ك
إصحاح
G2424
G2425. hikanós
G2426
المعنى المختصر للكلمة
hikanós: competent (as if coming in season), i.e. ample (in amount) or fit (in character)
اللفظ الأصلي ἱκανός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hikanós (hik-an-os)
تكرار الورود في الكتاب 40 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

competent (as if coming in season), i.e. ample (in amount) or fit (in character)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
able + content enough good great large long (while) many meet much security sore sufficient worthy

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἱκανὸς (7×) ἱκανὸν (5×) ἱκανοῦ (3×) ἱκανοὶ (3×) ἱκανῶν (2×) ἱκανοί (2×) Ἱκανὸν (1×) ἱκανῷ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (40 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
فَأَجَابَ قَائِدُ الْمِئَةِ وَقَالَ: يَا سَيِّدُ، لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي، لكِنْ قُلْ كَلِمَةً فَقَطْ فَيَبْرَأَ غُلاَمِي.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἑκατόνταρχος ἔφη· κύριε, οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ μου ; τὴν ; στέγην ἀλλὰ εἰπὲ λόγον μόνον καὶ ; ἰαθήσεται ὁ ; παῖς ; μου.
متى 28: 12 Mat.28.12
فَاجْتَمَعُوا مَعَ الشُّيُوخِ، وَتَشَاوَرُوا، وَأَعْطَوُا الْعَسْكَرَ فِضَّةً كَثِيرَةً
καὶ ; συναχθέντες μετὰ τῶν ; πρεσβυτέρων συμβούλιόν ; τε ; λαβόντες ἔδωκαν τοῖς ; στρατιώταις ἀργύρια ἱκανὰ
وَكَانَ يَكْرِزُ قَائِلاً: يَأْتِي بَعْدِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَنْحَنِيَ وَأَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ.
καὶ ; ἐκήρυσσεν λέγων· ἔρχεται ὀπίσω ; μου, ὁ ἰσχυρότερός μου οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων
وَجَاءُوا إِلَى أَرِيحَا. وَفِيمَا هُوَ خَارِجٌ مِنْ أَرِيحَا مَعَ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٍ غَفِيرٍ، كَانَ بَارْتِيمَاوُسُ الأَعْمَى ابْنُ تِيمَاوُسَ جَالِسًا عَلَى الطَّرِيقِ يَسْتَعْطِي.
Καὶ ; ἔρχονται εἰς Ἰεριχώ. καὶ ; ἐκπορευομένου ; αὐτοῦ ἀπὸ Ἰεριχὼ καὶ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλου ἱκανοῦ Βαρτιμαῖος, ὁ ; τυφλὸς ὁ ; υἱὸς Τιμαίου ἐκάθητο παρὰ τὴν ; ὁδόν. προσαιτῶν
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
فَذَهَبَ يَسُوعُ مَعَهُمْ. وَإِذْ كَانَ غَيْرَ بَعِيدٍ عَنِ الْبَيْتِ، أَرْسَلَ إِلَيْهِ قَائِدُ الْمِئَةِ أَصْدِقَاءَ يَقُولُ لَهُ: يَا سَيِّدُ، لاَ تَتْعَبْ. لأَنِّي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ تَدْخُلَ تَحْتَ سَقْفِي.
ἐπορεύετο ; δὲ Ὁ ; Ἰησοῦς σὺν ; αὐτοῖς. αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ; ἀπὸ τῆς ; οἰκίας ἔπεμψεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; ἑκατοντάρχης φίλους λέγων αὐτῷ· κύριε, μὴ σκύλλου· γὰρ ; εἰμι οὐ ἱκανός ἵνα εἰσέλθῃς, ὑπὸ τὴν ; στέγην ; μου
وَفِي الْيَوْمِ التَّالِي ذَهَبَ إِلَى مَدِينَةٍ تُدْعَى نَايِينَ، وَذَهَبَ مَعَهُ كَثِيرُونَ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَجَمْعٌ كَثِيرٌ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῇ; ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν, καὶ ; συνεπορεύοντο αὐτῷ ἱκανοί οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ὄχλος πολύς.
فَلَمَّا اقْتَرَبَ إِلَى بَابِ الْمَدِينَةِ، إِذَا مَيْتٌ مَحْمُولٌ، ابْنٌ وَحِيدٌ لأُمِّهِ، وَهِيَ أَرْمَلَةٌ وَمَعَهَا جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْمَدِينَةِ.
ὡς ; δὲ ἤγγισεν τῇ πύλῃ τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἰδοὺ τεθνηκὼς ἐξεκομίζετο υἱὸς μονογενὴς τῇ ; μητρὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; αὐτὴ ἦν ; χήρα· καὶ ; ἦν ; σὺν ; αὐτῇ. ὄχλος ἱκανὸς τῆς πόλεως
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
وَابْتَدَأَ يَقُولُ لِلشَّعْبِ هذَا الْمَثَلَ: إِنْسَانٌ غَرَسَ كَرْمًا وَسَلَّمَهُ إِلَى كَرَّامِينَ وَسَافَرَ زَمَانًا طَوِيلاً.
