ك
إصحاح
G5047
G5048. teleióō
G5049
المعنى المختصر للكلمة
teleióō: to complete, i.e. (literally) accomplish, or (figuratively) consummate (in character)
اللفظ الأصلي τελειόω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق teleióō (tel-i-o-o)
تكرار الورود في الكتاب 23 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to complete, i.e. (literally) accomplish, or (figuratively) consummate (in character)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
consecrate finish fulfil make) perfect

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τετελείωται (2×) τελειῶσαι (2×) ἵνα ; τελειώσω (1×) ἐτελείωσεν (1×) ἐτελείωσα (1×) ἐτελειώθη; (1×) τετελείωται. (1×) τετελείωμαι, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ لَهُمُ: امْضُوا وَقُولُوا لِهذَا الثَّعْلَبِ: هَا أَنَا أُخْرِجُ شَيَاطِينَ، وَأَشْفِي الْيَوْمَ وَغَدًا، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ أُكَمَّلُ.
Καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ; ταύτῃ· ἀλώπεκι ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ; ἰάσεις σήμερον καὶ ; αὔριον καὶ ; τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι.
قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: طَعَامِي أَنْ أَعْمَلَ مَشِيئَةَ الَّذِي أَرْسَلَنِي وَأُتَمِّمَ عَمَلَهُ.
λέγει αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· ἐμὸν ; βρῶμά ἐστιν ; ἵνα ποιῶ τὸ ; θέλημα τοῦ πέμψαντός ; με καὶ ; τελειώσω αὐτοῦ ; τὸ ; ἔργον.
وَأَمَّا أَنَا فَلِي شَهَادَةٌ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا، لأَنَّ الأَعْمَالَ الَّتِي أَعْطَانِي الآبُ لأُكَمِّلَهَا، هذِهِ الأَعْمَالُ بِعَيْنِهَا الَّتِي أَنَا أَعْمَلُهَا هِيَ تَشْهَدُ لِي أَنَّ الآبَ قَدْ أَرْسَلَنِي.
δὲ ἐγὼ ἔχω τὴν ; μαρτυρίαν μείζων τοῦ ; Ἰωάννου· γὰρ τὰ ; ἔργα ἃ ἔδωκέν; μοι ὁ ; πατὴρ ἵνα ; τελειώσω αὐτά, τὰ ; ἔργα αὐτὰ ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ; ἐμοῦ ὅτι ὁ ; πατήρ με ; ἀπέσταλκεν.
أَنَا مَجَّدْتُكَ عَلَى الأَرْضِ. الْعَمَلَ الَّذِي أَعْطَيْتَنِي لأَعْمَلَ قَدْ أَكْمَلْتُهُ.
ἐγώ σε ; ἐδόξασα ἐπὶ τῆς ; γῆς τὸ ; ἔργον ὃ δέδωκάς ; μοι ἵνα ; ποιήσω. ἐτελείωσα
أَنَا فِيهِمْ وَأَنْتَ فِيَّ لِيَكُونُوا مُكَمَّلِينَ إِلَى وَاحِدٍ، وَلِيَعْلَمَ الْعَالَمُ أَنَّكَ أَرْسَلْتَنِي، وَأَحْبَبْتَهُمْ كَمَا أَحْبَبْتَنِي.
ἐγὼ ἐν ; αὐτοῖς καὶ ; σὺ ἐν ; ἐμοί, ἵνα ; ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ; ἵνα ; γινώσκῃ ὁ ; κόσμος ὅτι ; σύ με ; ἀπέστειλας καὶ ; ἠγάπησας ; αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ; ἠγάπησας.¶
بَعْدَ هذَا رَأَى يَسُوعُ أَنَّ كُلَّ شَيْءٍ قَدْ كَمَلَ، فَلِكَيْ يَتِمَّ الْكِتَابُ قَالَ: أَنَا عَطْشَانُ.
Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι ; ἤδη πάντα τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ ; γραφή, λέγει· διψῶ.
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
فَقَالَ لِي: تَكْفِيكَ نِعْمَتِي، لأَنَّ قُوَّتِي فِي الضَّعْفِ تُكْمَلُ. فَبِكُلِّ سُرُورٍ أَفْتَخِرُ بِالْحَرِيِّ فِي ضَعَفَاتِي، لِكَيْ تَحِلَّ عَلَيَّ قُوَّةُ الْمَسِيحِ.
