ك
إصحاح
G5615
G5616. hōseí
G5617
المعنى المختصر للكلمة
hōseí: as if
اللفظ الأصلي ὡσεί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hōseí (ho-si)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

as if

الإنجليزية — KJV Translation Tags
about as (it had been, it were) like (as)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὡσεὶ (23×) δὲ; ὡσεὶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا اعْتَمَدَ يَسُوعُ صَعِدَ لِلْوَقْتِ مِنَ الْمَاءِ، وَإِذَا السَّمَاوَاتُ قَدِ انْفَتَحَتْ لَهُ، فَرَأَى رُوحَ اللهِ نَازِلاً مِثْلَ حَمَامَةٍ وَآتِيًا عَلَيْهِ،
Καὶ Βαπτισθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ; ὕδατος. καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; οὐρανοί, ἠνεῴχθησαν αὐτῷ καὶ ; εἶδεν τὸ ; πνεῦμα τοῦ ; θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτόν.
متى 14: 21 Mat.14.21
وَالآكِلُونَ كَانُوا نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُل، مَا عَدَا النِّسَاءَ وَالأَوْلاَدَ.
οἱ ; δὲ ; ἐσθίοντες ἦσαν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ ; παιδίων.¶
وَلِلْوَقْتِ وَهُوَ صَاعِدٌ مِنَ الْمَاءِ رَأَى السَّمَاوَاتِ قَدِ انْشَقَّتْ، وَالرُّوحَ مِثْلَ حَمَامَةٍ نَازِلاً عَلَيْهِ.
καὶ ; εὐθὺς ἀναβαίνων ἀπὸ ὕδατος εἶδεν τοὺς ; οὐρανοὺς σχιζομένους καὶ ; τὸ ; πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ᾽; αὐτόν·
وَكَانَ الَّذِينَ أَكَلُوا مِنَ الأَرْغِفَةِ نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُلٍ.
ἦσαν ; οἱ οἱ φαγόντες τοὺς ; ἄρτους ὡσεὶ πεντακισχίλιοι ἄνδρες.¶
فَمَكَثَتْ مَرْيَمُ عِنْدَهَا نَحْوَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ، ثُمَّ رَجَعَتْ إِلَى بَيْتِهَا.
Ἔμεινεν ; δὲ Μαριὰμ σὺν ; αὐτῇ ὡσεὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς.¶
وَنَزَلَ عَلَيْهِ الرُّوحُ الْقُدُسُ بِهَيْئَةٍ جِسْمِيَّةٍ مِثْلِ حَمَامَةٍ. وَكَانَ صَوْتٌ مِنَ السَّمَاءِ قَائِلاً: أَنْتَ ابْنِي الْحَبِيبُ، بِكَ سُرِرْتُ.
καταβῆναι ; καὶ ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον εἴδει σωματικῷ ὡσεὶ περιστερὰν καὶ φωνὴν ἐξ ; γενέσθαι οὐρανοῦ λέγουσαν· σὺ ; εἶ ὁ ; υἱός ; μου ὁ ; ἀγαπητός, ἐν ; σοὶ εὐδόκησα.¶
وَلَمَّا ابْتَدَأَ يَسُوعُ كَانَ لَهُ نَحْوُ ثَلاَثِينَ سَنَةً، وَهُوَ عَلَى مَا كَانَ يُظَنُّ ابْنَ يُوسُفَ، بْنِ هَالِي،
Καὶ ἀρχόμενος ὁ ; Ἰησοῦς ἦν αὐτὸς ὡσεὶ τριάκοντα ἐτῶν ὢν ὡς ἐνομίζετο, υἱός, Ἰωσὴφ τοῦ ; Ἠλὶ
لأَنَّهُمْ كَانُوا نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفِ رَجُل. فَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: أَتْكِئُوهُمْ فِرَقًا خَمْسِينَ خَمْسِينَ.
γὰρ ἦσαν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.¶ ἄνδρες Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· κατακλίνατε ; αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ ; πεντήκοντα.
وَبَعْدَ هذَا الْكَلاَمِ بِنَحْوِ ثَمَانِيَةِ أَيَّامٍ، أَخَذَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا وَيَعْقُوبَ وَصَعِدَ إِلَى جَبَل لِيُصَلِّيَ.
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τούτους τοὺς ; λόγους ὡσεὶ ὀκτώ, ἡμέραι καὶ ; παραλαβὼν τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην καὶ ; Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ; ὄρος προσεύξασθαι.
وَانْفَصَلَ عَنْهُمْ نَحْوَ رَمْيَةِ حَجَرٍ وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى
καὶ ; αὐτὸς ; ἀπεσπάσθη ἀπ᾽ ; αὐτῶν ὡσεὶ βολήν, λίθου καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύχετο
وَلَمَّا مَضَى نَحْوُ سَاعَةٍ وَاحِدَةٍ أَكَّدَ آخَرُ قَائِلاً: بِالْحَقِّ إِنَّ هذَا أَيْضًا كَانَ مَعَهُ، لأَنَّهُ جَلِيلِيٌّ أَيْضًا..
καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς διϊσχυρίζετο ἄλλος ; τις λέγων· ἐπ᾽ ; ἀληθείας οὗτος καὶ ἦν· μετ᾽ ; αὐτοῦ γὰρ Γαλιλαῖός ; ἐστιν. καὶ
وَكَانَ نَحْوُ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ، فَكَانَتْ ظُلْمَةٌ عَلَى الأَرْضِ كُلِّهَا إِلَى السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ.