Ἤρξατο ; δὲ λέγειν πρὸς ; τὸν ; λαὸν ταύτην· τὴν ; παραβολὴν ἄνθρωπός ; τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ ; ἐξέδετο ; αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ; ἀπεδήμησεν χρόνους ἱκανούς.
وَأَمَّا هِيرُودُسُ فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ فَرِحَ جِدًّا، لأَنَّهُ كَانَ يُرِيدُ مِنْ زَمَانٍ طَوِيل أَنْ يَرَاهُ، لِسَمَاعِهِ عَنْهُ أَشْيَاءَ كَثِيرَةً، وَتَرَجَّى أَنْ يَرَى آيَةً تُصْنَعُ مِنْهُ.
δὲ Ὁ ; Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· γὰρ ἦν θέλων ἐξ χρόνων ἱκανοῦ ἰδεῖν ; αὐτὸν διὰ ; τὸ ; ἀκούειν περὶ ; αὐτοῦ πολλὰ καὶ ; ἤλπιζέν ἰδεῖν τι ; σημεῖον γινόμενον. ὑπ᾽ ; αὐτοῦ
وَسَأَلَهُ بِكَلاَمٍ كَثِيرٍ فَلَمْ يُجِبْهُ بِشَيْءٍ.
ἐπηρώτα ; δὲ ; αὐτὸν ἐν ; λόγοις ἱκανοῖς· δὲ ; οὐδὲν ; ἀπεκρίνατο ; αὐτῷ.
بَعْدَ هذَا قَامَ يَهُوذَا الْجَلِيلِيُّ فِي أَيَّامِ الاكْتِتَابِ، وَأَزَاغَ وَرَاءَهُ شَعْبًا غَفِيرًا. فَذَاكَ أَيْضًا هَلَكَ، وَجَمِيعُ الَّذِينَ انْقَادُوا إِلَيْهِ تَشَتَّتُوا.
μετὰ τοῦτον ἀνέστη Ἰούδας ὁ ; Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; ἀπογραφῆς καὶ ; ἀπέστησεν ὀπίσω ; αὐτοῦ· λαὸν ἱκανὸν κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ ; πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.
وَكَانُوا يَتْبَعُونَهُ لِكَوْنِهِمْ قَدِ انْدَهَشُوا زَمَانًا طَوِيلاً بِسِحْرِهِ.
προσεῖχον ; δὲ διὰ ἐξεστακέναι ; αὐτούς· τὸ ; χρόνῳ ἱκανῷ ταῖς ; μαγείαις
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامٌ كَثِيرَةٌ تَشَاوَرَ الْيَهُودُ لِيَقْتُلُوهُ،
ὡς ; δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν ; αὐτόν·
وَمَكَثَ أَيَّامًا كَثِيرَةً فِي يَافَا، عِنْدَ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ.
δὲ ; μεῖναι ἡμέρας ἱκανὰς ἐν Ἰόππῃ παρά Σίμωνι τινι ; βυρσεῖ.¶
لأَنَّهُ كَانَ رَجُلاً صَالِحًا وَمُمْتَلِئًا مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَالإِيمَانِ. فَانْضَمَّ إِلَى الرَّبِّ جَمْعٌ غَفِيرٌ.
ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ; πλήρης πνεύματος ἁγίου καὶ ; πίστεως. καὶ ; προσετέθη τῷ κυρίῳ. ὄχλος ἱκανὸς
فَحَدَثَ أَنَّهُمَا اجْتَمَعَا فِي الْكَنِيسَةِ سَنَةً كَامِلَةً وَعَلَّمَا جَمْعًا غَفِيرًا. وَدُعِيَ التَّلاَمِيذُ مَسِيحِيِّينَ فِي أَنْطَاكِيَةَ أَوَّلاً.
ἐγένετο ; δὲ αὐτοὺς συναχθῆναι ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐνιαυτὸν ὅλον καὶ ; διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τοὺς ; μαθητὰς Χριστιανούς.¶ ἐν Ἀντιοχείᾳ πρώτον
ثُمَّ جَاءَ وَهُوَ مُنْتَبِهٌ إِلَى بَيْتِ مَرْيَمَ أُمِّ يُوحَنَّا الْمُلَقَّبِ مَرْقُسَ، حَيْثُ كَانَ كَثِيرُونَ مُجْتَمِعِينَ وَهُمْ يُصَلُّونَ.
τε ἦλθεν συνιδών ἐπὶ τὴν ; οἰκίαν τῆς ; Μαρίας τῆς ; μητρὸς Ἰωάννου ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι.
