المعنى المختصر للكلمة
ponērós:
hurtful, i.e. evil (properly, in effect or
influence, and thus differing from , which refers rather to
essential character, as well as from , which indicates degeneracy
from original virtue)
اللفظ الأصلي
πονηρός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ponērós
(pon-ay-ros)
تكرار الورود في الكتاب
74
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
hurtful, i.e. evil (properly, in effect or
influence, and thus differing from , which refers rather to
essential character, as well as from , which indicates degeneracy
from original virtue)
2
figuratively, calamitous
3
also (passively) ill,
i.e. diseased
4
but especially (morally) culpable, i.e. derelict,
vicious, facinorous
5
neuter (singular) mischief, malice, or (plural)
guilt
6
masculine (singular) the devil, or (plural) sinners
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bad
evil
grievous
harm
lewd
malicious
wicked(-ness)
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πονηρὰ (6×)
πονηρὸς (5×)
πονηροῦ (5×)
τοῦ ; πονηροῦ (4×)
πονηροὺς (4×)
πονηροὶ (4×)
τὰ ; πονηρὰ (3×)
πονηρῶν (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 5: 11
Mat.5.11
طُوبَى لَكُمْ إِذَا عَيَّرُوكُمْ وَطَرَدُوكُمْ وَقَالُوا عَلَيْكُمْ كُلَّ كَلِمَةٍ شِرِّيرَةٍ، مِنْ أَجْلِي، كَاذِبِينَ.
Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ; ὑμᾶς διώξωσιν ; καὶ καὶ ; εἴπωσιν καθ᾽ ; ὑμῶν πᾶν ῥῆμα πονηρὸν ἕνεκεν ἐμοῦ. ψευδόμενοι
متى 5: 37
Mat.5.37
بَلْ لِيَكُنْ كَلاَمُكُمْ: نَعَمْ نَعَمْ، لاَ لاَ. وَمَا زَادَ عَلَى ذلِكَ فَهُوَ مِنَ الشِّرِّيرِ.
δὲ ἔστω ὁ ; λόγος ; ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· δὲ τὸ ; περισσὸν τούτων ἐστιν.¶ ἐκ τοῦ ; πονηροῦ
متى 5: 39
Mat.5.39
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: لاَ تُقَاوِمُوا الشَّرَّ، بَلْ مَنْ لَطَمَكَ عَلَى خَدِّكَ الأَيْمَنِ فَحَوِّلْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ ; πονηρῷ. ἀλλ᾽ ὅστις σε ; ῥαπίσει ἐπί τὴν ; σιαγόνα ; σου, δεξιὰν στρέψον αὐτῷ τὴν ; ἄλλην· καὶ
متى 5: 45
Mat.5.45
لِكَيْ تَكُونُوا أَبْنَاءَ أَبِيكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، فَإِنَّهُ يُشْرِقُ شَمْسَهُ عَلَى الأَشْرَارِ وَالصَّالِحِينَ، وَيُمْطِرُ عَلَى الأَبْرَارِ وَالظَّالِمِينَ.
ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ ; πατρὸς ; ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι ἀνατέλλει τὸν ; ἥλιον ; αὐτοῦ ἐπὶ πονηροὺς καὶ ; ἀγαθοὺς καὶ ; βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ; ἀδίκους.
متى 6: 13
Mat.6.13
وَلاَ تُدْخِلْنَا فِي تَجْرِبَةٍ، لكِنْ نَجِّنَا مِنَ الشِّرِّيرِ. لأَنَّ لَكَ الْمُلْكَ، وَالْقُوَّةَ، وَالْمَجْدَ، إِلَى الأَبَدِ. آمِينَ.
καὶ ; μὴ εἰσενέγκῃς ; ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ; ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ; πονηροῦ ὅτι σοῦ ἐστιν ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; δόξα εἰς τοῦς ; αἰῶνας ἀμήν.
متى 6: 23
Mat.6.23
وَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ شِرِّيرَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ مُظْلِمًا، فَإِنْ كَانَ النُّورُ الَّذِي فِيكَ ظَلاَمًا فَالظَّلاَمُ كَمْ يَكُونُ.
ἐὰν ; δὲ ᾖ, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου πονηρὸς τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ἔσται. σκοτεινὸν εἰ ; οὖν ἐστίν, τὸ ; φῶς τὸ ἐν ; σοὶ σκότος τὸ ; σκότος πόσον.¶
متى 7: 11
Mat.7.11
فَإِنْ كُنْتُمْ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ تَعْرِفُونَ أَنْ تُعْطُوا أَوْلاَدَكُمْ عَطَايَا جَيِّدَةً، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ أَبُوكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، يَهَبُ خَيْرَاتٍ لِلَّذِينَ يَسْأَلُونَهُ.
