ك
إصحاح
G3755
G3756. ou
G3757
المعنى المختصر للكلمة
ou: the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي οὐ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ou (oo)
تكرار الورود في الكتاب 1412 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the absolute negative (compare ) adverb
2 no or not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long nay neither never no (X man) none (can-)not + nothing + special un(-worthy) when + without + yet but

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐκ (564×) οὐ (485×) καὶ ; οὐκ (123×) οὐχ (80×) καὶ ; οὐ (55×) καὶ ; οὐχ (16×) Οὐ (14×) Οὐκ (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمْ يُعْطِهِ فِيهَا مِيرَاثًا وَلاَ وَطْأَةَ قَدَمٍ، وَلكِنْ وَعَدَ أَنْ يُعْطِيَهَا مُلْكًا لَهُ وَلِنَسْلِهِ مِنْ بَعْدِهِ، وَلَمْ يَكُنْ لَهُ وَلَدٌ.
καὶ ; οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ ἐν ; αὐτῇ κληρονομίαν οὐδὲ βῆμα ποδὸς καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι εἰς ; κατάσχεσιν αὐτῷ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.
ثُمَّ أَتَى جُوعٌ عَلَى كُلِّ أَرْضِ مِصْرَ وَكَنْعَانَ، وَضِيقٌ عَظِيمٌ، فَكَانَ آبَاؤُنَا لاَ يَجِدُونَ قُوتًا.
δὲ ἦλθεν λιμὸς ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; γῆν Αἰγύπτου καὶ ; Χανάαν καὶ ; θλῖψις μεγάλη καὶ οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν.¶ οὐχ ηὕρισκον χορτάσματα
إِلَى أَنْ قَامَ مَلِكٌ آخَرُ لَمْ يَكُنْ يَعْرِفُ يُوسُفَ.
ἄχρι οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος ὃς ; οὐκ ᾔδει τὸν ; Ἰωσήφ.
فَظَنَّ أَنَّ إِخْوَتَهُ يَفْهَمُونَ أَنَّ اللهَ عَلَى يَدِهِ يُعْطِيهِمْ نَجَاةً، وَأَمَّا فَلَمْ يَفْهَمُوا.
ἐνόμιζεν ; δὲ τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ συνιέναι ὅτι ὁ ; θεὸς διὰ χειρὸς ; αὐτοῦ δίδωσιν ; αὐτοῖς· σωτηρίαν δὲ οὐ συνῆκαν.
أَنَا إِلهُ آبَائِكَ، إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. فَارْتَعَدَ مُوسَى وَلَمْ يَجْسُرْ أَنْ يَتَطَلَّعَ.
ἐγὼ ὁ ; θεὸς τῶν ; πατέρων ; σου, ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος ; δὲ ; γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.
الَّذِي لَمْ يَشَأْ آبَاؤُنَا أَنْ يَكُونُوا طَائِعِينَ بَلْ دَفَعُوهُ وَرَجَعُوا بِقُلُوبِهِمْ إِلَى مِصْرَ
οὐκ ἠθέλησαν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν, γενέσθαι ὑπήκοοι ἀλλ᾽ ἀπώσαντο καὶ ; ἐστράφησαν ταῖς ; καρδίαις ; αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον,
قَائِلِينَ لِهَارُونَ: اعْمَلْ لَنَا آلِهَةً تَتَقَدَّمُ أَمَامَنَا، لأَنَّ هذَا مُوسَى الَّذِي أَخْرَجَنَا مِنْ أَرْضِ مِصْرَ لاَ نَعْلَمُ مَاذَا أَصَابَهُ.
εἰπόντες τῷ ; Ἀαρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς ἡμῶν· ; προπορεύσονται ; οἳ γὰρ οὗτος Μωϋσῆς ; ὁ ὃς ἐξήγαγεν ; ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν; αὐτῷ.
لكِنَّ الْعَلِيَّ لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَاتِ الأَيَادِي، كَمَا يَقُولُ النَّبِيُّ:
ἀλλ᾽ ὁ ; ὕψιστος οὐχ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις καθὼς λέγει· ὁ ; προφήτης
أَيُّ الأَنْبِيَاءِ لَمْ يَضْطَهِدْهُ آبَاؤُكُمْ. وَقَدْ قَتَلُوا الَّذِينَ سَبَقُوا فَأَنْبَأُوا بِمَجِيءِ الْبَارِّ، الَّذِي أَنْتُمُ الآنَ صِرْتُمْ مُسَلِّمِيهِ وَقَاتِلِيهِ،
τίνα τῶν ; προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ ; τῆς ; ἐλεύσεως τοῦ ; δικαίου, οὗ ὑμεῖς νῦν γεγένησθε προδόται καὶ ; φονεῖς
الَّذِينَ أَخَذْتُمُ النَّامُوسَ بِتَرْتِيبِ مَلاَئِكَةٍ وَلَمْ تَحْفَظُوهُ.