ἦν ; δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη, καὶ ; ἐγένετο σκότος ἐφ᾽ τὴν ; γῆν ὅλην ἕως ὥρας ἐνάτης
وَشَهِدَ يُوحَنَّا قَائلاً: إِنِّي قَدْ رَأَيْتُ الرُّوحَ نَازِلاً مِثْلَ حَمَامَةٍ مِنَ السَّمَاءِ فَاسْتَقَرَّ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι ; τεθέαμαι τὸ ; πνεῦμα καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ; ἔμεινεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
وَكَانَتْ هُنَاكَ بِئْرُ يَعْقُوبَ. فَإِذْ يَسُوعُ قَدْ تَعِبَ مِنَ السَّفَرِ، جَلَسَ هكَذَا عَلَى الْبِئْرِ، وَكَانَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ; Ἰακώβ.¶ οὖν Ὁ ; Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ; ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ ; πηγῇ· ἦν ὡσεὶ ὥρα ἕκτη.¶
فَقَالَ يَسُوعُ: اجْعَلُوا النَّاسَ يَتَّكِئُونَ. وَكَانَ فِي الْمَكَانِ عُشْبٌ كَثِيرٌ، فَاتَّكَأَ الرِّجَالُ وَعَدَدُهُمْ نَحْوُ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ; ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν. ἦν ; δὲ ἐν τῷ ; τόπῳ. χόρτος πολὺς ἀνέπεσαν ; οὖν οἱ ; ἄνδρες τὸν ; ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.
وَكَانَ اسْتِعْدَادُ الْفِصْحِ، وَنَحْوُ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ. فَقَالَ لِلْيَهُودِ: هُوَذَا مَلِكُكُمْ..
ἦν ; δὲ παρασκευὴ τοῦ ; πάσχα, δὲ; ὡσεὶ ὥρα ἕκτη. καὶ ; λέγει τοῖς ; Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ ; βασιλεὺς ; ὑμῶν.
وَجَاءَ أَيْضًا نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي أَتَى أَوَّلاً إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً، وَهُوَ حَامِلٌ مَزِيجَ مُرّ وَعُودٍ نَحْوَ مِئَةِ مَنًا.
ἦλθεν ; δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν τὸ ; πρῶτον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς φέρων μίγμα σμύρνης καὶ ; ἀλόης ὡσεὶ ἑκατόν.¶ λίτρας
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν
فَقَبِلُوا كَلاَمَهُ بِفَرَحٍ، وَاعْتَمَدُوا، وَانْضَمَّ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ نَحْوُ ثَلاَثَةِ آلاَفِ نَفْسٍ.
μὲν ; οὖν ; οἱ ; ἀποδεξάμενοι τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ ἀσμένως ἐβαπτίσθησαν καὶ ; προσετέθησαν ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ ὡσεὶ τρισχίλιαι.¶ ψυχαὶ
وَكَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ سَمِعُوا الْكَلِمَةَ آمَنُوا، وَصَارَ عَدَدُ الرِّجَالِ نَحْوَ خَمْسَةِ آلاَفٍ.
πολλοὶ ; δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν ; λόγον ἐπίστευσαν· καὶ ; ἐγενήθη ὁ ; ἀριθμὸς τῶν ; ἀνδρῶν ὡσεὶ πέντε.¶ χιλιάδες
لأَنَّهُ قَبْلَ هذِهِ الأَيَّامِ قَامَ ثُودَاسُ قَائِلاً عَنْ نَفْسِهِ إِنَّهُ شَيْءٌ، الَّذِي الْتَصَقَ بِهِ عَدَدٌ مِنَ الرِّجَالِ نَحْوُ أَرْبَعِمِئَةٍ، الَّذِي قُتِلَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَبَدَّدُوا وَصَارُوا لاَ شَيْءَ.
γὰρ πρὸ τούτων τῶν ; ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς λέγων ἑαυτόν, εἶναί τινα ᾧ προσεκολλήθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ; ἐγένοντο εἰς ; οὐδέν.
فَشَخَصَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الْجَالِسِينَ فِي الْمَجْمَعِ، وَرَأَوْا وَجْهَهُ كَأَنَّهُ وَجْهُ مَلاَكٍ.
καὶ ; ἀτενίσαντες εἰς ; αὐτὸν ἅπαντες οἱ ; καθεζόμενοι ἐν τῷ ; συνεδρίῳ, εἶδον τὸ ; πρόσωπον ; αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.¶
فَلِلْوَقْتِ وَقَعَ مِنْ عَيْنَيْهِ شَيْءٌ كَأَنَّهُ قُشُورٌ، فَأَبْصَرَ فِي الْحَالِ، وَقَامَ وَاعْتَمَدَ.
καὶ ; εὐθέως ἀπέπεσαν ἀπὸ αὐτοῦ ; τῶν ; ὀφθαλμῶν ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέν τε ; παραχρῆμα ἀναστὰς ; καὶ ἐβαπτίσθη,
وَكَانَ جَمِيعُ الرِّجَالِ نَحْوَ اثْنَيْ عَشَرَ.
ἦσαν ; δὲ οἱ ; πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο