ك
إصحاح
G2715
G2716. katergázomai
G2717
المعنى المختصر للكلمة
katergázomai: to work fully, i.e. accomplish
اللفظ الأصلي κατεργάζομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق katergázomai (kat-er-gad-zom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 22 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 to work fully, i.e. accomplish
2 by implication, to finish, fashion
الإنجليزية — KJV Translation Tags
cause to (deed) perform work (out)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κατεργάζεται (4×) κατειργάσατο (3×) κατεργάζομαι (2×) ἥτις ; κατεργάζεται (1×) τὸ ; κατεργάζεσθαι (1×) τοῦ ; κατεργαζομένου (1×) κατεργάσασθαι (1×) κατεργάζεται· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (22 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَكَذلِكَ الذُّكُورُ أَيْضًا تَارِكِينَ اسْتِعْمَالَ الأُنْثَى الطَّبِيعِيَّ، اشْتَعَلُوا بِشَهْوَتِهِمْ بَعْضِهِمْ لِبَعْضٍ، فَاعِلِينَ الْفَحْشَاءَ ذُكُورًا بِذُكُورٍ، وَنَائِلِينَ فِي أَنْفُسِهِمْ جَزَاءَ ضَلاَلِهِمِ الْمُحِقَّ.
ὁμοίως οἱ ; ἄρσενες καὶ ἀφέντες τὴν ; χρῆσιν τῆς ; θηλείας φυσικὴν ἐξεκαύθησαν ἐν ; τῇ ; ὀρέξει ; αὐτῶν εἰς ; ἀλλήλους, κατεργαζόμενοι, τὴν ; ἀσχημοσύνην ἄρσενες ἐν ; ἄρσεσιν ἀπολαμβάνοντες.¶ ἐν ἑαυτοῖς τὴν ; ἀντιμισθίαν τῆς ; πλάνης ; αὐτῶν ἣν ; ἔδει
شِدَّةٌ وَضِيقٌ، عَلَى كُلِّ نَفْسِ إِنْسَانٍ يَفْعَلُ الشَّرَّ: الْيَهُودِيِّ أَوَّلاً ثُمَّ الْيُونَانِيِّ.
θλῖψις καὶ ; στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ ; κατεργαζομένου τὸ ; κακόν, Ἰουδαίου πρῶτον καὶ Ἕλληνος·
لأَنَّ النَّامُوسَ يُنْشِئُ غَضَبًا، إِذْ حَيْثُ لَيْسَ نَامُوسٌ لَيْسَ تَعَدٍّ.
γὰρ ὁ ; νόμος κατεργάζεται· ὀργὴν γὰρ οὗ οὐκ ; ἔστιν νόμος, οὐδὲ παράβασις.
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ نَفْتَخِرُ أَيْضًا فِي الضِّيقَاتِ، عَالِمِينَ أَنَّ الضِّيقَ يُنْشِئُ صَبْرًا،
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ καυχώμεθα καὶ ἐν ταῖς ; θλίψεσιν εἰδότες ὅτι ἡ ; θλῖψις κατεργάζεται, ὑπομονὴν
وَلكِنَّ الْخَطِيَّةَ وَهِيَ مُتَّخِذَةٌ فُرْصَةً بِالْوَصِيَّةِ أَنْشَأَتْ فِيَّ كُلَّ شَهْوَةٍ. لأَنْ بِدُونِ النَّامُوسِ الْخَطِيَّةُ مَيِّتَةٌ.
δὲ ἡ ; ἁμαρτία λαβοῦσα ἀφορμὴν τῆς ; ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ; ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· γὰρ χωρὶς νόμου ἁμαρτία νεκρά·
فَهَلْ صَارَ لِي الصَّالِحُ مَوْتًا. حَاشَا. بَلِ الْخَطِيَّةُ. لِكَيْ تَظْهَرَ خَطِيَّةً مُنْشِئَةً لِي بِالصَّالِحِ مَوْتًا، لِكَيْ تَصِيرَ الْخَطِيَّةُ خَاطِئَةً جِدًّا بِالْوَصِيَّةِ.
οὖν γέγονεν ἐμοὶ τὸ ; ἀγαθὸν θάνατος; μὴ ; γένοιτο, ἀλλ᾽ ἡ ; ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, κατεργαζομένη μοι διὰ ; ἀγαθοῦ ; τοῦ θάνατον, ἵνα γένηται ἡ ; ἁμαρτία ἁμαρτωλὸς καθ᾽ ; ὑπερβολὴν διὰ ; τῆς ; ἐντολῆς.¶
لأَنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ مَا أَنَا أَفْعَلُهُ، إِذْ لَسْتُ أَفْعَلُ مَا أُرِيدُهُ، بَلْ مَا أُبْغِضُهُ فَإِيَّاهُ أَفْعَلُ.
