ك
إصحاح
G5100
G5101. tís
G5102
المعنى المختصر للكلمة
tís: an interrogative pronoun, who, which or what (in direct or indirect questions)
اللفظ الأصلي τίς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق tís (tis)
تكرار الورود في الكتاب 479 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

an interrogative pronoun, who, which or what (in direct or indirect questions)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
every man how (much) + no(-ne, thing) what (manner, thing) where (-by, -fore, -of, -unto, - with, -withal) whether which who(-m, -se) why

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τί (233×) τίς (102×) τίνα (22×) διὰ ; τί (19×) τίνος (12×) καὶ ; τίς (10×) καὶ ; τί (9×) Τί (8×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (479 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَسَأَلُوهُ: مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي قَالَ لَكَ: احْمِلْ سَرِيرَكَ وَامْشِ..
ἠρώτησαν ; οὖν τίς αὐτόν· ; ἐστιν ὁ ; ἄνθρωπος ὁ ; εἰπών σοι· ἆρον τὸν ; κράββατον ; σου καὶ ; περιπάτει;
أَمَّا الَّذِي شُفِيَ فَلَمْ يَكُنْ يَعْلَمُ مَنْ هُوَ، لأَنَّ يَسُوعَ اعْتَزَلَ، إِذْ كَانَ فِي الْمَوْضِعِ جَمْعٌ.
δὲ ὁ ; ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄντος ἐν τῷ ; τόπῳ.¶ ὄχλου
وَإِنَّمَا قَالَ هذَا لِيَمْتَحِنَهُ، لأَنَّهُ هُوَ عَلِمَ مَا هُوَ مُزْمِعٌ أَنْ يَفْعَلَ.
δὲ ἔλεγεν τοῦτο πειράζων ; αὐτόν· γὰρ αὐτὸς ᾔδει τί ἔμελλεν ποιεῖν.
فَقَالُوا لَهُ: مَاذَا نَفْعَلُ حَتَّى نَعْمَلَ أَعْمَالَ اللهِ.
εἶπον ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· τί ποιοῦμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ; ἔργα τοῦ ; θεοῦ;¶
فَقَالُوا لَهُ: فَأَيَّةَ آيَةٍ تَصْنَعُ لِنَرَى وَنُؤْمِنَ بِكَ. مَاذَا تَعْمَلُ.
Εἶπον ; οὖν αὐτῷ· τί ; οὖν σημεῖον ποιεῖς ; σὺ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ;
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، إِذْ سَمِعُوا: إِنَّ هذَا الْكَلاَمَ صَعْبٌ. مَنْ يَقْدِرُ أَنْ يَسْمَعَهُ.
οὖν ; εἶπαν· πολλοὶ ἐκ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἀκούσαντες οὗτος· ὁ ; λόγος σκληρός ; ἐστιν τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;¶
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
وَلكِنْ مِنْكُمْ قَوْمٌ لاَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّ يَسُوعَ مِنَ الْبَدْءِ عَلِمَ مَنْ هُمُ الَّذِينَ لاَ يُؤْمِنُونَ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يُسَلِّمُهُ.
ἀλλ᾽ εἰσὶν ; ἐξ ; ὑμῶν τινες οἳ ; οὐ πιστεύουσιν. γὰρ ὁ ; Ἰησοῦς ἐξ ἀρχῆς ᾔδει τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ ; τίς ἐστιν ὁ παραδώσων ; αὐτόν.
فَأَجَابَهُ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: يَا رَبُّ، إِلَى مَنْ نَذْهَبُ. كَلاَمُ الْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ عِنْدَكَ،
ἀπεκρίθη ; οὖν ; αὐτῷ Σίμων Πέτρος· κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις,
أَلَيْسَ مُوسَى قَدْ أَعْطَاكُمُ النَّامُوسَ. وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَعْمَلُ النَّامُوسَ. لِمَاذَا تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي.
οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; νόμον; καὶ ; οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ποιεῖ τὸν ; νόμον· τί ζητεῖτε με ; ἀποκτεῖναι;
أَجَابَ الْجَمْعُ وَقَالوُا: بِكَ شَيْطَانٌ. مَنْ يَطْلُبُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ὄχλος καὶ ; εἶπεν· ἔχεις· δαιμόνιον τίς ζητεῖ σε ; ἀποκτεῖναι;¶
فَجَاءَ الْخُدَّامُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا لَمْ تَأْتُوا بِهِ.