εἰ ; οὖν ὑμεῖς ὄντες πονηροὶ οἴδατε διδόναι τοῖς ; τέκνοις ; ὑμῶν, δόματα ἀγαθὰ πόσῳ μᾶλλον ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν ; αὐτόν;¶
متى 7: 17
Mat.7.17
هكَذَا كُلُّ شَجَرَةٍ جَيِّدَةٍ تَصْنَعُ أَثْمَارًا جَيِّدَةً، وَأَمَّا الشَّجَرَةُ الرَّدِيَّةُ فَتَصْنَعُ أَثْمَارًا رَدِيَّةً،
οὕτως πᾶν δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖ, καρποὺς καλοὺς δὲ τὸ ; δένδρον σαπρὸν ποιεῖ. καρποὺς πονηροὺς
متى 7: 18
Mat.7.18
لاَ تَقْدِرُ شَجَرَةٌ جَيِّدَةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا رَدِيَّةً، وَلاَ شَجَرَةٌ رَدِيَّةٌ أَنْ تَصْنَعَ أَثْمَارًا جَيِّدَةً.
οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν ποιεῖν καρποὺς πονηροὺς οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιεῖν. καρποὺς καλοὺς
متى 9: 4
Mat.9.4
فَعَلِمَ يَسُوعُ أَفْكَارَهُمْ، فَقَالَ: لِمَاذَا تُفَكِّرُونَ بِالشَّرِّ فِي قُلُوبِكُمْ.
καὶ ; ἰδὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἐνθυμήσεις ; αὐτῶν εἶπεν· ἱνατί ὑμεῖς ; ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν;
متى 12: 34
Mat.12.34
يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي. كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَتَكَلَّمُوا بِالصَّالِحَاتِ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْب يَتَكَلَّمُ الْفَمُ.
γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε λαλεῖν ἀγαθὰ ὄντες; πονηροὶ γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ.¶ τὸ ; στόμα
متى 12: 35
Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 35
Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 35
Mat.12.35
اَلإِنْسَانُ الصَّالِحُ مِنَ الْكَنْزِ الصَّالِحِ فِي الْقَلْب يُخْرِجُ الصَّالِحَاتِ، وَالإِنْسَانُ الشِّرِّيرُ مِنَ الْكَنْزِ الشِّرِّيرِ يُخْرِجُ الشُّرُورَ.
Ὁ ; ἄνθρωπος ἀγαθὸς ἐκ τοῦ ; θησαυροῦ ἀγαθοῦ τῆς ; καρδίας ἐκβάλλει τά ; ἀγαθά, καὶ ; ὁ ; ἄνθρωπος πονηρὸς ἐκ θησαυροῦ ; τοῦ πονηροῦ ἐκβάλλει πονηρά.¶
متى 12: 39
Mat.12.39
فَأَجابَ وَقَالَ لَهُمْ: جِيلٌ شِرِّيرٌ وَفَاسِقٌ يَطْلُبُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου.
متى 12: 45
Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 12: 45
Mat.12.45
ثُمَّ يَذْهَبُ وَيَأْخُذُ مَعَهُ سَبْعَةَ أَرْوَاحٍ أُخَرَ أَشَرَّ مِنْهُ، فَتَدْخُلُ وَتَسْكُنُ هُنَاكَ، فَتَصِيرُ أَوَاخِرُ ذلِكَ الإِنْسَانِ أَشَرَّ مِنْ أَوَائِلِهِ. هكَذَا يَكُونُ أَيْضًا لِهذَا الْجِيلِ الشَّرِّيرِ.
τότε πορεύεται καὶ ; παραλαμβάνει μεθ᾽ ; ἑαυτοῦ ἑπτὰ πνεύματα ἕτερα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ ; εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ· καὶ ; γίνεται τὰ ; ἔσχατα ἐκείνου τοῦ ; ἀνθρώπου χείρονα τῶν ; πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ ταύτῃ τῇ ; γενεᾷ τῇ ; πονηρᾷ.¶
متى 13: 19
Mat.13.19
كُلُّ مَنْ يَسْمَعُ كَلِمَةَ الْمَلَكُوتِ وَلاَ يَفْهَمُ، فَيَأْتِي الشِّرِّيرُ وَيَخْطَفُ مَا قَدْ زُرِعَ فِي قَلْبِهِ. هذَا هُوَ الْمَزْرُوعُ عَلَى الطَّرِيقِ.
παντὸς ἀκούοντος τὸν ; λόγον τῆς ; βασιλείας καὶ ; μὴ συνιέντος ἔρχεται ὁ ; πονηρὸς καὶ ; ἁρπάζει τὸ ἐσπαρμένον ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν ὁ ; σπαρείς. παρὰ τὴν ; ὁδὸν
متى 13: 38
Mat.13.38
وَالْحَقْلُ هُوَ الْعَالَمُ. وَالزَّرْعُ الْجَيِّدُ هُوَ بَنُو الْمَلَكُوتِ. وَالزَّوَانُ هُوَ بَنُو الشِّرِّيرِ.