γὰρ οὐ γινώσκω· ὃ κατεργάζομαι γὰρ οὐ πράσσω, ὃ ; τοῦτο θέλω ἀλλ᾽ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.
فَالآنَ لَسْتُ بَعْدُ أَفْعَلُ ذلِكَ أَنَا، بَلِ الْخَطِيَّةُ السَّاكِنَةُ فِيَّ.
νυνὶ ; δὲ οὐκέτι κατεργάζομαι αὐτὸ ἐγὼ ἀλλ᾽ ἡ ; ἁμαρτία. οἰκοῦσα ἐν ; ἐμοὶ
فَإِنِّي أَعْلَمُ أَنَّهُ لَيْسَ سَاكِنٌ فِيَّ، أَيْ فِي جَسَدِي، شَيْءٌ صَالِحٌ. لأَنَّ الإِرَادَةَ حَاضِرَةٌ عِنْدِي، وَأَمَّا أَنْ أَفْعَلَ الْحُسْنَى فَلَسْتُ أَجِدُ.
γὰρ οἶδα ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ; ἐμοί, τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἐν τῇ ; σαρκί ; μου, ἀγαθόν· γὰρ τὸ ; θέλειν παράκειταί μοι, δὲ τὸ ; κατεργάζεσθαι τὸ ; καλὸν οὐχ εὑρίσκω.
لأَنِّي لاَ أَجْسُرُ أَنْ أَتَكَلَّمَ عَنْ شَيْءٍ مِمَّا لَمْ يَفْعَلْهُ الْمَسِيحُ بِوَاسِطَتِي لأَجْلِ إِطَاعَةِ الأُمَمِ، بِالْقَوْلِ وَالْفِعْلِ،
γὰρ οὐ τολμήσω λαλεῖν τι ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι᾽ ; ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν λόγῳ καὶ ; ἔργῳ,
فَإِنِّي أَنَا كَأَنِّي غَائِبٌ بِالْجَسَدِ، وَلكِنْ حَاضِرٌ بِالرُّوحِ، قَدْ حَكَمْتُ كَأَنِّي حَاضِرٌ فِي الَّذِي فَعَلَ هذَا، هكَذَا:
μὲν ; γὰρ ἐγὼ ὡς ἀπὼν τῷ ; σώματι δὲ παρὼν τῷ ; πνεύματι ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν κατεργασάμενον τοῦτο οὕτως
لأَنَّ خِفَّةَ ضِيقَتِنَا الْوَقْتِيَّةَ تُنْشِئُ لَنَا أَكْثَرَ فَأَكْثَرَ ثِقَلَ مَجْدٍ أَبَدِيًّا.
γὰρ τὸ ; ἐλαφρὸν τῆς ; θλίψεως ; ἡμῶν παραυτίκα κατεργάζεται ἡμῖν, καθ᾽ ; ὑπερβολὴν εἰς ; ὑπερβολὴν βάρος δόξης αἰώνιον
لأَنَّ الْحُزْنَ الَّذِي بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ يُنْشِئُ تَوْبَةً لِخَلاَصٍ بِلاَ نَدَامَةٍ، وَأَمَّا حُزْنُ الْعَالَمِ فَيُنْشِئُ مَوْتًا.
γὰρ ἡ ; λύπη κατὰ θεὸν κατεργάζεται μετάνοιαν εἰς ; σωτηρίαν ἀμεταμέλητον δὲ ἡ ; λύπη τοῦ ; κόσμου κατεργάζεται. θάνατον
لأَنَّ الْحُزْنَ الَّذِي بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ يُنْشِئُ تَوْبَةً لِخَلاَصٍ بِلاَ نَدَامَةٍ، وَأَمَّا حُزْنُ الْعَالَمِ فَيُنْشِئُ مَوْتًا.
