ك
إصحاح
G4756
G4757. stratiṓtēs
G4758
المعنى المختصر للكلمة
stratiṓtēs: a camper-out, i.e. a (common) warrior (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي στρατιώτης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق stratiṓtēs (strat-ee-o-tace)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a camper-out, i.e. a (common) warrior (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
soldier

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

στρατιώτας (3×) οἱ ; στρατιῶται (3×) τῶν ; στρατιωτῶν (2×) τοῖς ; στρατιώταις (2×) στρατιωτῶν (2×) Οἱ ; στρατιῶται (2×) ὡς ; στρατιώτης (1×) στρατιώτῃ.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ. لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. أَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِيَ: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ καὶ ἄνθρωπός ; εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας ὑπ᾽ ; ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.¶
متى 28: 12 Mat.28.12
فَاجْتَمَعُوا مَعَ الشُّيُوخِ، وَتَشَاوَرُوا، وَأَعْطَوُا الْعَسْكَرَ فِضَّةً كَثِيرَةً
καὶ ; συναχθέντες μετὰ τῶν ; πρεσβυτέρων συμβούλιόν ; τε ; λαβόντες ἔδωκαν τοῖς ; στρατιώταις ἀργύρια ἱκανὰ
فَمَضَى بِهِ الْعَسْكَرُ إِلَى دَاخِلِ الدَّارِ، الَّتِي هِيَ دَارُ الْوِلاَيَةِ، وَجَمَعُوا كُلَّ الْكَتِيبَةِ.
δὲ ; ἀπήγαγον αὐτὸν Οἱ ; στρατιῶται ἔσω τῆς ; αὐλῆς, ὅ ἐστιν πραιτώριον, καὶ ; συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν ; σπεῖραν
لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ مُرَتَّبٌ تَحْتَ سُلْطَانٍ، لِي جُنْدٌ تَحْتَ يَدِي. وَأَقُولُ لِهذَا: اذْهَبْ. فَيَذْهَبُ، وَلآخَرَ: ائْتِ. فَيَأْتِي، وَلِعَبْدِي: افْعَلْ هذَا. فَيَفْعَلُ.
γὰρ ἐγὼ ; εἰμι καὶ ἄνθρωπός τασσόμενος, ὑπὸ ἐξουσίαν ἔχων στρατιώτας. ὑπ᾽ ἐμαυτὸν καὶ ; λέγω τούτῳ· πορεύθητι, καὶ ; πορεύεται, καὶ ; ἄλλῳ· ἔρχου, καὶ ; ἔρχεται, καὶ ; τῷ ; δούλῳ ; μου· ποίησον τοῦτο, καὶ ; ποιεῖ.
وَالْجُنْدُ أَيْضًا اسْتَهْزَأُوا بِهِ وَهُمْ يَأْتُونَ وَيُقَدِّمُونَ لَهُ خَلاُ،
δὲ ; οἱ ; στρατιῶται καὶ ἐνέπαιζον αὐτῷ προσερχόμενοι, καὶ ; προσφέροντες αὐτῷ ὄξος
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
ثُمَّ إِنَّ الْعَسْكَرَ لَمَّا كَانُوا قَدْ صَلَبُوا يَسُوعَ، أَخَذُوا ثِيَابَهُ وَجَعَلُوهَا أَرْبَعَةَ أَقْسَامٍ، لِكُلِّ عَسْكَرِيٍّ قِسْمًا. وَأَخَذُوا الْقَمِيصَ وَكَانَ الْقَمِيصُ بِغَيْرِ خِيَاطَةٍ، مَنْسُوجًا كُلُّهُ مِنْ فَوْقُ.
οὖν Οἱ ; στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ; Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ; ἱμάτια ; αὐτοῦ καὶ ; ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν ; χιτῶνα. δὲ ; ἦν ὁ ; χιτὼν ἄραφος, ὑφαντὸς δι᾽ ; ὅλου. ἐκ τῶν ; ἄνωθεν
فَقَالَ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لاَ نَشُقُّهُ، بَلْ نَقْتَرِعُ عَلَيْهِ لِمَنْ يَكُونُ. لِيَتِمَّ الْكِتَابُ الْقَائِلُ: اقْتَسَمُوا ثِيَابِي بَيْنَهُمْ، وَعَلَى لِبَاسِي أَلْقَوْا قُرْعَةً. هذَا فَعَلَهُ الْعَسْكَرُ.
εἶπαν ; οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν ; αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ ; αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ; πληρωθῇ ἡ ; γραφὴ ἡ ; λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ; ἱμάτιά ; μου ἑαυτοῖς καὶ ; ἐπὶ τὸν ; ἱματισμόν ; μου ἔβαλον κλῆρον.¶ ταῦτα ἐποίησαν, Οἱ ; στρατιῶται
فَأَتَى الْعَسْكَرُ وَكَسَرُوا سَاقَيِ الأَوَّلِ وَالآخَرِ الْمَصْلُوبِ مَعَهُ.
ἦλθον ; οὖν οἱ ; στρατιῶται καὶ ; κατέαξαν τὰ ; σκέλη τοῦ ; πρώτου καὶ ; τοῦ ; ἄλλου τοῦ ; συσταυρωθέντος αὐτῷ.
لكِنَّ وَاحِدًا مِنَ الْعَسْكَرِ طَعَنَ جَنْبَهُ بِحَرْبَةٍ، وَلِلْوَقْتِ خَرَجَ دَمٌ وَمَاءٌ.
ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν ἔνυξεν, αὐτοῦ ; τὴν ; πλευρὰν λόγχῃ καὶ ; εὐθὺς ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ; ὕδωρ.
