ك
إصحاح
G2413
G2414. hierosólyma
G2415
المعنى المختصر للكلمة
hierosólyma: Hierosolyma (i.e. Jerushalaim), the capitol of Palestine
اللفظ الأصلي Ἱεροσόλυμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hierosólyma (hee-er-os-ol-oo-mah)
تكرار الورود في الكتاب 67 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Hierosolyma (i.e. Jerushalaim), the capitol of Palestine

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Jerusalem

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἱεροσόλυμα (22×) Ἱεροσολύμων (8×) Ἱεροσολύμοις (8×) Ἱεροσόλυμα, (6×) Ἱεροσόλυμα. (5×) Ἱεροσόλυμα.¶ (3×) εἰς ; Ἱεροσόλυμα (3×) Ἱεροσόλυμα· (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (67 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
آبَاؤُنَا سَجَدُوا فِي هذَا الْجَبَلِ، وَأَنْتُمْ تَقُولُونَ إِنَّ فِي أُورُشَلِيمَ الْمَوْضِعَ الَّذِي يَنْبَغِي أَنْ يُسْجَدَ فِيهِ.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν προσεκύνησαν, ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει καὶ ; ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ; ὁ ; τόπος ὅπου δεῖ.¶ προσκυνεῖν
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، صَدِّقِينِي أَنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ، لاَ فِي هذَا الْجَبَلِ، وَلاَ فِي أُورُشَلِيمَ تَسْجُدُونَ لِلآبِ.
Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσον; μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε ; οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ ; πατρί.
فَلَمَّا جَاءَ إِلَى الْجَلِيلِ قَبِلَهُ الْجَلِيلِيُّونَ، إِذْ كَانُوا قَدْ عَايَنُوا كُلَّ مَا فَعَلَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي الْعِيدِ، لأَنَّهُمْ هُمْ أَيْضًا جَاءُوا إِلَى الْعِيدِ.
Ὅτε ; οὖν ἦλθεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο ; αὐτὸν οἱ ; Γαλιλαῖοι ἑωρακότες πάντα ἃ ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ· γὰρ αὐτοὶ καὶ ἦλθον εἰς τὴν ; ἑορτήν.¶
وَبَعْدَ هذَا كَانَ عِيدٌ لِلْيَهُودِ، فَصَعِدَ يَسُوعُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
Μετὰ ταῦτα ἦν ἑορτὴ τῶν ; Ἰουδαίων, καὶ ; ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَفِي أُورُشَلِيمَ عِنْدَ بَابِ الضَّأْنِ بِرْكَةٌ يُقَالُ لَهَا بِالْعِبْرَانِيَّةِ بَيْتُ حِسْدَا لَهَا خَمْسَةُ أَرْوِقَةٍ.
δὲ ; ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ ; προβατικῇ ἔστιν ; κολυμβήθρα, ἡ ; ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά ἔχουσα. πέντε στοὰς
وَكَانَ عِيدُ التَّجْدِيدِ فِي أُورُشَلِيمَ، وَكَانَ شِتَاءٌ.
Ἐγένετο ; δὲ τὰ ; ἐγκαίνια ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις· καὶ ; ἦν, χειμὼν
وَكَانَتْ بَيْتُ عَنْيَا قَرِيبَةً مِنْ أُورُشَلِيمَ نَحْوَ خَمْسَ عَشْرَةَ غَلْوَةً.
ἦν ; δὲ ἡ ; Βηθανία ἐγγὺς τῶν ; Ἱεροσολύμων ὡς ; ἀπὸ δεκαπέντε.¶ σταδίων
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
وَفِي الْغَدِ سَمِعَ الْجَمْعُ الْكَثِيرُ الَّذِي جَاءَ إِلَى الْعِيدِ أَنَّ يَسُوعَ آتٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ،
Τῇ ἐπαύριον ἀκούσαντες ὁ ; ὄχλος πολὺς ὁ ; ἐλθὼν εἰς τὴν ; ἑορτήν, ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς ἔρχεται εἰς Ἱεροσόλυμα,
وَفِيمَا هُوَ مُجْتَمِعٌ مَعَهُمْ أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَبْرَحُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، بَلْ يَنْتَظِرُوا مَوْعِدَ الآبِ الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ مِنِّي،
καὶ ; συναλιζόμενος παρήγγειλεν ; αὐτοῖς μὴ χωρίζεσθαι, ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἀλλὰ περιμένειν τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·
وَكَانَ شَاوُلُ رَاضِيًا بِقَتْلِهِ. وَحَدَثَ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ اضْطِهَادٌ عَظِيمٌ عَلَى الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَتَشَتَّتَ الْجَمِيعُ فِي كُوَرِ الْيَهُودِيَّةِ وَالسَّامِرَةِ، مَا عَدَا الرُّسُلَ.