γὰρ ἡ ; λύπη κατὰ θεὸν κατεργάζεται μετάνοιαν εἰς ; σωτηρίαν ἀμεταμέλητον δὲ ἡ ; λύπη τοῦ ; κόσμου κατεργάζεται. θάνατον
فَإِنَّهُ هُوَذَا حُزْنُكُمْ هذَا عَيْنُهُ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ، كَمْ أَنْشَأَ فِيكُمْ: مِنَ الاجْتِهَادِ، بَلْ مِنَ الاحْتِجَاجِ، بَلْ مِنَ الْغَيْظِ، بَلْ مِنَ الْخَوْفِ، بَلْ مِنَ الشَّوْقِ، بَلْ مِنَ الْغَيْرَةِ، بَلْ مِنَ الانْتِقَامِ. فِي كُلِّ شَيْءٍ أَظْهَرْتُمْ أَنْفُسَكُمْ أَنَّكُمْ أَبْرِيَاءُ فِي هذَا الأَمْرِ.
γὰρ ἰδοὺ λυπηθῆναι ; ὑμᾶς, αὐτὸ ; τοῦτο κατὰ τὸ θεὸν πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλ᾽ ἀπολογίαν, ἀλλ᾽ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλ᾽ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλ᾽ ἐκδίκησιν; ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς εἶναι ἁγνοὺς ἐν πράγματι.
مُسْتَغْنِينَ فِي كُلِّ شَيْءٍ لِكُلِّ سَخَاءٍ يُنْشِئُ بِنَا شُكْرًا ِللهِ.
πλουτιζόμενοι ἐν παντὶ εἰς ; πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις ; κατεργάζεται δι᾽ ; ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ ; θεῷ,
إِنَّ عَلاَمَاتِ الرَّسُولِ صُنِعَتْ بَيْنَكُمْ فِي كُلِّ صَبْرٍ، بِآيَاتٍ وَعَجَائِبَ وَقُوَّاتٍ.
τὰ ; μὲν ; σημεῖα τοῦ ; ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ; ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν ; σημείοις καὶ ; τέρασιν καὶ ; δυνάμεσιν.
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ احْمِلُوا سِلاَحَ اللهِ الْكَامِلَ لِكَيْ تَقْدِرُوا أَنْ تُقَاوِمُوا فِي الْيَوْمِ الشِّرِّيرِ، وَبَعْدَ أَنْ تُتَمِّمُوا كُلَّ شَيْءٍ أَنْ تَثْبُتُوا.
διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν ; πανοπλίαν ; τοῦ ; θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; πονηρᾷ καὶ κατεργασάμενοι ἅπαντα στῆναι.¶
إِذًا يَا أَحِبَّائِي، كَمَا أَطَعْتُمْ كُلَّ حِينٍ، لَيْسَ كَمَا فِي حُضُورِي فَقَطْ، بَلِ الآنَ بِالأَوْلَى جِدًّا فِي غِيَابِي، تَمِّمُوا خَلاَصَكُمْ بِخَوْفٍ وَرِعْدَةٍ،
Ὥστε, ἀγαπητοί ; μου, καθὼς ὑπηκούσατε, πάντοτε μὴ ὡς ἐν τῇ ; παρουσίᾳ ; μου μόνον ἀλλὰ νῦν μᾶλλον πολλῷ ἐν τῇ ; ἀπουσίᾳ ; μου, κατεργάζεσθε· τὴν ; ἑαυτῶν ; σωτηρίαν μετὰ ; φόβου καὶ ; τρόμου
عَالِمِينَ أَنَّ امْتِحَانَ إِيمَانِكُمْ يُنْشِئُ صَبْرًا.
γινώσκοντες ὅτι δοκίμιον ; τὸ ὑμῶν ; τῆς ; πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·
لأَنَّ غَضَبَ الإِنْسَانِ لاَ يَصْنَعُ بِرَّ اللهِ.
γὰρ ὀργὴ ἀνδρὸς οὐκ κατεργάζεται δικαιοσύνην θεοῦ
لأَنَّ زَمَانَ الْحَيَاةِ الَّذِي مَضَى يَكْفِينَا لِنَكُونَ قَدْ عَمِلْنَا إِرَادَةَ الأُمَمِ، سَالِكِينَ فِي الدَّعَارَةِ وَالشَّهَوَاتِ، وَإِدْمَانِ الْخَمْرِ، وَالْبَطَرِ، وَالْمُنَادَمَاتِ، وَعِبَادَةِ الأَوْثَانِ الْمُحَرَّمَةِ،
γὰρ χρόνος τοῦ ; βίου παρεληλυθὼς ἀρκετὸς κατεργάσασθαι τὸ ; θέλημα τῶν ; ἐθνῶν πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις, εἰδωλολατρίαις· ἀθεμίτοις