καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ· μόνον καὶ ; ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.¶
متى 14: 36
Mat.14.36
وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا هُدْبَ ثَوْبِهِ فَقَطْ. فَجَمِيعُ الَّذِينَ لَمَسُوهُ نَالُوا الشِّفَاءَ.
καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ· μόνον καὶ ; ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.¶
متى 20: 34
Mat.20.34
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَلَمَسَ أَعْيُنَهُمَا، فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَتْ أَعْيُنُهُمَا فَتَبِعَاهُ.
σπλαγχνισθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν; αὐτῶν, καὶ ; εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοί καὶ ; ἠκολούθησαν ; αὐτῷ.¶
مرقس 1: 41
Mrk.1.41
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَمَدَّ يَدَهُ وَلَمَسَهُ وَقَالَ لَهُ: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ..
δὲ; σπλαγχνισθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ; αὐτοῦ ἥψατο καὶ ; λέγει αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι.
مرقس 3: 10
Mrk.3.10
لأَنَّهُ كَانَ قَدْ شَفَى كَثِيرِينَ، حَتَّى وَقَعَ عَلَيْهِ لِيَلْمِسَهُ كُلُّ مَنْ فِيهِ دَاءٌ.
γὰρ ἐθεράπευσεν πολλοὺς ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα ; αὐτοῦ ; ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας.
مرقس 5: 27
Mrk.5.27
لَمَّا سَمِعَتْ بِيَسُوعَ، جَاءَتْ فِي الْجَمْعِ مِنْ وَرَاءٍ، وَمَسَّتْ ثَوْبَهُ،
ἀκούσασα περὶ τοῦ ; Ἰησοῦ, ἐν τῷ ; ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ·
مرقس 5: 28
Mrk.5.28
لأَنَّهَا قَالَتْ: إِنْ مَسَسْتُ وَلَوْ ثِيَابَهُ شُفِيتُ.
γὰρ ἔλεγεν ὅτι ; ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ; ἱματίων ; αὐτοῦ σωθήσομαι.¶
مرقس 5: 30
Mrk.5.30
فَلِلْوَقْتِ الْتَفَتَ يَسُوعُ بَيْنَ الْجَمْعِ شَاعِرًا فِي نَفْسِهِ بِالْقُوَّةِ الَّتِي خَرَجَتْ مِنْهُ، وَقَالَ: مَنْ لَمَسَ ثِيَابِي.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπιστραφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ὄχλῳ ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ; δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐξ ; αὐτοῦ ἔλεγεν· τίς ἥψατο τῶν ; ἱματίων;¶
مرقس 6: 56
Mrk.6.56
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
مرقس 7: 33
Mrk.7.33
فَأَخَذَهُ مِنْ بَيْنِ الْجَمْعِ عَلَى نَاحِيَةٍ، وَوَضَعَ أَصَابِعَهُ فِي أُذُنَيْهِ وَتَفَلَ وَلَمَسَ لِسَانَهُ،
καὶ ; ἀπολαβόμενος ; αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου κατ᾽ ; ἰδίαν ἔβαλεν τοὺς ; δακτύλους ; αὐτοῦ εἰς τὰ ; ὦτα ; αὐτοῦ, καὶ ; πτύσας ἥψατο τῆς ; γλώσσης ; αὐτοῦ,
مرقس 8: 22
Mrk.8.22
وَجَاءَ إِلَى بَيْتِ صَيْدَا، فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَعْمَى وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسَهُ،
Καὶ ; ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδάν, καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ ; παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ; ἅψηται.
مرقس 10: 13
Mrk.10.13
وَقَدَّمُوا إِلَيْهِ أَوْلاَدًا لِكَيْ يَلْمِسَهُمْ. وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَانْتَهَرُوا الَّذِينَ قَدَّمُوهُمْ.
Καὶ ; προσέφερον αὐτῷ παιδία ἵνα αὐτῶν ; ἅψηται· δὲ οἱ ; μαθηταὶ ἐπετίμων τοῖς; προσφέρουσιν.
لوقا 7: 14
Luk.7.14
ثُمَّ تَقَدَّمَ وَلَمَسَ النَّعْشَ، فَوَقَفَ الْحَامِلُونَ. فَقَالَ: أَيُّهَا الشَّابُّ، لَكَ أَقُولُ: قُمْ..
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς ; σοροῦ· δὲ ; ἔστησαν· οἱ ; βαστάζοντες καὶ ; εἶπεν· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
لوقا 8: 16
Luk.8.16
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
لوقا 8: 44
Luk.8.44
جَاءَتْ مِنْ وَرَائِهِ وَلَمَسَتْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. فَفِي الْحَالِ وَقَفَ نَزْفُ دَمِهَا.
προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ, καὶ ; παραχρῆμα ἔστη ἡ ; ῥύσις τοῦ ; αἵματος ; αὐτῆς.
لوقا 11: 33
Luk.11.33
لَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيَضَعُهُ فِي خِفْيَةٍ، وَلاَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ، بَلْ عَلَى الْمَنَارَةِ، لِكَيْ يَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον τίθησιν εἰς κρυπτόν οὐδὲ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν ἵνα βλέπωσιν.¶ οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φέγγος
لوقا 15: 8
Luk.15.8
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
لوقا 18: 15
Luk.18.15
فَقَدَّمُوا إِلَيْهِ الأَطْفَالَ أَيْضًا لِيَلْمِسَهُمْ، فَلَمَّا رَآهُمُ التَّلاَمِيذُ انْتَهَرُوهُمْ.
Προσέφερον ; δὲ αὐτῷ τὰ ; βρέφη καὶ ἵνα ; αὐτῶν ; ἅπτηται· δὲ ἰδόντες οἱ ; μαθηταὶ ἐπετίμησαν; αὐτοῖς.
لوقا 22: 51
Luk.22.51
فَأَجَابَ يَسُوعُ وقَالَ: دَعُوا إِلَى هذَا. وَلَمَسَ أُذْنَهُ وَأَبْرَأَهَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἐᾶτε ἕως τούτου. καὶ ; ἁψάμενος τοῦ ; ὠτίου ; αὐτοῦ ἰάσατο ; αὐτόν.
لوقا 22: 55
Luk.22.55
وَلَمَّا أَضْرَمُوا نَارًا فِي وَسْطِ الدَّارِ وَجَلَسُوا مَعًا، جَلَسَ بُطْرُسُ بَيْنَهُمْ.
δὲ Ἁψάντων πῦρ ἐν μέσῳ τῆς ; αὐλῆς καὶ ; συγκαθισάντων ; αὐτῶν ἐκάθητο ὁ ; Πέτρος ἐν ; μέσῳ; αὐτῶν.
يوحنا 20: 17
Jhn.20.17
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
كورنثوس الأولى 7: 1
1Co.7.1
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الأُمُورِ الَّتِي كَتَبْتُمْ لِي فَحَسَنٌ لِلرَّجُلِ أَنْ لاَ يَمَسَّ امْرَأَةً.
δὲ Περὶ ὧν ἐγράψατε μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ μὴ ἅπτεσθαι· γυναικὸς
كورنثوس الثانية 6: 17
2Co.6.17
لِذلِكَ اخْرُجُوا مِنْ وَسْطِهِمْ وَاعْتَزِلُوا، يَقُولُ الرَّبُّ. وَلاَ تَمَسُّوا نَجِسًا فَأَقْبَلَكُمْ،
Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου ; αὐτῶν καὶ ; ἀφορίσθητε, λέγει κύριος, καὶ ; μὴ ἅπτεσθε· ἀκαθάρτου κἀγὼ ; εἰσδέξομαι ; ὑμᾶς,