ك
إصحاح
G2540
G2541. kaisar
G2542
المعنى المختصر للكلمة
kaisar: Cæsar, a title of the Roman emperor
اللفظ الأصلي Καῖσαρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kaisar (kah-ee-sar)
تكرار الورود في الكتاب 30 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

of Latin origin;

المعنى والشرح المفصل

Cæsar, a title of the Roman emperor

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Cæsar

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Καίσαρι (7×) Καίσαρος (6×) Καίσαρα (4×) Καίσαρος. (3×) Καίσαρα.¶ (2×) τῷ ; Καίσαρι.¶ (1×) τὰ ; Καίσαρος (1×) τοῦ ; Καίσαρος. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (30 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 22: 17 Mat.22.17
فَقُلْ لَنَا: مَاذَا تَظُنُّ. أَيَجُوزُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ.
εἰπὲ ; οὖν ἡμῖν, τί σοι ; δοκεῖ; ἔξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;¶
متى 22: 21 Mat.22.21
قَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ. فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ ِللهِ.
λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος.¶ Τότε ; λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ ; Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
متى 22: 21 Mat.22.21
قَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ. فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ ِللهِ.
λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος.¶ Τότε ; λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ ; Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
متى 22: 21 Mat.22.21
قَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ. فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ ِللهِ.
λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος.¶ Τότε ; λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ ; Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
فَلَمَّا جَاءُوا قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ صَادِقٌ وَلاَ تُبَالِي بِأَحَدٍ، لأَنَّكَ لاَ تَنْظُرُ إِلَى وُجُوهِ النَّاسِ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ. أَيَجُوزُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ. نُعْطِي أَمْ لاَ نُعْطِي.
δὲ οἱ ; ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ; εἶ ἀληθὴς καὶ ; οὐ μέλει ; σοι περὶ ; οὐδενός· γὰρ οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων ἀλλ᾽ ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ ἔξεστιν δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;¶
فَأَتَوْا بِهِ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَنْ هذِهِ الصُّورَةُ وَالْكِتَابَةُ. فَقَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ.
οἱ ; δὲ ; ἤνεγκαν. καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τίνος αὕτη ἡ ; εἰκὼν καὶ ; ἡ ; ἐπιγραφή; οἱ ; δὲ ; εἶπαν αὐτῷ· Καίσαρος.
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ. فَتَعَجَّبُوا مِنْهُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ. καὶ ; ἐθαύμασαν ἐπ᾽ ; αὐτῷ.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ. فَتَعَجَّبُوا مِنْهُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ. καὶ ; ἐθαύμασαν ἐπ᾽ ; αὐτῷ.¶