οἵτινες ἐλάβετε τὸν ; νόμον διαταγὰς ; εἰς ἀγγέλων καὶ ; οὐκ ἐφυλάξατε.¶
لَيْسَ لَكَ نَصِيبٌ وَلاَ قُرْعَةٌ فِي هذَا الأَمْرِ، لأَنَّ قَلْبَكَ لَيْسَ مُسْتَقِيمًا أَمَامَ اللهِ.
οὐκ ; ἔστιν σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τούτῳ· τῷ ; λόγῳ γὰρ καρδία ; σου οὐκ ἔστιν ; εὐθεῖα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
وَأَمَّا فَصْلُ الْكِتَابِ الَّذِي كَانَ يَقْرَأُهُ فَكَانَ هذَا: مِثْلَ شَاةٍ سِيقَ إِلَى الذَّبْحِ، وَمِثْلَ خَرُوفٍ صَامِتٍ أَمَامَ الَّذِي يَجُزُّهُ هكَذَا لَمْ يَفْتَحْ فَاهُ.
ἡ ; δὲ ; περιοχὴ τῆς ; γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἤχθη, ἐπὶ σφαγὴν καὶ ; ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἐναντίον τοῦ κείροντος; αὐτὸν οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
وَكَانَ ثَلاَثَةَ أَيَّامٍ لاَ يُبْصِرُ، فَلَمْ يَأْكُلْ وَلَمْ يَشْرَبْ.
καὶ ; ἦν τρεῖς ἡμέρας μὴ βλέπων οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν.¶
فَبُهِتَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي أَهْلَكَ فِي أُورُشَلِيمَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهذَا الاسْمِ. وَقَدْ جَاءَ إِلَى هُنَا لِهذاَ لِيَسُوقَهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ; ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τοῦτο; τὸ ; ὄνομα καὶ ἐληλύθει ὧδε εἰς ; τοῦτο αὐτοὺς ; ἀγάγῃ δεδεμένους ἐπὶ τοὺς ; ἀρχιερεῖς.¶
لَيْسَ لِجَمِيعِ الشَّعْبِ، بَلْ لِشُهُودٍ اللهُ فَانْتَخَبَهُمْ. لَنَا نَحْنُ الَّذِينَ أَكَلْنَا وَشَرِبْنَا مَعَهُ بَعْدَ قِيَامَتِهِ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὐ παντὶ τῷ ; λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσιν τοῦ ; θεοῦ τοῖς ; προκεχειροτονημένοις ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ ; συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ; ἀναστῆναι ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·
فَخَرَجَ يَتْبَعُهُ. وَكَانَ لاَ يَعْلَمُ أَنَّ الَّذِي جَرَى بِوَاسِطَةِ الْمَلاَكِ هُوَ حَقِيقِيٌّ، بَلْ يَظُنُّ أَنَّهُ يَنْظُرُ رُؤْيَا.
καὶ ; ἐξελθὼν ἠκολούθει ; αὐτῷ· καὶ ; οὐκ ᾔδει ὅτι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ; ἀγγέλου, ἐστιν ἀληθές δὲ ἐδόκει βλέπειν. ὅραμα
فَلَمَّا عَرَفَتْ صَوْتَ بُطْرُسَ لَمْ تَفْتَحِ الْبَابَ مِنَ الْفَرَحِ، بَلْ رَكَضَتْ إِلَى دَاخِل وَأَخْبَرَتْ أَنَّ بُطْرُسَ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν ; φωνὴν τοῦ ; Πέτρου οὐκ ἤνοιξεν τὸν ; πυλῶνα ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς δὲ εἰσδραμοῦσα ἀπήγγειλεν τὸν ; Πέτρον ἑστάναι πρὸ τοῦ ; πυλῶνος.
فَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ حَصَلَ اضْطِرَابٌ لَيْسَ بِقَلِيل بَيْنَ الْعَسْكَرِ: تُرَى مَاذَا جَرَى لِبُطْرُسَ.
δὲ Γενομένης ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς ; στρατιώταις τί ; ἄρα ἐγένετο. ὁ ; Πέτρος
فَصَرَخَ الشَّعْبُ: هذَا صَوْتُ إِلهٍ لاَ صَوْتُ إِنْسَانٍ.
δὲ ; ἐπεφώνει· ὁ ; δῆμος φωνὴ θεοῦ καὶ ; οὐκ ἀνθρώπου.
فَفِي الْحَالِ ضَرَبَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ لأَنَّهُ لَمْ يُعْطِ الْمَجْدَ للهِ، فَصَارَ يَأْكُلُهُ الدُّودُ وَمَاتَ.
παραχρῆμα ; δὲ ἐπάταξεν ; αὐτὸν ἄγγελος κυρίου ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔδωκεν τὴν ; δόξαν τῷ ; θεῷ, καὶ ; γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.¶
وَقَالَ: أَيُّهَا الْمُمْتَلِئُ كُلَّ غِشٍّ وَكُلَّ خُبْثٍ. يَا ابْنَ إِبْلِيسَ. يَا عَدُوَّ كُلِّ بِرّ. أَلاَ تَزَالُ تُفْسِدُ سُبُلَ اللهِ الْمُسْتَقِيمَةَ.
