ك
إصحاح
G2901
G2902. kratéō
G2903
المعنى المختصر للكلمة
kratéō: to use strength, i.e. seize or retain (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي κρατέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kratéō (krat-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 35 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to use strength, i.e. seize or retain (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
hold (by, fast) keep lay hand (hold) on obtain retain take (by)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κρατοῦντας (3×) ἐκράτησεν (2×) κρατήσας (2×) κρατήσαντες (2×) καὶ ; κρατήσας (2×) αὐτὸν ; κρατῆσαι (2×) ὃν ; καὶ ; ἐκρατήσαμεν (1×) ὁ ; κρατῶν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (35 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلَمَّا أُخْرِجَ الْجَمْعُ دَخَلَ وَأَمْسَكَ بِيَدِهَا، فَقَامَتِ الصَّبِيَّةُ.
ὅτε ; δὲ ἐξεβλήθη ὁ ; ὄχλος, εἰσελθὼν ἐκράτησεν τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς, καὶ ; ἠγέρθη τὸ ; κοράσιον.
فَإِنَّ هِيرُودُسَ كَانَ قَدْ أَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ وَطَرَحَهُ فِي سِجْنٍ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ،
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης κρατήσας τὸν ; Ἰωάννην ἔδησεν ; αὐτὸν ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ.
متى 21: 46 Mat.21.46
وَإِذْ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، خَافُوا مِنَ الْجُمُوعِ، لأَنَّهُ كَانَ عِنْدَهُمْ مِثْلَ نَبِيٍّ.
καὶ ; ζητοῦντες αὐτὸν ; κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ; ὄχλους, ἐπειδὴ αὐτὸν ; εἶχον.¶ ὡς προφήτην
وَالْبَاقُونَ أَمْسَكُوا عَبِيدَهُ وَشَتَمُوهُمْ وَقَتَلُوهُمْ.
οἱ ; δὲ ; λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ ὕβρισαν ἀπέκτειναν. ; καὶ
وَتَشَاوَرُوا لِكَيْ يُمْسِكُوا يَسُوعَ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُوهُ.
καὶ ; συνεβουλεύσαντο ἵνα κρατήσωσιν τὸν ; Ἰησοῦν δόλῳ καὶ ; ἀποκτείνωσιν.
متى 26: 57 Mat.26.57
وَالَّذِينَ أَمْسَكُوا يَسُوعَ مَضَوْا بِهِ إِلَى قَيَافَا رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، حَيْثُ اجْتَمَعَ الْكَتَبَةُ وَالشُّيُوخُ.
δὲ ; οἱ κρατήσαντες τὸν ; Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ; ἀρχιερέα ὅπου συνήχθησαν.¶ γραμματεῖς ; οἱ καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι
فَتَقَدَّمَ وَأَقَامَهَا مَاسِكًا بِيَدِهَا، فَتَرَكَتْهَا الْحُمَّى حَالاً وَصَارَتْ تَخْدِمُهُمْ.
καὶ ; προσελθὼν ἤγειρεν ; αὐτὴν κρατήσας τῆς ; χειρός ; αὐτῆς· καὶ ; ἀφῆκεν ; αὐτὴν ὁ ; πυρετός εὐθέως, καὶ ; διηκόνει ; αὐτοῖς.¶
وَأَمْسَكَ بِيَدِ الصَّبِيَّةِ وَقَالَ لَهَا: طَلِيثَا، قُومِي.. الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا صَبِيَّةُ، لَكِ أَقُولُ: قُومِي.
καὶ ; κρατήσας τῆς ; χειρὸς τοῦ ; παιδίου λέγει αὐτῇ· ταλιθα κουμ, ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον, τὸ ; κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειραι
لأَنَّ هِيرُودُسَ نَفْسَهُ كَانَ قَدْ أَرْسَلَ وَأَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ فِي السِّجْنِ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ، إِذْ كَانَ قَدْ تَزَوَّجَ بِهَا.