Ἦλθον ; οὖν οἱ ; ὑπηρέται πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; Φαρισαίους, καὶ ; εἶπον αὐτοῖς διὰ ; τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
أَلَعَلَّ نَامُوسَنَا يَدِينُ إِنْسَانًا لَمْ يَسْمَعْ مِنْهُ أَوَّلاً وَيَعْرِفْ مَاذَا فَعَلَ.
μὴ ὁ ; νόμος ; ἡμῶν κρίνει τὸν ; ἄνθρωπον ἐὰν ; μὴ ἀκούσῃ παρ᾽ ; αὐτοῦ πρότερον καὶ ; γνῷ τί ποιεῖ;¶
وَمُوسَى فِي النَّامُوسِ أَوْصَانَا أَنَّ مِثْلَ هذِهِ تُرْجَمُ. فَمَاذَا تَقُولُ أَنْتَ.
δὲ ; Μωϋσῆς ἐν τῷ ; νόμῳ ἡμῖν ; ἐνετείλατο τὰς ; τοιαύτας λιθοβολεῖσθαι· οὖν ; τί λέγεις; σὺ
لِمَاذَا لاَ تَفْهَمُونَ كَلاَمِي. لأَنَّكُمْ لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَسْمَعُوا قَوْلِي.
διὰ ; τί οὐ γινώσκετε; τὴν ; λαλιὰν ; τὴν ; ἐμὴν ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν ; λόγον ; τὸν ; ἐμόν.
مَنْ مِنْكُمْ يُبَكِّتُنِي عَلَى خَطِيَّةٍ. فَإِنْ كُنْتُ أَقُولُ الْحَقَّ، فَلِمَاذَا لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
τίς ἐξ ; ὑμῶν ἐλέγχει ; με περὶ ἁμαρτίας; εἰ ; δὲ λέγω, ἀλήθειαν διὰ ; τί οὐ ὑμεῖς ; πιστεύετέ μοι;
مَنْ مِنْكُمْ يُبَكِّتُنِي عَلَى خَطِيَّةٍ. فَإِنْ كُنْتُ أَقُولُ الْحَقَّ، فَلِمَاذَا لَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِي.
τίς ἐξ ; ὑμῶν ἐλέγχει ; με περὶ ἁμαρτίας; εἰ ; δὲ λέγω, ἀλήθειαν διὰ ; τί οὐ ὑμεῖς ; πιστεύετέ μοι;
أَلَعَلَّكَ أَعْظَمُ مِنْ أَبِينَا إِبْرَاهِيمَ الَّذِي مَاتَ. وَالأَنْبِيَاءُ مَاتُوا. مَنْ تَجْعَلُ نَفْسَكَ.
μὴ ; σὺ μείζων ; εἶ τοῦ πατρὸς ; ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις ἀπέθανεν; καὶ ; οἱ ; προφῆται ἀπέθανον. τίνα σὺ ; ποιεῖς;¶ σεαυτὸν
فَسَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَنْ أَخْطَأَ: هذَا أَمْ أَبَوَاهُ حَتَّى وُلِدَ أَعْمَى..
καὶ ; ἠρώτησαν ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ, ἵνα γεννηθῇ;¶ τυφλὸς
قَالُوا أَيْضًا لِلأَعْمَى: مَاذَا تَقُولُ أَنْتَ عَنْهُ مِنْ حَيْثُ إِنَّهُ فَتَحَ عَيْنَيْكَ. فَقَالَ: إِنَّهُ نَبِيٌّ..
λέγουσιν πάλιν· τῷ ; τυφλῷ τί λέγεις σὺ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἠνέῳξέν σου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς; ὁ ; δὲ ; εἶπεν ὅτι ; ἐστίν. προφήτης
وَأَمَّا كَيْفَ يُبْصِرُ الآنَ فَلاَ نَعْلَمُ. أَوْ مَنْ فَتَحَ عَيْنَيْهِ فَلاَ نَعْلَمُ. هُوَ كَامِلُ السِّنِّ. اسْأَلُوهُ فَهُوَ يَتَكَلَّمُ عَنْ نَفْسِهِ.