فَلَمَّا انْطَلَقَ الْمَلاَكُ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُ كَرْنِيلِيُوسَ، نَادَى اثْنَيْنِ مِنْ خُدَّامِهِ، وَعَسْكَرِيًّا تَقِيًّا مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يُلاَزِمُونَهُ،
Ὡς ; δὲ ἀπῆλθεν ὁ ; ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ ; Κορνηλίῳ φωνήσας δύο τῶν ; οἰκετῶν ; αὐτοῦ καὶ ; στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων ; αὐτῷ,
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
فَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ حَصَلَ اضْطِرَابٌ لَيْسَ بِقَلِيل بَيْنَ الْعَسْكَرِ: تُرَى مَاذَا جَرَى لِبُطْرُسَ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς ; στρατιώταις τί ; ἄρα ἐγένετο. ὁ ; Πέτρος
فَلِلْوَقْتِ أَخَذَ عَسْكَرًا وَقُوَّادَ مِئَاتٍ وَرَكَضَ إِلَيْهِمْ. فَلَمَّا رأَوْا الأَمِيرَ وَالْعَسْكَرَ كَفُّوا عَنْ ضَرْبِ بُولُسَ.
ὃς ; ἐξαυτῆς παραλαβὼν στρατιώτας καὶ ; ἑκατοντάρχας κατέδραμεν ἐπ᾽ ; αὐτούς. δὲ ἰδόντες τὸν ; χιλίαρχον καὶ ; στρατιώτας ; τοὺς ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν ; Παῦλον.
وَلَمَّا صَارَ عَلَى الدَّرَجِ اتَّفَقَ أَنَّ الْعَسْكَرَ حَمَلَهُ بِسَبَبِ عُنْفِ الْجَمْعِ،
ὅτε ; δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ; ἀναβαθμούς, συνέβη τῶν ; στρατιωτῶν βαστάζεσθαι ; αὐτὸν διὰ τὴν ; βίαν τοῦ ; ὄχλου·
ثُمَّ دَعَا اثْنَيْنِ مِنْ قُوَّادِ الْمِئَاتِ وَقَالَ: أَعِدَّا مِئَتَيْ عَسْكَرِيٍّ لِيَذْهَبُوا إِلَى قَيْصَرِيَّةَ، وَسَبْعِينَ فَارِسًا وَمِئَتَيْ رَامِحٍ، مِنَ السَّاعَةِ الثَّالِثَةِ مِنَ اللَّيْلِ.
Καὶ προσκαλεσάμενος δύο ; τινὰς τῶν ἑκατονταρχῶν εἶπεν· ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας ὅπως ; πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας καὶ ; ἑβδομήκοντα ἱππεῖς καὶ ; διακοσίους δεξιολάβους ἀπὸ ὥρας τρίτης τῆς νυκτός,
فَالْعَسْكَرُ أَخَذُوا بُولُسَ كَمَا أُمِرُوا، وَذَهَبُوا بِهِ لَيْلاً إِلَى أَنْتِيبَاتْرِيسَ.
Οἱ ; μὲν ; οὖν ; στρατιῶται ἀναλαβόντες τὸν ; Παῦλον κατὰ τὸ ; διατεταγμένον ἤγαγον διὰ ; τῆς ; νυκτὸς εἰς τὴν ; Ἀντιπατρίδα.
قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ وَالْعَسْكَرِ: إِنْ لَمْ يَبْقَ هؤُلاَءِ فِي السَّفِينَةِ فَأَنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَنْجُوا.
εἶπεν ὁ ; Παῦλος τῷ ; ἑκατοντάρχῃ καὶ ; τοῖς ; στρατιώταις· ἐὰν ; μὴ μείνωσιν οὗτοι ἐν τῷ ; πλοίῳ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε. σωθῆναι
حِينَئِذٍ قَطَعَ الْعَسْكَرُ حِبَالَ الْقَارِبِ وَتَرَكُوهُ يَسْقُطُ.
τότε ἀπέκοψαν οἱ ; στρατιῶται τὰ ; σχοινία τῆς ; σκάφης καὶ ; εἴασαν ; αὐτὴν ἐκπεσεῖν.¶
فَكَانَ رَأْيُ الْعَسْكَرِ أَنْ يَقْتُلُوا الأَسْرَى لِئَلاَّ يَسْبَحَ أَحَدٌ مِنْهُمْ فَيَهْرُبَ.
δὲ ; ἐγένετο βουλὴ τῶν ; στρατιωτῶν ἵνα ἀποκτείνωσιν, τοὺς ; δεσμώτας μή ἐκκολυμβήσας τις διαφύγοι
وَلَمَّا أَتَيْنَا إِلَى رُومِيَةَ سَلَّمَ قَائِدُ الْمِئَةِ الأَسْرَى إِلَى رَئِيسِ الْمُعَسْكَرِ، وَأَمَّا بُولُسُ فَأُذِنَ لَهُ أَنْ يُقِيمَ وَحْدَهُ مَعَ الْعَسْكَرِيِّ الَّذِي كَانَ يَحْرُسُهُ.
Ὅτε ; δὲ ἤλθομεν εἰς Ῥώμην, παρέδωκεν ὁ ; ἑκατόνταρχος τοὺς ; δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ δὲ τῷ ; Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾽ ; ἑαυτὸν σὺν στρατιώτῃ.¶ τῷ φυλάσσοντι ; αὐτὸν
فَاشْتَرِكْ أَنْتَ فِي احْتِمَالِ الْمَشَقَّاتِ كَجُنْدِيٍّ صَالِحٍ لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ.
σὺ ; οὖν ; κακοπάθησον ὡς ; στρατιώτης καλὸς Ἰησοῦ. Χριστοῦ