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης αὐτὸς ἀποστείλας ἐκράτησεν τὸν ; Ἰωάννην καὶ ; ἔδησεν ἐν τῇ ; φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ ὅτι ἐγάμησεν· αὐτὴν
لأَنَّ الْفَرِّيسِيِّينَ وَكُلَّ الْيَهُودِ إِنْ لَمْ يَغْسِلُوا أَيْدِيَهُمْ بِاعْتِنَاءٍ، لاَ يَأْكُلُونَ، مُتَمَسِّكِينَ بِتَقْلِيدِ الشُّيُوخِ.
γὰρ οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ ; πάντες οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐὰν ; μὴ νίψωνται τὰς ; χεῖρας, πυγμῇ οὐκ ἐσθίουσιν κρατοῦντες τὴν ; παράδοσιν τῶν ; πρεσβυτέρων·
وَمِنَ السُّوقِ إِنْ لَمْ يَغْتَسِلُوا لاَ يَأْكُلُونَ. وَأَشْيَاءُ أُخْرَى كَثِيرَةٌ تَسَلَّمُوهَا لِلتَّمَسُّكِ بِهَا، مِنْ غَسْلِ كُؤُوسٍ وَأَبَارِيقَ وَآنِيَةِ نُحَاسٍ وَأَسِرَّةٍ.
καὶ ; ἀπ᾽ ἀγορᾶς ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσιν· καὶ ; ἄλλα πολλά ; ἐστιν ἃ ; παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ; ξεστῶν καὶ ; χαλκίων καὶ ; κλινῶν.¶
لأَنَّكُمْ تَرَكْتُمْ وَصِيَّةَ اللهِ وَتَتَمَسَّكُونَ بِتَقْلِيدِ النَّاسِ: غَسْلَ الأَبَارِيقِ وَالْكُؤُوسِ، وَأُمُورًا أُخَرَ كَثِيرَةً مِثْلَ هذِهِ تَفْعَلُونَ.
γὰρ Ἀφέντες τὴν ; ἐντολὴν τοῦ ; θεοῦ κρατεῖτε τὴν ; παράδοσιν τῶν ; ἀνθρώπων βαπτισμοὺς ξεστῶν καὶ ; ποτηρίων καὶ ; ἄλλα πολλὰ παρόμοια τοιαῦτα ποιεῖτε.
فَحَفِظُوا الْكَلِمَةَ لأَنْفُسِهِمْ يَتَسَاءَلُونَ: مَا هُوَ الْقِيَامُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
καὶ ; ἐκράτησαν τὸν ; λόγον πρὸς ; ἑαυτοὺς συζητοῦντες τί ἐστιν τὸ ; ἀναστῆναι. ἐκ νεκρῶν
فَأَمْسَكَهُ يَسُوعُ بِيَدِهِ وَأَقَامَهُ، فَقَامَ.
δὲ ; κρατήσας ὁ ; Ἰησοῦς τῆς ; χειρὸς ; αὐτὸν ἤγειρεν ; αὐτόν, καὶ ; ἀνέστη.¶
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ. فَتَرَكُوهُ وَمَضَوْا.
καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; κρατῆσαι καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; ὄχλον· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν. τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς καὶ ; ἀφέντες ; αὐτὸν ἀπῆλθον.¶
وَكَانَ الْفِصْحُ وَأَيَّامُ الْفَطِيرِ بَعْدَ يَوْمَيْنِ. وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يُمْسِكُونَهُ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُونَهُ،
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τὰ ; ἄζυμα ; καὶ μετὰ δύο ; ἡμέρας, καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; κρατήσαντες ἐν ; δόλῳ ἀποκτείνωσιν·
فَأَخْرَجَ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَأَمْسَكَ بِيَدِهَا وَنَادَى قَائِلاً: يَا صَبِيَّةُ، قُومِي..
αὐτὸς ; δὲ ; ἐκβαλὼν πάντας ἔξω καὶ ; κρατήσας τῆς ; χειρὸς ; αὐτῆς ἐφώνησεν λέγων· ἡ ; παῖς, ἔγειρου
وَلكِنْ أُمْسِكَتْ أَعْيُنُهُمَا عَنْ مَعْرِفَتِهِ.