ὁ ; δὲ ; ἀγρός ἐστιν ὁ ; κόσμος· τὸ ; δὲ ; σπέρμα, καλὸν οὗτοί ; εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τῆς ; βασιλείας· τὰ ; δὲ ; ζιζάνιά εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; πονηροῦ·
متى 13: 49
Mat.13.49
هكَذَا يَكُونُ فِي انْقِضَاءِ الْعَالَمِ: يَخْرُجُ الْمَلاَئِكَةُ وَيُفْرِزُونَ الأَشْرَارَ مِنْ بَيْنِ الأَبْرَارِ،
οὕτως ἔσται ἐν τῇ ; συντελείᾳ τοῦ ; αἰῶνος· ἐξελεύσονται οἱ ; ἄγγελοι καὶ ; ἀφοριοῦσιν τοὺς ; πονηροὺς ἐκ μέσου τῶν ; δικαίων
متى 15: 19
Mat.15.19
لأَنْ مِنَ الْقَلْب تَخْرُجُ أَفْكَارٌ شِرِّيرَةٌ: قَتْلٌ، زِنىً، فِسْقٌ، سِرْقَةٌ، شَهَادَةُ زُورٍ، تَجْدِيفٌ.
γὰρ ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
متى 16: 4
Mat.16.4
جِيلٌ شِرِّيرٌ فَاسِقٌ يَلْتَمِسُ آيَةً، وَلاَ تُعْطَى لَهُ آيَةٌ إِلاَّ آيَةَ يُونَانَ النَّبِيِّ. ثُمَّ تَرَكَهُمْ وَمَضَى.
γενεὰ πονηρὰ καὶ ; μοιχαλὶς ἐπιζητεῖ· σημεῖον καὶ ; οὐ δοθήσεται αὐτῇ σημεῖον εἰ ; μὴ τὸ ; σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ ; προφήτου. καὶ καταλιπὼν ; αὐτοὺς ἀπῆλθεν.¶
متى 18: 32
Mat.18.32
فَدَعَاهُ حِينَئِذٍ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ، كُلُّ ذلِكَ الدَّيْنِ تَرَكْتُهُ لَكَ لأَنَّكَ طَلَبْتَ إِلَيَّ.
προσκαλεσάμενος ; αὐτὸν Τότε ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν ἐκείνην τὴν ; ὀφειλὴν ἀφῆκά σοι ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
متى 22: 10
Mat.22.10
فَخَرَجَ أُولئِكَ الْعَبِيدُ إِلَى الطُّرُقِ، وَجَمَعُوا كُلَّ الَّذِينَ وَجَدُوهُمْ أَشْرَارًا وَصَالِحِينَ. فَامْتَلأَ الْعُرْسُ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ.
καὶ ; ἐξελθόντες ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι εἰς τὰς ; ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς καὶ ; ἀγαθούς· καὶ ; ἐπλήσθη ὁ ; γάμος ἀνακειμένων.¶
متى 25: 26
Mat.25.26
فَأَجَابَ سَيِّدُهُ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْعَبْدُ الشِّرِّيرُ وَالْكَسْلاَنُ، عَرَفْتَ أَنِّي أَحْصُدُ حَيْثُ لَمْ أَزْرَعْ، وَأَجْمَعُ مِنْ حَيْثُ لَمْ أَبْذُرْ،
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· δοῦλε πονηρὲ καὶ ; ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ ; συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα;
مرقس 7: 22
Mrk.7.22
سِرْقَةٌ، طَمَعٌ، خُبْثٌ، مَكْرٌ، عَهَارَةٌ، عَيْنٌ شِرِّيرَةٌ، تَجْدِيفٌ، كِبْرِيَاءُ، جَهْلٌ.
κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη·
مرقس 7: 23
Mrk.7.23
جَمِيعُ هذِهِ الشُّرُورِ تَخْرُجُ مِنَ الدَّاخِلِ وَتُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
πάντα ταῦτα τὰ ; πονηρὰ ἐκπορεύεται ἔσωθεν καὶ ; κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
لوقا 3: 19
Luk.3.19
أَمَّا هِيرُودُسُ رَئِيسُ الرُّبْعِ فَإِذْ تَوَبَّخَ مِنْهُ لِسَبَبِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، وَلِسَبَبِ جَمِيعِ الشُّرُورِ الَّتِي كَانَ هِيرُودُسُ يَفْعَلُهَا،
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ὁ ; τετραάρχης ἐλεγχόμενος ὑπ᾽ ; αὐτοῦ περὶ Ἡρῳδιάδος τῆς ; γυναικὸς φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ καὶ ; περὶ πάντων πονηρῶν ὧν ὁ ; Ἡρῴδης, ἐποίησεν
لوقا 6: 22
Luk.6.22
طُوبَاكُمْ إِذَا أَبْغَضَكُمُ النَّاسُ، وَإِذَا أَفْرَزُوكُمْ وَعَيَّرُوكُمْ، وَأَخْرَجُوا اسْمَكُمْ كَشِرِّيرٍ مِنْ أَجْلِ ابْنِ الإِنْسَانِ.
Μακάριοί ; ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ; ὑμᾶς οἱ ; ἄνθρωποι καὶ ; ὅταν ἀφορίσωσιν ; ὑμᾶς καὶ ; ὀνειδίσωσιν καὶ ; ἐκβάλωσιν τὸ ; ὄνομα ; ὑμῶν ὡς ; πονηρὸν ἕνεκα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; ἀνθρώπου.
لوقا 6: 35
Luk.6.35
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