ἦν Σαῦλος συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ.¶ Ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ; ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· τε; διεσπάρησαν πάντες κατὰ τὰς ; χώρας τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Σαμαρείας πλὴν τῶν ; ἀποστόλων.¶
وَلَمَّا سَمِعَ الرُّسُلُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ أَنَّ السَّامِرَةَ قَدْ قَبِلَتْ كَلِمَةَ اللهِ، أَرْسَلُوا إِلَيْهِمْ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا،
Ἀκούσαντες ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι ἐν Ἱεροσολύμοις ὅτι ἡ ; Σαμάρεια δέδεκται τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς ; αὐτοὺς τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην·
ثُمَّ إِنَّهُمَا بَعْدَ مَا شَهِدَا وَتَكَلَّمَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، رَجَعَا إِلَى أُورُشَلِيمَ وَبَشَّرَا قُرىً كَثِيرَةً لِلسَّامِرِيِّينَ.
οἱ ; μὲν ; οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ ; λαλήσαντες τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς Ἱεροσόλυμα, εὐηγγελίσαντο; τε κώμας πολλάς τῶν ; Σαμαριτῶν
وَلَمَّا صَعِدَ بُطْرُسُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، خَاصَمَهُ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ،
Καὶ ; Ὅτε ἀνέβη Πέτρος εἰς Ἱεροσόλυμα διεκρίνοντο ; πρὸς ; αὐτὸν οἱ ἐκ περιτομῆς
فَسُمِعَ الْخَبَرُ عَنْهُمْ فِي آذَانِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَأَرْسَلُوا بَرْنَابَا لِكَيْ يَجْتَازَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
ἠκούσθη ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτῶν εἰς τὰ ; ὦτα τῆς ; ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐξαπέστειλαν Βαρναβᾶν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ انْحَدَرَ أَنْبِيَاءُ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
Ἐν ταύταις ταῖς ; ἡμέραις κατῆλθον προφῆται ἀπὸ Ἱεροσολύμων εἰς Ἀντιόχειαν·
ثُمَّ أَقْلَعَ مِنْ بَافُوسَ بُولُسُ وَمَنْ مَعَهُ وَأَتَوْا إِلَى بَرْجَةِ بَمْفِيلِيَّةَ. وَأَمَّا يُوحَنَّا فَفَارَقَهُمْ وَرَجَعَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
δὲ Ἀναχθέντες ἀπὸ τῆς ; Πάφου τὸν ; Παῦλον οἱ περὶ ἦλθον εἰς Πέργην τῆς ; Παμφυλίας. δὲ Ἰωάννης ἀποχωρήσας ; ἀπ᾽ ; αὐτῶν ὑπέστρεψεν εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَإِذْ كَانُوا يَجْتَازُونَ فِي الْمُدُنِ كَانُوا يُسَلِّمُونَهُمُ الْقَضَايَا الَّتِي حَكَمَ بِهَا الرُّسُلُ وَالْمَشَايخُ الَّذِينَ فِي أُورُشَلِيمَ لِيَحْفَظُوهَا.
δὲ ; ὡς διεπορεύοντο τὰς ; πόλεις, παρεδίδοσαν ; αὐτοῖς τὰ ; δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ ; τῶν ; ἀποστόλων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις.¶ φυλάσσειν
بَلْ وَدَّعَهُمْ قَائِلاً: يَنْبَغِي عَلَى كُلِّ حَال أَنْ أَعْمَلَ الْعِيدَ الْقَادِمَ فِي أُورُشَلِيمَ. وَلكِنْ سَأَرْجِعُ إِلَيْكُمْ أَيْضًا إِنْ شَاءَ اللهُ. فَأَقْلَعَ مِنْ أَفَسُسَ.
ἀλλ᾽ ἀπετάξατο; αὐτοῖς εἰπών δεῖ πάντως με ; ποιῆσαι τὴν ; ἑορτὴν τὴν ; ἐρχομένην εἰς Ἱεροσόλυμα· δὲ ἀνακάμψω πρὸς ; ὑμᾶς πάλιν θέλοντος, τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ἀνήχθη ἀπὸ τῆς ; Ἐφέσου.
وَلَمَّا كَمِلَتْ هذِهِ الأُمُورُ، وَضَعَ بُولُسُ فِي نَفْسِهِ أَنَّهُ بَعْدَمَا يَجْتَازُ فِي مَكِدُونِيَّةَ وَأَخَائِيَةَ يَذْهَبُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، قَائِلاً: إِنِّي بَعْدَ مَا أَصِيرُ هُنَاكَ يَنْبَغِي أَنْ أَرَى رُومِيَةَ أَيْضًا.