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ صَدَرَ أَمْرٌ مِنْ أُوغُسْطُسَ قَيْصَرَ بِأَنْ يُكْتَتَبَ كُلُّ الْمَسْكُونَةِ.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ἐξῆλθεν δόγμα παρὰ Αὐγούστου Καίσαρος ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν ; οἰκουμένην.
وَفِي السَّنَةِ الْخَامِسَةِ عَشْرَةَ مِنْ سَلْطَنَةِ طِيبَارِيُوسَ قَيْصَرَ، إِذْ كَانَ بِيلاَطُسُ الْبُنْطِيُّ وَالِيًا عَلَى الْيَهُودِيَّةِ، وَهِيرُودُسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الْجَلِيلِ، وَفِيلُبُّسُ أَخُوهُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى إِيطُورِيَّةَ وَكُورَةِ تَرَاخُونِيتِسَ، وَلِيسَانِيُوسُ رَئِيسَ رُبْعٍ عَلَى الأَبِلِيَّةِ،
Ἐν ; δὲ ἔτει πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, Πιλάτου Ποντίου ἡγεμονεύοντος τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἡρῴδου, τετρααρχοῦντος τῆς ; Γαλιλαίας Φιλίππου ; δὲ τοῦ ; ἀδελφοῦ αὐτοῦ ; τετρααρχοῦντος τῆς ; Ἰτουραίας καὶ ; χώρας Τραχωνίτιδος καὶ ; Λυσανίου τῆς ; τετρααρχοῦντος Ἀβιληνῆς
أَيَجُوزُ لَنَا أَنْ نُعْطِيَ جِزْيَةً لِقَيْصَرَ أَمْ لاَ.
ἔξεστιν ἡμῖν δοῦναι φόρον Καίσαρι ἢ οὔ;
أَرُونِي دِينَارًا. لِمَنِ الصُّورَةُ وَالْكِتَابَةُ. فَأَجَابُوا وَقَالوُا: لِقَيْصَرَ.
Ἐπιδείξατέ; μοι δηνάριον· τίνος ἔχει ; εἰκόνα καὶ ; ἐπιγραφήν; ἀποκριθέντες δὲ ; εἶπαν· Καίσαρος.
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
وَابْتَدَأُوا يَشْتَكُونَ عَلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا هذَا يُفْسِدُ الأُمَّةَ، وَيَمْنَعُ أَنْ تُعْطَى جِزْيَةٌ لِقَيْصَرَ، قَائِلاً: إِنَّهُ هُوَ مَسِيحٌ مَلِكٌ.
Ἤρξαντο ; δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· εὕραμεν τοῦτον διαστρέφοντα τὸ ; ἔθνος καὶ ; κωλύοντα διδόναι φόρους Καίσαρι λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι.¶ χριστὸν βασιλέα
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
مِنْ هذَا كَانَ بِيلاَطُسُ يَطْلُبُ أَنْ يُطْلِقَهُ، وَلكِنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: إِنْ أَطْلَقْتَ هذَا فَلَسْتَ مُحِبًّا لِقَيْصَرَ. كُلُّ مَنْ يَجْعَلُ نَفْسَهُ مَلِكًا يُقَاوِمُ قَيْصَرَ..
ἐκ τούτου ὁ ; Πιλᾶτος ἐζήτει ἀπολῦσαι ; αὐτόν.¶ δὲ Οἱ ; Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν ἀπολύσῃς, τοῦτον οὐκ ; εἶ φίλος τοῦ ; Καίσαρος. πᾶς ποιῶν αὐτόν βασιλέα ἀντιλέγει τῷ ; Καίσαρι.¶
فَصَرَخُوا: خُذْهُ. خُذْهُ. اصْلِبْهُ. قَالَ لَهُمْ بِيلاَطُسُ: أَأَصْلِبُ مَلِكَكُمْ. أَجَابَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ: لَيْسَ لَنَا مَلِكٌ إِلاَّ قَيْصَرَ..
δὲ ; ἐκραύγασαν ἆρον ἆρον, σταύρωσον ; αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ ; Πιλᾶτος· σταυρώσω;¶ τὸν ; βασιλέα ; ὑμῶν ἀπεκρίθησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ ; μὴ Καίσαρα.¶
وَقَامَ وَاحِدٌ مِنْهُمُ اسْمُهُ أَغَابُوسُ، وَأَشَارَ بِالرُّوحِ أَنَّ جُوعًا عَظِيمًا كَانَ عَتِيدًا أَنْ يَصِيرَ عَلَى جَمِيعِ الْمَسْكُونَةِ، الَّذِي صَارَ أَيْضًا فِي أَيَّامِ كُلُودِيُوسَ قَيْصَرَ.
ἀναστὰς ; δὲ εἷς ἐξ ; αὐτῶν ὀνόματι Ἅγαβος ἐσήμανεν διὰ ; τοῦ ; πνεύματος λιμὸν μέγαν ἔσεσθαι ; μέλλειν ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; οἰκουμένην, ὅστις ἐγένετο καὶ ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.
وَقَدْ قَبِلَهُمْ يَاسُونُ. وَهؤُلاَءِ كُلُّهُمْ يَعْمَلُونَ ضِدَّ أَحْكَامِ قَيْصَرَ قَائِلِينَ: إِنَّهُ يُوجَدُ مَلِكٌ آخَرُ: يَسُوعُ.
