ك
إصحاح
G39
G40. hágios
G41
المعنى المختصر للكلمة
hágios: sacred (physically, pure, morally blameless or religious, ceremonially, consecrated)
اللفظ الأصلي ἅγιος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hágios (hag-ee-os)
تكرار الورود في الكتاب 217 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

sacred (physically, pure, morally blameless or religious, ceremonially, consecrated)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
(most) holy (one, thing) saint

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἁγίου (27×) τῶν ; ἁγίων (20×) ἅγιον (17×) τὸ ; ἅγιον (16×) ἁγίῳ (9×) τοῖς ; ἁγίοις (9×) ἁγίων (7×) ἅγιος (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (217 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يَا قُسَاةَ الرِّقَابِ، وَغَيْرَ الْمَخْتُونِينَ بِالْقُلُوبِ وَالآذَانِ. أَنْتُمْ دَائِمًا تُقَاوِمُونَ الرُّوحَ الْقُدُسَ. كَمَا كَانَ آبَاؤُكُمْ كَذلِكَ أَنْتُمْ.
σκληροτράχηλοι καὶ ; ἀπερίτμητοι τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; τοῖς ; ὠσίν, ὑμῶν ἀεὶ ἀντιπίπτετε, τῷ ; πνεύματι τῷ ; ἁγίῳ ὡς οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν καὶ ὑμεῖς·
وَأَمَّا هُوَ فَشَخَصَ إِلَى السَّمَاءِ وَهُوَ مُمْتَلِئٌ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، فَرَأَى مَجْدَ اللهِ، وَيَسُوعَ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας εἰς τὸν ; οὐρανὸν Ὑπάρχων πλήρης πνεύματος ἁγίου, εἶδεν δόξαν θεοῦ καὶ ; Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ
اللَّذَيْنِ لَمَّا نَزَلاَ صَلَّيَا لأَجْلِهِمْ لِكَيْ يَقْبَلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ،
οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ ; αὐτῶν ὅπως λάβωσιν πνεῦμα ἅγιον.
حِينَئِذٍ وَضَعَا الأَيَادِيَ عَلَيْهِمْ فَقَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
τότε ἐπετίθεσαν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτούς, καὶ ; ἐλάμβανον πνεῦμα ἅγιον.¶
وَلَمَّا رَأَى سِيمُونُ أَنَّهُ بِوَضْعِ أَيْدِي الرُّسُلِ يُعْطَى الرُّوحُ الْقُدُسُ قَدَّمَ لَهُمَا دَرَاهِمَ
δὲ Θεασάμενος ὁ ; Σίμων ὅτι διὰ ; τῆς ; ἐπιθέσεως τῶν ; χειρῶν τῶν ; ἀποστόλων δίδοται τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα
قَائِلاً: أَعْطِيَانِي أَنَا أَيْضًا هذَا السُّلْطَانَ، حَتَّى أَيُّ مَنْ وَضَعْتُ عَلَيْهِ يَدَيَّ يَقْبَلُ الرُّوحَ الْقُدُسَ.
λέγων· δότε κἀμοὶ ταύτην, ἐξουσίαν ἵνα ἂν ἐπιθῶ ᾧ τὰς ; χεῖρας λαμβάνῃ πνεῦμα ἅγιον.
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
وَحَدَثَ أَنَّ بُطْرُسَ وَهُوَ يَجْتَازُ بِالْجَمِيعِ، نَزَلَ أَيْضًا إِلَى الْقِدِّيسِينَ السَّاكِنِينَ فِي لُدَّةَ،
Ἐγένετο ; δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ ; πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ; ἁγίους τοὺς ; κατοικοῦντας Λύδδα.
فَنَاوَلَهَا يَدَهُ وَأَقَامَهَا. ثُمَّ نَادَى الْقِدِّيسِينَ وَالأَرَامِلَ وَأَحْضَرَهَا حَيَّةً.
δοὺς ; δὲ ; αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν ; αὐτήν· δὲ φωνήσας τοὺς ; ἁγίους καὶ ; τὰς ; χήρας παρέστησεν ; αὐτὴν ζῶσαν.
فَقَالُوا: إِنَّ كَرْنِيلِيُوسَ قَائِدَ مِئَةٍ، رَجُلاً بَارًّا وَخَائِفَ اللهِ وَمَشْهُودًا لَهُ مِنْ كُلِّ أُمَّةِ الْيَهُودِ، أُوحِيَ إِلَيْهِ بِمَلاَكٍ مُقَدَّسٍ أَنْ يَسْتَدْعِيَكَ إِلَى بَيْتِهِ وَيَسْمَعَ مِنْكَ كَلاَمًا.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ ; φοβούμενος τὸν ; θεὸν μαρτυρούμενός ὑπὸ ὅλου τοῦ ; ἔθνους τῶν ; Ἰουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ; ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί ; σε εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ καὶ ; ἀκοῦσαι παρὰ ; σοῦ. ῥήματα
يَسُوعُ الَّذِي مِنَ النَّاصِرَةِ كَيْفَ مَسَحَهُ اللهُ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَالْقُوَّةِ، الَّذِي جَالَ يَصْنَعُ خَيْرًا وَيَشْفِي جَمِيعَ الْمُتَسَلِّطِ عَلَيْهِمْ إِبْلِيسُ، لأَنَّ اللهَ كَانَ مَعَهُ.