δὲ πῶς βλέπει νῦν οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς οὐκ ἡμεῖς ; οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ; ἔχει· αὐτὸν ; ἐρωτήσατε, αὐτὸς λαλήσει.¶ περὶ ἑαυτοῦ
فَقَالُوا لَهُ أَيْضًا: مَاذَا صَنَعَ بِكَ. كَيْفَ فَتَحَ عَيْنَيْكَ.
εἶπον ; δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέν σοι; πῶς ἤνοιξέν σου ; τοὺς ; ὀφθαλμούς;¶
أَجَابَهُمْ: قَدْ قُلْتُ لَكُمْ وَلَمْ تَسْمَعُوا. لِمَاذَا تُرِيدُونَ أَنْ تَسْمَعُوا أَيْضًا. أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ تُرِيدُونَ أَنْ تَصِيرُوا لَهُ تَلاَمِيذَ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς· ἤδη, εἶπον ὑμῖν καὶ ; οὐκ ἠκούσατε. τί θέλετε ἀκούειν; πάλιν μὴ ὑμεῖς θέλετε γενέσθαι; αὐτοῦ μαθηταὶ
أَجَابَ ذَاكَ وَقَالَ: مَنْ هُوَ يَا سَيِّدُ لأُومِنَ بِهِ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· τίς ἐστιν, κύριε, ἵνα ; πιστεύσω εἰς ; αὐτόν;
هذَا الْمَثَلُ قَالَهُ لَهُمْ يَسُوعُ، وَأَمَّا هُمْ فَلَمْ يَفْهَمُوا مَا هُوَ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُهُمْ بِهِ.
Ταύτην τὴν ; παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· δὲ ἐκεῖνοι οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει ; αὐτοῖς.¶
فَقَالَ كَثِيرُونَ مِنْهُمْ: بِهِ شَيْطَانٌ وَهُوَ يَهْذِي. لِمَاذَا تَسْتَمِعُونَ لَهُ.
ἔλεγον ; δὲ πολλοὶ ἐξ ; αὐτῶν· ἔχει δαιμόνιον καὶ μαίνεται· τί ἀκούετε; αὐτοῦ
فَجَمَعَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيُّونَ مَجْمَعًا وَقَالُوا: مَاذَا نَصْنَعُ. فَإِنَّ هذَا الإِنْسَانَ يَعْمَلُ آيَاتٍ كَثِيرَةً.
Συνήγαγον ; οὖν οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ; ἔλεγον· τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος ποιεῖ σημεῖα; πολλὰ
فَكَانُوا يَطْلُبُونَ يَسُوعَ وَيَقُولُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ، وَهُمْ وَاقِفُونَ فِي الْهَيْكَلِ: مَاذَا تَظُنُّونَ. هَلْ هُوَ لاَ يَأْتِي إِلَى الْعِيدِ.
οὖν ἐζήτουν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἔλεγον μετ᾽ ἀλλήλων ἑστηκότες· ἐν τῷ ; ἱερῷ τί δοκεῖ ; ὑμῖν, ὅτι οὐ ; μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ; ἑορτήν;
لِمَاذَا لَمْ يُبَعْ هذَا الطِّيبُ بِثَلاَثَمِئَةِ دِينَارٍ وَيُعْطَ لِلْفُقَرَاءِ.
διὰ ; τί οὐκ ἐπράθη τοῦτο τὸ ; μύρον τριακοσίων δηναρίων καὶ ; ἐδόθη πτωχοῖς;
اَلآنَ نَفْسِي قَدِ اضْطَرَبَتْ. وَمَاذَا أَقُولُ. أَيُّهَا الآبُ نَجِّنِي مِنْ هذِهِ السَّاعَةِ.. وَلكِنْ لأَجْلِ هذَا أَتَيْتُ إِلَى هذِهِ السَّاعَةِ
Νῦν ἡ ; ψυχή ; μου τετάρακται, καὶ ; τί εἴπω; πάτερ, σῶσόν ; με ἐκ ταύτης; τῆς ; ὥρας ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς ταύτην. τὴν ; ὥραν