δὲ ἐκρατοῦντο οἱ ; ὀφθαλμοὶ ; αὐτῶν τοῦ ; μὴ ; ἐπιγνῶναι ; αὐτόν.
مَنْ غَفَرْتُمْ خَطَايَاهُ تُغْفَرُ لَهُ، وَمَنْ أَمْسَكْتُمْ أُمْسِكَتْ.
ἄν ; τινων ἀφῆτε τὰς ; ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς· ἄν ; τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.¶
مَنْ غَفَرْتُمْ خَطَايَاهُ تُغْفَرُ لَهُ، وَمَنْ أَمْسَكْتُمْ أُمْسِكَتْ.
ἄν ; τινων ἀφῆτε τὰς ; ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς· ἄν ; τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.¶
وَبَيْنَمَا كَانَ الرَّجُلُ الأَعْرَجُ الَّذِي شُفِيَ مُتَمَسِّكًا بِبُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، تَرَاكَضَ إِلَيْهِمْ جَمِيعُ الشَّعْبِ إِلَى الرِّوَاقِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ رِوَاقُ سُلَيْمَانَ وَهُمْ مُنْدَهِشُونَ.
δὲ χωλοῦ τοῦ; ἰαθέντος κρατοῦντος τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην συνέδραμεν πρὸς ; αὐτοὺς πᾶς ὁ ; λαὸς ἐπὶ τῇ ; στοᾷ τῇ καλουμένῃ Σολομῶντος ἔκθαμβοι.
وَقَدْ شَرَعَ أَنْ يُنَجِّسَ الْهَيْكَلَ أَيْضًا، أَمْسَكْنَاهُ وَأَرَدْنَا أَنْ نَحْكُمَ عَلَيْهِ حَسَبَ نَامُوسِنَا.
ὃς ἐπείρασεν βεβηλῶσαι, τὸ ; ἱερὸν καὶ ὃν ; καὶ ; ἐκρατήσαμεν ἠθελήσαμεν κρίνειν. κατὰ τὸν ; ἡμέτερον ; νόμον
فَلَمَّا نَسَّمَتْ رِيحٌ جَنُوبٌ، ظَنُّوا أَنَّهُمْ قَدْ مَلَكُوا مَقْصَدَهُمْ، فَرَفَعُوا الْمِرْسَاةَ وَطَفِقُوا يَتَجَاوَزُونَ كِرِيتَ عَلَى أَكْثَرِ قُرْبٍ.
δὲ Ὑποπνεύσαντος νότου δόξαντες τῆς ; κεκρατηκέναι, προθέσεως ἄραντες παρελέγοντο τὴν ; Κρήτην. ἆσσον
وَغَيْرَ مُتَمَسِّكٍ بِالرَّأْسِ الَّذِي مِنْهُ كُلُّ الْجَسَدِ بِمَفَاصِلَ وَرُبُطٍ، مُتَوَازِرًا وَمُقْتَرِنًا يَنْمُو نُمُوًّا مِنَ اللهِ.
καὶ ; οὐ κρατῶν τὴν ; κεφαλὴν ἐξ ; οὗ πᾶν τὸ ; σῶμα διὰ ; τῶν ; ἁφῶν καὶ ; συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καὶ ; συμβιβαζόμενον αὔξει τὴν ; αὔξησιν τοῦ ; θεοῦ.¶
فَاثْبُتُوا إِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ وَتَمَسَّكُوا بِالتَّعَالِيمِ الَّتِي تَعَلَّمْتُمُوهَا، سَوَاءٌ كَانَ بِالْكَلاَمِ أَمْ بِرِسَالَتِنَا.
στήκετε Ἄρα ; οὖν, ἀδελφοί, καὶ ; κρατεῖτε τὰς ; παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ; ἐπιστολῆς ; ἡμῶν.