εἶπεν· ὦ ; πλήρης παντὸς δόλου καὶ ; πάσης ῥᾳδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ; ὁδοὺς τοῦ ; κυρίου εὐθείας; ; τὰς
وَلَمَّا صَارَ يُوحَنَّا يُكَمِّلُ سَعْيَهُ جَعَلَ يَقُولُ: مَنْ تَظُنُّونَ أَنِّي أَنَا. لَسْتُ أَنَا إِيَّاهُ، لكِنْ هُوَذَا يَأْتِي بَعْدِي الَّذِي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أَحُلَّ حِذَاءَ قَدَمَيْهِ.
δὲ ὡς ὁ ; Ἰωάννης ἐπλήρου τὸν ; δρόμον ἔλεγεν· Τίνα ὑπονοεῖτε ἐμὲ εἶναι; οὐκ ἐγώ· ; εἰμὶ ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾽ ; ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἄξιος λῦσαι.¶ ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν
وَلَمَّا صَارَ يُوحَنَّا يُكَمِّلُ سَعْيَهُ جَعَلَ يَقُولُ: مَنْ تَظُنُّونَ أَنِّي أَنَا. لَسْتُ أَنَا إِيَّاهُ، لكِنْ هُوَذَا يَأْتِي بَعْدِي الَّذِي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أَحُلَّ حِذَاءَ قَدَمَيْهِ.
δὲ ὡς ὁ ; Ἰωάννης ἐπλήρου τὸν ; δρόμον ἔλεγεν· Τίνα ὑπονοεῖτε ἐμὲ εἶναι; οὐκ ἐγώ· ; εἰμὶ ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾽ ; ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἄξιος λῦσαι.¶ ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν
وَلِذلِكَ قَالَ أَيْضًا فِي مَزْمُورٍ آخَرَ: لَنْ تَدَعَ قُدُّوسَكَ يَرَى فَسَادًا.
Διὸ λέγει· καὶ ἐν ἑτέρῳ οὐ δώσεις τὸν ; ὅσιόν ; σου ἰδεῖν διαφθοράν.
وَأَمَّا الَّذِي أَقَامَهُ اللهُ فَلَمْ يَرَ فَسَادًا.
ὃν ; δὲ ἤγειρεν, ὁ ; θεὸς οὐκ εἶδεν διαφθοράν.¶
وَبِهذَا يَتَبَرَّرُ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ مَا لَمْ تَقْدِرُوا أَنْ تَتَبَرَّرُوا مِنْهُ بِنَامُوسِ مُوسَى.
καὶ ; ἐν ; τούτῳ δικαιωθῆναι, πᾶς τῷ ; πιστεύων ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε δικαιοῦται. ἐν ; ὁ ; νόμῳ Μωϋσέως
فَجَاهَرَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَقَالاَ: كَانَ يَجِبُ أَنْ تُكَلَّمُوا أَنْتُمْ أَوَّلاً بِكَلِمَةِ اللهِ، وَلكِنْ إِذْ دَفَعْتُمُوهَا عَنْكُمْ، وَحَكَمْتُمْ أَنَّكُمْ غَيْرُ مُسْتَحِقِّينَ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، هُوَذَا نَتَوَجَّهُ إِلَى الأُمَمِ.
παρρησιασάμενοί ; δὲ ὁ ; Παῦλος καὶ ; ὁ ; Βαρναβᾶς εἶπαν· ἦν ἀναγκαῖον λαληθῆναι ὑμῖν πρῶτον τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ· ἐπειδὴ ; δὲ ἀπωθεῖσθε ; αὐτὸν καὶ ; κρίνετε ἑαυτοὺς οὐκ ἀξίους τῆς ; ζωῆς, αἰωνίου ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ; ἔθνη.
مَعَ أَنَّهُ لَمْ يَتْرُكْ نَفْسَهُ بِلاَ شَاهِدٍ، وَهُوَ يَفْعَلُ خَيْرًا: يُعْطِينَا مِنَ السَّمَاءِ أَمْطَارًا وَأَزْمِنَةً مُثْمِرَةً، وَيَمْلأُ قُلُوبَنَا طَعَامًا وَسُرُورًا.
καὶ τοι γε οὐκ ἀφῆκεν ἑαυτὸν ἀμάρτυρον ἀγαθοποιῶν ἡμῖν; διδοὺς οὐρανόθεν ὑετοὺς καὶ ; καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τὰς ; καρδίας ; ἡμῶν τροφῆς καὶ ; εὐφροσύνης
وَأَقَامَا هُنَاكَ زَمَانًا لَيْسَ بِقَلِيل مَعَ التَّلاَمِيذِ.
διέτριβον ; δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς ; μαθηταῖς.¶