καὶ ; εἴρηκέν μοι· ἀρκεῖ ; σοι ἡ ; χάρις ; μου· γὰρ ἡ ; δύναμις ; μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται ἥδιστα ; οὖν καυχήσομαι μᾶλλον ἐν ταῖς ; ἀσθενείαις ; μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ἡ ; δύναμις τοῦ ; Χριστοῦ.
لَيْسَ أَنِّي قَدْ نِلْتُ أَوْ صِرْتُ كَامِلاً، وَلكِنِّي أَسْعَى لَعَلِّي أُدْرِكُ الَّذِي لأَجْلِهِ أَدْرَكَنِي أَيْضًا الْمَسِيحُ يَسُوعُ.
οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, δὲ διώκω εἰ ; καὶ καταλάβω ἐφ᾽ ; ᾧ κατελήμφθην καὶ ὑπὸ ; τοῦ ; Χριστοῦ Ἰησοῦ.¶
لأَنَّهُ لاَقَ بِذَاكَ الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ الْكُلُّ وَبِهِ الْكُلُّ، وَهُوَ آتٍ بِأَبْنَاءٍ كَثِيرِينَ إِلَى الْمَجْدِ، أَنْ يُكَمِّلَ رَئِيسَ خَلاَصِهِمْ بِالآلاَمِ.
γὰρ ἔπρεπεν αὐτῷ, δι᾽ ; ὃν τὰ ; πάντα καὶ ; δι᾽ ; οὗ τὰ ; πάντα, ἀγαγόντα, υἱοὺς πολλοὺς εἰς δόξαν τελειῶσαι. τὸν ; ἀρχηγὸν τῆς ; σωτηρίας ; αὐτῶν διὰ ; παθημάτων
وَإِذْ كُمِّلَ صَارَ لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُطِيعُونَهُ، سَبَبَ خَلاَصٍ أَبَدِيٍّ،
καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο πᾶσιν τοῖς ὑπακούουσιν ; αὐτῷ αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου,
إِذِ النَّامُوسُ لَمْ يُكَمِّلْ شَيْئًا. وَلكِنْ يَصِيرُ إِدْخَالُ رَجَاءٍ أَفْضَلَ بِهِ نَقْتَرِبُ إِلَى اللهِ.
γὰρ ὁ ; νόμος, οὐδὲν ἐτελείωσεν δὲ ἐπεισαγωγὴ ἐλπίδος κρείττονος δι᾽ ; ἧς ἐγγίζομεν τῷ ; θεῷ.
فَإِنَّ النَّامُوسَ يُقِيمُ أُنَاسًا بِهِمْ ضَعْفٌ رُؤَسَاءَ كَهَنَةٍ. وَأَمَّا كَلِمَةُ الْقَسَمِ الَّتِي بَعْدَ النَّامُوسِ فَتُقِيمُ ابْنًا مُكَمَّلاً إِلَى الأَبَدِ.
γὰρ ὁ ; νόμος καθίστησιν ἀνθρώπους ἔχοντας ἀσθένειαν, ἀρχιερεῖς δὲ ὁ ; λόγος τῆς ; ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν ; νόμον υἱὸν τετελειωμένον.¶ εἰς τὸν ; αἰῶνα
الَّذِي هُوَ رَمْزٌ لِلْوَقْتِ الْحَاضِرِ، الَّذِي فِيهِ تُقَدَّمُ قَرَابِينُ وَذَبَائِحُ، لاَ يُمْكِنُ مِنْ جِهَةِ الضَّمِيرِ أَنْ تُكَمِّلَ الَّذِي يَخْدِمُ،
ἥτις παραβολὴ εἰς ; τὸν ; καιρὸν τὸν ; ἐνεστηκότα, καθ᾽ ; ὃν προσφέρονται δῶρά τε ; καὶ ; θυσίαι μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα,
لأَنَّ النَّامُوسَ، إِذْ لَهُ ظِلُّ الْخَيْرَاتِ الْعَتِيدَةِ لاَ نَفْسُ صُورَةِ الأَشْيَاءِ، لاَ يَقْدِرُ أَبَدًا بِنَفْسِ الذَّبَائِحِ كُلَّ سَنَةٍ، الَّتِي يُقَدِّمُونَهَا عَلَى الدَّوَامِ، أَنْ يُكَمِّلَ الَّذِينَ يَتَقَدَّمُونَ.