فَإِذْ لَنَا رَئِيسُ كَهَنَةٍ عَظِيمٌ قَدِ اجْتَازَ السَّمَاوَاتِ، يَسُوعُ ابْنُ اللهِ، فَلْنَتَمَسَّكْ بِالإِقْرَارِ.
οὖν Ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς ; οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν ; υἱὸν τοῦ ; θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ; ὁμολογίας.
حَتَّى بِأَمْرَيْنِ عَدِيمَيِ التَّغَيُّرِ، لاَ يُمْكِنُ أَنَّ اللهَ يَكْذِبُ فِيهِمَا، تَكُونُ لَنَا تَعْزِيَةٌ قَوِيَّةٌ، نَحْنُ الَّذِينَ الْتَجَأْنَا لِنُمْسِكَ بِالرَّجَاءِ الْمَوْضُوعِ أَمَامَنَا،
ἵνα διὰ ; δύο ; πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἀδύνατον τὸν ; θεόν, ψεύσασθαι ἐν ; οἷς ἔχωμεν παράκλησιν ἰσχυρὰν οἱ ; καταφυγόντες κρατῆσαι ἐλπίδος· τῆς ; προκειμένης
اُكْتُبْ إِلَى مَلاَكِ كَنِيسَةِ أَفَسُسَ: هذَا يَقُولُهُ الْمُمْسِكُ السَّبْعَةَ الْكَوَاكِبَ فِي يَمِينِهِ، الْمَاشِي فِي وَسَطِ السَّبْعِ الْمَنَايِرِ الذَّهَبِيَّةِ:
γράψον· Τῷ ἀγγέλῳ τῆς ; ἐκκλησίας Ἐφέσίνης τάδε λέγει ὁ ; κρατῶν τοὺς ; ἑπτὰ ἀστέρας ἐν τῇ ; δεξιᾷ ; αὐτοῦ, ὁ ; περιπατῶν ἐν μέσῳ τῶν ; ἑπτὰ λυχνιῶν τῶν ; χρυσῶν·
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ، وَأَيْنَ تَسْكُنُ حَيْثُ كُرْسِيُّ الشَّيْطَانِ، وَأَنْتَ مُتَمَسِّكٌ بِاسْمِي، وَلَمْ تُنْكِرْ إِيمَانِي حَتَّى فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا كَانَ أَنْتِيبَاسُ شَهِيدِي الأَمِينُ الَّذِي قُتِلَ عِنْدَكُمْ حَيْثُ الشَّيْطَانُ يَسْكُنُ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου, καὶ ; ποῦ κατοικεῖς, ὅπου ὁ ; θρόνος τοῦ ; σατανᾶ, καὶ ; κρατεῖς τὸ ; ὄνομά ; μου καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὴν ; πίστιν ; μου καὶ ἐν ταῖς ; ἡμέραις αἷς ἐν Ἀντιπᾶς ὁ ; μάρτυς ; μου ὁ ; πιστός ὃς ἀπεκτάνθη παρ᾽ ; ὑμῖν ὅπου ὁ ; σατανᾶς κατοικεῖ.
وَلكِنْ عِنْدِي عَلَيْكَ قَلِيلٌ: أَنَّ عِنْدَكَ هُنَاكَ قَوْمًا مُتَمَسِّكِينَ بِتَعْلِيمِ بَلْعَامَ، الَّذِي كَانَ يُعَلِّمُ بَالاَقَ أَنْ يُلْقِيَ مَعْثَرَةً أَمَامَ بَنِي إِسْرَائِيلَ: أَنْ يَأْكُلُوا مَا ذُبِحَ لِلأَوْثَانِ، وَيَزْنُوا.
ἀλλ᾽ ἔχω κατὰ ; σοῦ ὀλίγα ὅτι ἔχεις ἐκεῖ κρατοῦντας τὴν ; διδαχὴν Βαλαάμ, ὃς ἐδίδασκεν ἕν ; τῷ ; Βαλὰκ βαλεῖν σκάνδαλον ἐνώπιον τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ φαγεῖν εἰδωλόθυτα καὶ ; πορνεῦσαι.