فَأَقَامَا زَمَانًا طَوِيلاً يُجَاهِرَانِ بِالرَّبِّ الَّذِي كَانَ يَشْهَدُ لِكَلِمَةِ نِعْمَتِهِ، وَيُعْطِي أَنْ تُجْرَى آيَاتٌ وَعَجَائِبُ عَلَى أَيْدِيهِمَا.
οὖν ; διέτριψαν χρόνον Ἱκανὸν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ ; τῷ ; κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ ; λόγῳ τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, καὶ ; διδόντι γίνεσθαι σημεῖα καὶ ; τέρατα διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν.
فَبَشَّرَا فِي تِلْكَ الْمَدِينَةِ وَتَلْمَذَا كَثِيرِينَ. ثُمَّ رَجَعَا إِلَى لِسْتِرَةَ وَإِيقُونِيَةَ وَأَنْطَاكِيَةَ
εὐαγγελισάμενοί ; τε ἐκείνην τὴν ; πόλιν μαθητεύσαντες ἱκανοὺς καὶ ὑπέστρεψαν εἰς τὴν ; Λύστραν καὶ ; Ἰκόνιον Ἀντιόχειαν· ; καὶ
فَأَخَذُوا كَفَالَةً مِنْ يَاسُونَ وَمِنَ الْبَاقِينَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
καὶ ; λαβόντες τὸ ; ἱκανὸν παρὰ τοῦ ; Ἰάσονος καὶ τῶν ; λοιπῶν αὐτούς.¶ ἀπέλυσαν
وَأَمَّا بُولُسُ فَلَبِثَ أَيْضًا أَيَّامًا كَثِيرَةً، ثُمَّ وَدَّعَ الإِخْوَةَ وَسَافَرَ فِي الْبَحْرِ إِلَى سُورِيَّةَ، وَمَعَهُ بِرِيسْكِلاَّ وَأَكِيلاَ، بَعْدَمَا حَلَقَ رَأْسَهُ فِي كَنْخَرِيَا لأَنَّهُ كَانَ عَلَيْهِ نَذْرٌ.
δὲ Ὁ ; Παῦλος προσμείνας ἔτι ἡμέρας ἱκανάς, ἀποταξάμενος τοῖς ; ἀδελφοῖς ἐξέπλει εἰς τὴν ; Συρίαν, καὶ ; σὺν ; αὐτῷ Πρίσκιλλα καὶ ; Ἀκύλας, κειράμενος κεφαλήν· ; τὴν ἐν Κεγχρεαῖς γὰρ εἶχεν εὐχήν.
وَكَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ يَسْتَعْمِلُونَ السِّحْرَ يَجْمَعُونَ الْكُتُبَ وَيُحَرِّقُونَهَا أَمَامَ الْجَمِيعِ. وَحَسَبُوا أَثْمَانَهَا فَوَجَدُوهَا خَمْسِينَ أَلْفًا مِنَ الْفِضَّةِ.
δὲ ἱκανοὶ τῶν ; πραξάντων τὰ ; περίεργα συνενέγκαντες τὰς ; βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ ; συνεψήφισαν τὰς ; τιμὰς ; αὐτῶν καὶ ; εὗρον πέντε. μυριάδας ἀργυρίου
وَأَنْتُمْ تَنْظُرُونَ وَتَسْمَعُونَ أَنَّهُ لَيْسَ مِنْ أَفَسُسَ فَقَطْ، بَلْ مِنْ جَمِيعِ أَسِيَّا تَقْرِيبًا، اسْتَمَالَ وَأَزَاغَ بُولُسُ هذَا جَمْعًا كَثِيرًا قَائِلاً: إِنَّ الَّتِي تُصْنَعُ بِالأَيَادِي لَيْسَتْ آلِهَةً.
καὶ ; θεωρεῖτε καὶ ; ἀκούετε ὅτι οὐ Ἐφέσου μόνον ἀλλὰ πάσης τῆς ; Ἀσίας σχεδὸν πείσας μετέστησεν ὁ ; Παῦλος οὗτος ὄχλον ἱκανὸν λέγων ὅτι γινόμενοι. ; οἱ διὰ ; χειρῶν οὐκ ; εἰσὶν θεοὶ
وَكَانَتْ مَصَابِيحُ كَثِيرَةٌ فِي الْعِلِّيَّةِ الَّتِي كَانُوا مُجْتَمِعِينَ فِيهَا.
ἦσαν ; δὲ λαμπάδες ἱκαναὶ ἐν τῷ ; ὑπερῴῳ οὗ ; ἦσαν συνηγμένοι.
ثُمَّ صَعِدَ وَكَسَّرَ خُبْزًا وَأَكَلَ وَتَكَلَّمَ كَثِيرًا إِلَى الْفَجْرِ. وَهكَذَا خَرَجَ.
δὲ ἀναβὰς καὶ ; κλάσας ἄρτον καὶ ; γευσάμενος, τε ; ὁμιλήσας ἐφ᾽ ; ἱκανόν ἄχρι αὐγῆς, οὕτως ἐξῆλθεν.