Ἰησοῦν τὸν ; ἀπὸ Ναζαρέθ, ὡς ἔχρισεν ; αὐτὸν ὁ ; θεὸς πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν ἰώμενος ; καὶ πάντας καταδυναστευομένους ; τοὺς ὑπὸ ; τοῦ ; διαβόλου, ὅτι ὁ ; θεὸς ἦν μετ᾽ ; αὐτοῦ·
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
أَتُرَى يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يَمْنَعَ الْمَاءَ حَتَّى لاَ يَعْتَمِدَ هؤُلاَءِ الَّذِينَ قَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا نَحْنُ أَيْضًا.
μήτι δύναται τις κωλῦσαί τὸ ; ὕδωρ τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες ἔλαβον τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμεῖς; καὶ
فَلَمَّا ابْتَدَأْتُ أَتَكَلَّمُ، حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ كَمَا عَلَيْنَا أَيْضًا فِي الْبُدَاءَةِ.
ἐν ; δὲ ; τῷ ἄρξασθαί ; με λαλεῖν ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὥσπερ ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ἐν ἀρχῇ.
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
لأَنَّهُ كَانَ رَجُلاً صَالِحًا وَمُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَالإِيمَانِ. فَانْضَمَّ إِلَى الرَّبِّ جَمْعٌ غَفِيرٌ.
ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; πίστεως. καὶ ; προσετέθη τῷ κυρίῳ. ὄχλος ἱκανὸς
وَبَيْنَمَا هُمْ يَخْدِمُونَ الرَّبَّ وَيَصُومُونَ، قَالَ الرُّوحُ الْقُدُسُ: أَفْرِزُوا لِي بَرْنَابَا وَشَاوُلَ لِلْعَمَلِ الَّذِي دَعَوْتُهُمَا إِلَيْهِ.
δὲ αὐτῶν λειτουργούντων τῷ ; κυρίῳ καὶ ; νηστευόντων εἶπεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον· ἀφορίσατε μοι τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; τὸν ; Σαῦλον εἰς ; τὸ ; ἔργον ὃ προσκέκλημαι ; αὐτούς.
فَهذَانِ إِذْ أُرْسِلاَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ انْحَدَرَا إِلَى سَلُوكِيَةَ، وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى قُبْرُسَ.
Οὗτοι; μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου κατῆλθον εἰς τὴν ; Σελεύκειαν, ἐκεῖθέν ; τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν ; Κύπρον.
وَأَمَّا شَاوُلُ، الَّذِي هُوَ بُولُسُ أَيْضًا، فَامْتَلأَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَشَخَصَ إِلَيْهِ
δὲ Σαῦλος ὁ Παῦλος καὶ πλησθεὶς πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἀτενίσας εἰς ; αὐτὸν
وَأَمَّا التَّلاَمِيذُ فَكَانُوا يَمْتَلِئُونَ مِنَ الْفَرَحِ وَالرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ οἵ ; μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ ; πνεύματος ἁγίου.¶
وَاللهُ الْعَارِفُ الْقُلُوبَ، شَهِدَ لَهُمْ مُعْطِيًا لَهُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ كَمَا لَنَا أَيْضًا.
καὶ ; ὁ ; θεὸς καρδιογνώστης ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καθὼς ἡμῖν· καὶ
لأَنَّهُ قَدْ رَأَى الرُّوحُ الْقُدُسُ وَنَحْنُ، أَنْ لاَ نَضَعَ عَلَيْكُمْ ثِقْلاً أَكْثَرَ، غَيْرَ هذِهِ الأَشْيَاءِ الْوَاجِبَةِ:
γὰρ ἔδοξεν τῷ ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; ἡμῖν μηδὲν ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλέον πλὴν τούτων τῶν ; ἐπάναγκες
وَبَعْدَ مَا اجْتَازُوا فِي فِرِيجِيَّةَ وَكُورَةِ غَلاَطِيَّةَ، مَنَعَهُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِالْكَلِمَةِ فِي أَسِيَّا.
δὲ Διελθόντες τὴν ; Φρυγίαν καὶ ; τὴν ; χώραν Γαλατικὴν κωλυθέντες ὑπὸ ; τοῦ ; πνεύματος ἁγίου λαλῆσαι τὸν ; λόγον ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ,
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
وَلَمَّا وَضَعَ بُولُسُ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَيْهِمْ، فَطَفِقُوا يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَاتٍ وَيَتَنَبَّأُونَ.
καὶ ἐπιθέντος τοῦ ; Παύλου τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἦλθεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπ᾽ ; αὐτούς, ἐλάλουν ; τε γλώσσαις καὶ ; ἐπροφήτευον.
غَيْرَ أَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ يَشْهَدُ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ قَائِلاً: إِنَّ وُثُقًا وَشَدَائِدَ تَنْتَظِرُنِي.
πλὴν ὅτι τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον διαμαρτύρεταί κατὰ πόλιν λέγον ὅτι δεσμὰ καὶ ; θλίψεις με ; μένουσιν.
اِحْتَرِزُوا اِذًا لأَنْفُسِكُمْ وَلِجَمِيعِ الرَّعِيَّةِ الَّتِي أَقَامَكُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ فِيهَا أَسَاقِفَةً، لِتَرْعَوْا كَنِيسَةَ اللهِ الَّتِي اقْتَنَاهَا بِدَمِهِ.
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ ; παντὶ τῷ ; ποιμνίῳ, ᾧ ἔθετο τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐν ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; ἰδίου.¶ ; τοῦ