γὰρ ὁ ; νόμος ἔχων Σκιὰν τῶν ; ἀγαθῶν, μελλόντων οὐκ αὐτὴν τὴν ; εἰκόνα τῶν ; πραγμάτων, οὐδέποτε ; δύναται ταῖς ; αὐταῖς θυσίαις κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ ; διηνεκὲς τελειῶσαι· τοὺς προσερχομένους
لأَنَّهُ بِقُرْبَانٍ وَاحِدٍ قَدْ أَكْمَلَ إِلَى الأَبَدِ الْمُقَدَّسِينَ.
γὰρ προσφορᾷ μιᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ ; διηνεκὲς τοὺς ; ἁγιαζομένους.
اللهُ فَنَظَرَ لَنَا شَيْئًا أَفْضَلَ، لِكَيْ لاَ يُكْمَلُوا بِدُونِنَا.
τοῦ ; θεοῦ προβλεψαμένου, περὶ ; ἡμῶν τι κρεῖττόν ἵνα μὴ τελειωθῶσιν.¶ χωρὶς ; ἡμῶν
وَكَنِيسَةُ أَبْكَارٍ مَكْتُوبِينَ فِي السَّمَاوَاتِ، وَإِلَى اللهِ دَيَّانِ الْجَمِيعِ، وَإِلَى أَرْوَاحِ أَبْرَارٍ مُكَمَّلِينَ،
καὶ ; ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς καὶ θεῷ κριτῇ πάντων καὶ πνεύμασιν δικαίων τετελειωμένων
فَتَرَى أَنَّ الإِيمَانَ عَمِلَ مَعَ أَعْمَالِهِ، وَبِالأَعْمَالِ أُكْمِلَ الإِيمَانُ،
βλέπεις ὅτι ἡ ; πίστις συνήργει τοῖς ; ἔργοις ; αὐτοῦ καὶ ; ἐκ ; τῶν ; ἔργων ἐτελειώθη; ἡ ; πίστις
وَأَمَّا مَنْ حَفِظَ كَلِمَتَهُ، فَحَقًّا فِي هذَا قَدْ تَكَمَّلَتْ مَحَبَّةُ اللهِ. بِهذَا نَعْرِفُ أَنَّنَا فِيهِ:
δ᾽ ἂν τηρῇ αὐτοῦ ; τὸν ; λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ τετελείωται. ἡ ; ἀγάπη τοῦ ; θεοῦ ἐν ; τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ; ἐσμεν. ἐν ; αὐτῷ
اَللهُ لَمْ يَنْظُرْهُ قَطُّ. إِنْ أَحَبَّ بَعْضُنَا بَعْضًا، فَاللهُ يَثْبُتُ فِينَا، وَمَحَبَّتُهُ قَدْ تَكَمَّلَتْ فِينَا.
θεὸν οὐδεὶς τεθέαται· πώποτε ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, θεὸς μένει ἐν ; ἡμῖν ἀγάπη ; αὐτοῦ τετελειωμένη ἐν ; ἡμῖν
بِهذَا تَكَمَّلَتِ الْمَحَبَّةُ فِينَا: أَنْ يَكُونَ لَنَا ثِقَةٌ فِي يَوْمِ الدِّينِ، لأَنَّهُ كَمَا هُوَ فِي هذَا الْعَالَمِ، نَحْنُ أَيْضًا.
ἐν ; τούτῳ τετελείωται ἀγάπη μεθ᾽ ; ἡμῶν, ἵνα ἔχωμεν παρρησίαν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐν τούτῳ. κόσμῳ ἡμεῖς καὶ
لاَ خَوْفَ فِي الْمَحَبَّةِ، بَلِ الْمَحَبَّةُ الْكَامِلَةُ تَطْرَحُ الْخَوْفَ إِلَى خَارِجٍ لأَنَّ الْخَوْفَ لَهُ عَذَابٌ. وَأَمَّا مَنْ خَافَ فَلَمْ يَتَكَمَّلْ فِي الْمَحَبَّةِ.
οὐκ φόβος ἐν ἀγάπῃ, ἀλλ᾽ ἀγάπη τελεία βάλλει φόβον, ἔξω ὅτι φόβος ἔχει· κόλασιν ὁ ; δὲ ; φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν ἀγάπῃ.