Ὡς ; δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ ; Παῦλος ἐν τῷ ; πνεύματι διελθὼν τὴν ; Μακεδονίαν καὶ ; Ἀχαΐαν πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα εἰπὼν ὅτι μετὰ τὸ ; γενέσθαι ; με ἐκεῖ, δεῖ με ; ἰδεῖν. Ῥώμην καὶ
لأَنَّ بُولُسَ عَزَمَ أَنْ يَتَجَاوَزَ أَفَسُسَ لِئَلاَّ يَعْرِضَ لَهُ أَنْ يَصْرِفَ وَقْتًا فِي أَسِيَّا، لأَنَّهُ كَانَ يُسْرِعُ حَتَّى إِذَا أَمْكَنَهُ يَكُونُ فِي أُورُشَلِيمَ فِي يَوْمِ الْخَمْسِينَ.
γὰρ ὁ ; Παῦλος Ἔκρινεν παραπλεῦσαι τὴν ; Ἔφεσον, ὅπως ; μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ; Ἀσίᾳ· ἔσπευδεν γὰρ εἰ ; δυνατὸν ; ἦν; αὐτῷ γενέσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα.¶ τὴν ἡμέραν τῆς ; πεντηκοστῆς
وَإِذْ وَجَدْنَا التَّلاَمِيذَ مَكَثْنَا هُنَاكَ سَبْعَةَ أَيَّامٍ. وَكَانُوا يَقُولُونَ لِبُولُسَ بِالرُّوحِ أَنْ لاَ يَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; Ἀνευρόντες τοὺς ; μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἑπτά, ἡμέρας οἵτινες ἔλεγον τῷ ; Παύλῳ διὰ ; τοῦ ; πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَبَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ تَأَهَّبْنَا وَصَعِدْنَا إِلَى أُورُشَلِيمَ.
δὲ ; Μετὰ ταύτας τὰς ; ἡμέρας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَلَمَّا وَصَلْنَا إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبِلَنَا الإِخْوَةُ بِفَرَحٍ.
Γενομένων ; δὲ ; ἡμῶν εἰς Ἱεροσόλυμα ἐδέξαντο; ἡμᾶς οἱ ; ἀδελφοί. ἀσμένως
فَلَمَّا قَدِمَ فَسْتُوسُ إِلَى الْوِلاَيَةِ صَعِدَ بَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ مِنْ قَيْصَرِيَّةَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
οὖν ἐπιβὰς Φῆστος τῇ ; ἐπαρχείᾳ ἀνέβη μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ Καισαρείας, εἰς Ἱεροσόλυμα
فَلَمَّا حَضَرَ، وَقَفَ حَوْلَهُ الْيَهُودُ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ انْحَدَرُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، وَقَدَّمُوا عَلَى بُولُسَ دَعَاوِيَ كَثِيرَةً وَثَقِيلَةً لَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُبَرْهِنُوهَا.
Παραγενομένου ; δὲ ; αὐτοῦ περιέστησαν ; αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι αὐτὸν ; καταβεβηκότες ἀπὸ Ἱεροσολύμων φέροντες κατὰ τοῦ ; Παῦλου, αἰτιώματα πολλὰ καὶ ; βαρέα ἃ ; οὐκ ἴσχυον ἀποδεῖξαι,
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
وَعَرَضَ عَنْهُ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَمَشَايِخُ الْيَهُودِ لَمَّا كُنْتُ فِي أُورُشَلِيمَ طَالِبِينَ حُكْمًا عَلَيْهِ.
ἐνεφάνισαν περὶ ; οὗ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι τῶν ; Ἰουδαίων γενομένου ; μου εἰς Ἱεροσόλυμα αἰτούμενοι δίκην κατ᾽ ; αὐτοῦ
وَإِذْ كُنْتُ مُرْتَابًا فِي الْمَسْأَلَةِ عَنْ هذَا قُلْتُ: أَلَعَلَّهُ يَشَاءُ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَيُحَاكَمَ هُنَاكَ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ ἐγὼ ἀπορούμενος εἰς ζήτησιν περὶ τούτου ἔλεγον βούλοιτο ; εἰ πορεύεσθαι εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι κἀκεῖ περὶ τούτων.
فَقَالَ فَسْتُوسُ: أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ وَالرِّجَالُ الْحَاضِرُونَ مَعَنَا أَجْمَعُونَ، أَنْتُمْ تَنْظُرُونَ هذَا الَّذِي تَوَسَّلَ إِلَيَّ مِنْ جِهَتِهِ كُلُّ جُمْهُورِ الْيَهُودِ فِي أُورُشَلِيمَ وَهُنَا، صَارِخِينَ أَنَّهُ لاَ يَنْبَغِي أَنْ يَعِيشَ بَعْدُ.
Καί ; φησιν ὁ ; Φῆστος· βασιλεῦ Ἀγρίππα καὶ ; ἄνδρες, οἱ ; συμπαρόντες ἡμῖν πάντες θεωρεῖτε τοῦτον ἐνέτυχόν μοι περὶ ; οὗ πᾶν τὸ ; πλῆθος τῶν ; Ἰουδαίων ἔν τε ; Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐνθάδε ἐπιβοῶντες μὴ δεῖν αὐτὸν ζῆν μηκέτι.