οὓς ; ὑποδέδεκται Ἰάσων· καὶ ; οὗτοι πάντες πράσσουσιν ἀπέναντι δογμάτων Καίσαρος λέγοντες εἶναι βασιλέα ἕτερον Ἰησοῦν.
إِذْ كَانَ هُوَ يَحْتَجُّ: أَنِّي مَا أَخْطَأْتُ بِشَيْءٍ، لاَ إِلَى نَامُوسِ الْيَهُودِ وَلاَ إِلَى الْهَيْكَلِ وَلاَ إِلَى قَيْصَرَ.
ἀπολογουμένου ; αὐτοῦ ὅτι τι ; ἥμαρτον.¶ οὔτε εἰς τὸν ; νόμον τῶν ; Ἰουδαίων οὔτε εἰς τὸ ; ἱερὸν οὔτε εἰς Καίσαρά
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا وَاقِفٌ لَدَى كُرْسِيِّ وِلاَيَةِ قَيْصَرَ حَيْثُ يَنْبَغِي أَنْ أُحَاكَمَ. أَنَا لَمْ أَظْلِمِ الْيَهُودَ كَمَا تَعْلَمُ أَنْتَ أَيْضًا جَيِّدًا.
εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· εἰμι, ἑστώς ἐπὶ τοῦ ; βήματος Καίσαρος οὗ δεῖ κρίνεσθαι. με οὐδὲν ἠδίκησα, Ἰουδαίους ὡς ἐπιγινώσκεις· σὺ καὶ κάλλιον
لأَنِّي إِنْ كُنْتُ آثِمًا، أَوْ صَنَعْتُ شَيْئًا يَسْتَحِقُّ الْمَوْتَ، فَلَسْتُ أَسْتَعْفِي مِنَ الْمَوْتِ. وَلكِنْ إِنْ لَمْ يَكُنْ شَيْءٌ مِمَّا يَشْتَكِي عَلَيَّ هؤُلاَءِ، فَلَيْسَ أَحَدٌ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُسَلِّمَنِي لَهُمْ. إِلَى قَيْصَرَ أَنَا رَافِعٌ دَعْوَايَ..
γὰρ εἰ ; μὲν ; ἀδικῶ καὶ πέπραχά τι, ἄξιον θανάτου οὐ παραιτοῦμαι ἀποθανεῖν· δὲ εἰ οὐδέν ; ἐστιν ὧν κατηγοροῦσίν μου, οὗτοι οὐδείς δύναται χαρίσασθαι. ; με αὐτοῖς Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.¶
حِينَئِذٍ تَكَلَّمَ فَسْتُوسُ مَعَ أَرْبَابِ الْمَشُورَةِ، فَأَجَابَ: إِلَى قَيْصَرَ رَفَعْتَ دَعْوَاكَ. إِلَى قَيْصَرَ تَذْهَبُ..
Τότε συλλαλήσας ὁ ; Φῆστος μετὰ τοῦ ; συμβουλίου ἀπεκρίθη· Καίσαρα ἐπικέκλησαι, ἐπὶ Καίσαρα πορεύσῃ.¶
حِينَئِذٍ تَكَلَّمَ فَسْتُوسُ مَعَ أَرْبَابِ الْمَشُورَةِ، فَأَجَابَ: إِلَى قَيْصَرَ رَفَعْتَ دَعْوَاكَ. إِلَى قَيْصَرَ تَذْهَبُ..
Τότε συλλαλήσας ὁ ; Φῆστος μετὰ τοῦ ; συμβουλίου ἀπεκρίθη· Καίσαρα ἐπικέκλησαι, ἐπὶ Καίσαρα πορεύσῃ.¶
وَلكِنْ لَمَّا رَفَعَ بُولُسُ دَعْوَاهُ لِكَيْ يُحْفَظَ لِفَحْصِ أُوغُسْطُسَ، أَمَرْتُ بِحِفْظِهِ إِلَى أَنْ أُرْسِلَهُ إِلَى قَيْصَرَ.
δὲ τοῦ ; Παύλου ; ἐπικαλεσαμένου τηρηθῆναι ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; διάγνωσιν τοῦ ; Σεβαστοῦ ἐκέλευσα τηρεῖσθαι ; αὐτὸν ἕως οὗ πέμψω; αὐτὸν πρὸς Καίσαρα.
وَقَالَ أَغْرِيبَاسُ لِفَسْتُوسَ: كَانَ يُمْكِنُ أَنْ يُطْلَقَ هذَا الإِنْسَانُ لَوْ لَمْ يَكُنْ قَدْ رَفَعَ دَعْوَاهُ إِلَى قَيْصَرَ.
δὲ ; ἔφη· Ἀγρίππας τῷ ; Φήστῳ ἐδύνατο ἀπολελύσθαι οὗτος, ὁ ; ἄνθρωπος εἰ μὴ ἐπεκέκλητο Καίσαρα.¶
قَائِلاً: لاَ تَخَفْ يَا بُولُسُ. يَنْبَغِي لَكَ أَنْ تَقِفَ أَمَامَ قَيْصَرَ. وَهُوَذَا قَدْ وَهَبَكَ اللهُ جَمِيعَ الْمُسَافِرِينَ مَعَكَ.
λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε, δεῖ σε παραστῆναι, Καίσαρί καὶ ; ἰδοὺ κεχάρισταί ; σοι ὁ ; θεὸς πάντας ; τοὺς πλέοντας μετὰ ; σοῦ.
وَلكِنْ لَمَّا قَاوَمَ الْيَهُودُ، اضْطُرِرْتُ أَنْ أَرْفَعَ دَعْوَايَ إِلَى قَيْصَرَ، لَيْسَ كَأَنَّ لِي شَيْئًا لأَشْتَكِيَ بِهِ عَلَى أُمَّتِي.
δὲ ἀντιλεγόντων τῶν ; Ἰουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα οὐχ ὡς ἔχων τι κατηγορῆσαι τοῦ ; ἔθνους ; μου
يُسَلِّمُ عَلَيْكُمْ جَمِيعُ الْقِدِّيسِينَ وَلاَ سِيَّمَا الَّذِينَ مِنْ بَيْتِ قَيْصَرَ.
ἀσπάζονται ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἅγιοι, μάλιστα οἱ ἐκ οἰκίας.¶ Καίσαρος