ك
إصحاح
G4189
G4190. ponērós
G4191
المعنى المختصر للكلمة
ponērós: hurtful, i.e. evil (properly, in effect or influence, and thus differing from , which refers rather to essential character, as well as from , which indicates degeneracy from original virtue)
اللفظ الأصلي πονηρός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ponērós (pon-ay-ros)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 hurtful, i.e. evil (properly, in effect or influence, and thus differing from , which refers rather to essential character, as well as from , which indicates degeneracy from original virtue)
2 figuratively, calamitous
3 also (passively) ill, i.e. diseased
4 but especially (morally) culpable, i.e. derelict, vicious, facinorous
5 neuter (singular) mischief, malice, or (plural) guilt
6 masculine (singular) the devil, or (plural) sinners
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bad evil grievous harm lewd malicious wicked(-ness)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πονηρὰ (6×) πονηρὸς (5×) πονηροῦ (5×) τοῦ ; πονηροῦ (4×) πονηροὺς (4×) πονηροὶ (4×) τὰ ; πονηρὰ (3×) πονηρῶν (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
طُوبَى لَكُمْ إِذَا عَيَّرُوكُمْ وَطَرَدُوكُمْ وَقَالُوا عَلَيْكُمْ كُلَّ كَلِمَةٍ شِرِّيرَةٍ، مِنْ أَجْلِي، كَاذِبِينَ.
Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ; ὑμᾶς διώξωσιν ; καὶ καὶ ; εἴπωσιν καθ᾽ ; ὑμῶν πᾶν ῥῆμα πονηρὸν ἕνεκεν ἐμοῦ. ψευδόμενοι
بَلْ لِيَكُنْ كَلاَمُكُمْ: نَعَمْ نَعَمْ، لاَ لاَ. وَمَا زَادَ عَلَى ذلِكَ فَهُوَ مِنَ الشِّرِّيرِ.
δὲ ἔστω ὁ ; λόγος ; ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· δὲ τὸ ; περισσὸν τούτων ἐστιν.¶ ἐκ τοῦ ; πονηροῦ
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: لاَ تُقَاوِمُوا الشَّرَّ، بَلْ مَنْ لَطَمَكَ عَلَى خَدِّكَ الأَيْمَنِ فَحَوِّلْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ ; πονηρῷ. ἀλλ᾽ ὅστις σε ; ῥαπίσει ἐπί τὴν ; σιαγόνα ; σου, δεξιὰν στρέψον αὐτῷ τὴν ; ἄλλην· καὶ
لِكَيْ تَكُونُوا أَبْنَاءَ أَبِيكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، فَإِنَّهُ يُشْرِقُ شَمْسَهُ عَلَى الأَشْرَارِ وَالصَّالِحِينَ، وَيُمْطِرُ عَلَى الأَبْرَارِ وَالظَّالِمِينَ.
ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι ἀνατέλλει τὸν ; ἥλιον ; αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ; ἀγαθοὺς καὶ ; βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ; ἀδίκους.
وَلاَ تُدْخِلْنَا فِي تَجْرِبَةٍ، لكِنْ نَجِّنَا مِنَ الشِّرِّيرِ. لأَنَّ لَكَ الْمُلْكَ، وَالْقُوَّةَ، وَالْمَجْدَ، إِلَى الأَبَدِ. آمِينَ.
καὶ ; μὴ εἰσενέγκῃς ; ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ; ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ; πονηροῦ ὅτι σοῦ ἐστιν ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; δόξα εἰς τοῦς ; αἰῶνας ἀμήν.
وَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ شِرِّيرَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ مُظْلِمًا، فَإِنْ كَانَ النُّورُ الَّذِي فِيكَ ظَلاَمًا فَالظَّلاَمُ كَمْ يَكُونُ.
ἐὰν ; δὲ ᾖ, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου πονηρὸς τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ἔσται. σκοτεινὸν εἰ ; οὖν ἐστίν, τὸ ; φῶς τὸ ἐν ; σοὶ σκότος τὸ ; σκότος πόσον.¶
فَإِنْ كُنْتُمْ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ تَعْرِفُونَ أَنْ تُعْطُوا أَوْلاَدَكُمْ عَطَايَا جَيِّدَةً، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ أَبُوكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، يَهَبُ خَيْرَاتٍ لِلَّذِينَ يَسْأَلُونَهُ.
εἰ ; οὖν ὑμεῖς ὄντες πονηροὶ οἴδατε διδόναι τοῖς ; τέκνοις ; ὑμῶν, δόματα ἀγαθὰ πόσῳ μᾶλλον ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν ; αὐτόν;¶
هكَذَا كُلُّ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تَصْنَعُ أَثْمَارًا جَيِّدَةً، وَأَمَّا الشَّجَرَةُ الرَّدِيَّةُ فَتَصْنَعُ أَثْمَارًا رَدِيَّةً،
οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖ, καρποὺς καλοὺς δὲ τὸ ; δένδρον σαπρὸν ποιεῖ. καρποὺς πονηροὺς
لاَ تَقْدِرُ شَجَرَةٌ جَيِّدَةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا رَدِيَّةً، وَلاَ شَجَرَةٌ رَدِيَّةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا جَيِّدَةً.
οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖν καρποὺς πονηροὺς οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιεῖν. καρποὺς καλοὺς
فَعَلِمَ يَسُوعُ أَفْكَارَهُمْ، فَقَالَ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ بِالشَّرِّ فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἐνθυμήσεις ; αὐτῶν εἶπεν· ἱνατί ὑμεῖς ; ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
متى 12: 34 Mat.12.34
يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي. كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَتَكَلَّمُوا بِالصَّالِحَاتِ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْب يَتَكَلَّمُ الْفَمُ.
γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε λαλεῖν ἀγαθὰ ὄντες; πονηροὶ γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ.¶ τὸ ; στόμα
متى 12: 35 Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 35 Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 35 Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 39 Mat.12.39
فَأَجابَ وَقَالَ لَهُمْ: جِيلٌ شِرِّيرٌ وَفَاسِقٌ يَطْلُبُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου.
متى 12: 45 Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 12: 45 Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 13: 19 Mat.13.19
كُلُّ مَنْ يَسْمَعُ كَلِمَةَ الْمَلَكُوتِ وَلاَ يَفْهَمُ، فَيَأْتِي الشِّرِّيرُ وَيَخْطَفُ مَا قَدْ زُرِعَ فِي قَلْبِهِ. هذَا هُوَ الْمَزْرُوعُ عَلَى الطَّرِيقِ.
παντὸς ἀκούοντος τὸν ; λόγον τῆς ; βασιλείας καὶ ; μὴ συνιέντος ἔρχεται ὁ ; πονηρὸς καὶ ; ἁρπάζει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ ; σπαρείς. παρὰ τὴν ; ὁδὸν
متى 13: 38 Mat.13.38
وَالْحَقْلُ هُوَ الْعَالَمُ. وَالزَّرْعُ الْجَيِّدُ هُوَ بَنُو الْمَلَكُوتِ. وَالزَّوَانُ هُوَ بَنُو الشِّرِّيرِ.
ὁ ; δὲ ; ἀγρός ἐστιν ὁ ; κόσμος· τὸ ; δὲ ; σπέρμα, καλὸν οὗτοί ; εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τῆς ; βασιλείας· τὰ ; δὲ ; ζιζάνιά εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; πονηροῦ·
متى 13: 49 Mat.13.49
هكَذَا يَكُونُ فِي انْقِضَاءِ الْعَالَمِ: يَخْرُجُ الْمَلاَئِكَةُ وَيُفْرِزُونَ الأَشْرَارَ مِنْ بَيْنِ الأَبْرَارِ،
οὕτως ἔσται ἐν τῇ ; συντελείᾳ τοῦ ; αἰῶνος· ἐξελεύσονται οἱ ; ἄγγελοι καὶ ; ἀφοριοῦσιν τοὺς ; πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν ; δικαίων
متى 15: 19 Mat.15.19
لأَنْ مِنَ الْقَلْب تَخْرُجُ أَفْكَارٌ شِرِّيرَةٌ: قَتْلٌ، زِنىً، فِسْقٌ، سِرْقَةٌ، شَهَادَةُ زُورٍ، تَجْدِيفٌ.
γὰρ ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
جِيلٌ شِرِّيرٌ فَاسِقٌ يَلْتَمِسُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ. ثُمَّ تَرَكَهُمْ وَمَضَى.
γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου. καὶ καταλιπὼν ; αὐτοὺς ἀπῆλθεν.¶
متى 18: 32 Mat.18.32
فَدَعَاهُ حِينَئِذٍ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ، كُلُّ ذلِكَ الدَّيْنِ تَرَكْتُهُ لَكَ لأَنَّكَ طَلَبْتَ إِلَيَّ.
προσκαλεσάμενος ; αὐτὸν Τότε ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ἐκείνην τὴν ; ὀφειλὴν ἀφῆκά σοι ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
متى 22: 10 Mat.22.10
فَخَرَجَ أُولئِكَ الْعَبِيدُ إِلَى الطُّرُقِ، وَجَمَعُوا كُلَّ الَّذِينَ وَجَدُوهُمْ أَشْرَارًا وَصَالِحِينَ. فَامْتَلأَ الْعُرْسُ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ.
καὶ ; ἐξελθόντες ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι εἰς τὰς ; ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς καὶ ; ἀγαθούς· καὶ ; ἐπλήσθη ὁ ; γάμος ἀνακειμένων.¶
متى 25: 26 Mat.25.26
فَأَجَابَ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ وَالْكَسْلاَنُ، عَرَفْتَ أَنِّي أَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ أَزْرَعْ، وَأَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ أَبْذُرْ،
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· δοῦλε πονηρὲ καὶ ; ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ ; συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα;
سِرْقَةٌ، طَمَعٌ، خُبْثٌ، مَكْرٌ، عَهَارَةٌ، عَيْنٌ شِرِّيرَةٌ، تَجْدِيفٌ، كِبْرِيَاءُ، جَهْلٌ.
κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη·
جَمِيعُ هذِهِ الشُّرُورِ تَخْرُجُ مِنَ الدَّاخِلِ وَتُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
πάντα ταῦτα τὰ ; πονηρὰ ἐκπορεύεται ἔσωθεν καὶ ; κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