ك
إصحاح
G2035
G2036. épō
G2037
المعنى المختصر للكلمة
épō: to speak or say (by word or writing)
اللفظ الأصلي ἔπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق épō (ep-o)
تكرار الورود في الكتاب 841 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to speak or say (by word or writing)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
answer bid bring word call command grant say (on) speak tell

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εἶπεν (185×) εἶπεν· (97×) καὶ ; εἶπεν (81×) καὶ ; εἶπεν· (36×) εἶπον (23×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν (21×) δὲ ; εἶπεν (21×) ὁ ; δὲ ; εἶπεν· (18×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (841 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
فَقَالَ لِي: اذْهَبْ، فَإِنِّي سَأُرْسِلُكَ إِلَى الأُمَمِ بَعِيدًا.
καὶ ; εἶπεν πρός ; με· πορεύου, ὅτι ; ἐγὼ ἐξαποστελῶ ; σε.¶ εἰς ἔθνη μακρὰν
أَمَرَ الأَمِيرُ أَنْ يُذْهَبَ بِهِ إِلَى الْمُعَسْكَرِ، قَائِلاً أَنْ يُفْحَصَ بِضَرَبَاتٍ، لِيَعْلَمَ لأَيِّ سَبَبٍ كَانُوا يَصْرُخُونَ عَلَيْهِ هكَذَا.
ἐκέλευσεν ὁ ; χιλίαρχος ἄγεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν ; παρεμβολὴν εἴπας ἵνα ἀνετάζεσθαι μάστιξιν ἐπιγνῷ δι᾽ ; ἣν αἰτίαν ἐπεφώνουν αὐτῷ.¶ οὕτως
فَلَمَّا مَدُّوهُ لِلسِّيَاطِ، قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ الْوَاقِفِ: أَيَجُوزُ لَكُمْ أَنْ تَجْلِدُوا إِنْسَانًا رُومَانِيًّا غَيْرَ مَقْضِيٍّ عَلَيْهِ.
Ὡς ; δὲ προέτεινεν; αὐτὸν τοῖς ; ἱμᾶσιν, εἶπεν ὁ ; Παῦλος· πρὸς ; τὸν ; ἑκατόνταρχον ἑστῶτα εἰ ; ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν; ἄνθρωπον Ῥωμαῖον καὶ ; ἀκατάκριτον
فَجَاءَ الأَمِيرُ وَقَالَ لَهُ: قُلْ لِي: أَنْتَ رُومَانِيٌّ. فَقَالَ: نَعَمْ.
προσελθὼν ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι, εἰ ; σὺ Ῥωμαῖος ; εἶ; ὁ ; δὲ ; ἔφη· ναί.
فَتَفَرَّسَ بُولُسُ فِي الْمَجْمَعِ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، إِنِّي بِكُلِّ ضَمِيرٍ صَالِحٍ قَدْ عِشْتُ للهِ إِلَى هذَا الْيَوْمِ.
Ἀτενίσας ; δὲ ὁ ; Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ ; θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ; ἡμέρας.
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُ بُولُسُ: سَيَضْرِبُكَ اللهُ أَيُّهَا الْحَائِطُ الْمُبَيَّضُ. أَفَأَنْتَ جَالِسٌ تَحْكُمُ عَلَيَّ حَسَبَ النَّامُوسِ، وَأَنْتَ تَأْمُرُ بِضَرْبِي مُخَالِفًا لِلنَّامُوسِ.
τότε εἶπεν· πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; Παῦλος τύπτειν ; σε ; μέλλει ὁ ; θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ ; σὺ ; κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν ; νόμον, καὶ ; κελεύεις με ; τύπτεσθαι; παρανομῶν
فَقَالَ الْوَاقِفُونَ: أَتَشْتِمُ رَئِيسَ كَهَنَةِ اللهِ.
δὲ ; εἶπαν· οἱ ; παρεστῶτες λοιδορεῖς; τὸν ; ἀρχιερέα τοῦ ; θεοῦ
وَفِي اللَّيْلَةِ التَّالِيَةِ وَقَفَ بِهِ الرَّبُّ وَقَالَ: ثِقْ يَا بُولُسُ. لأَنَّكَ كَمَا شَهِدْتَ بِمَا لِي فِي أُورُشَلِيمَ، هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ تَشْهَدَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا.
δὲ Τῇ ; νυκτὶ ἐπιούσῃ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ ; κύριος εἶπεν· θάρσει Παῦλε· γὰρ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ; ἐμοῦ εἰς Ἰερουσαλήμ, οὕτω σε ; δεῖ μαρτυρῆσαι.¶ εἰς Ῥώμην καὶ
فَتَقَدَّمُوا إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخِ وَقَالُوا: قَدْ حَرَمْنَا أَنْفُسَنَا حِرْمًا أَنْ لاَ نَذُوقَ شَيْئًا حَتَّى نَقْتُلَ بُولُسَ.
οἵτινες ; προσελθόντες τοῖς ἀρχιερεῦσιν καὶ ; τοῖς ; πρεσβυτέροις εἶπαν· ἀνεθεματίσαμεν ἑαυτοὺς ἀναθέματι μηδενὸς ; γεύσασθαι ἕως ; οὗ ἀποκτείνωμεν τὸν ; Παῦλον.
ثُمَّ دَعَا اثْنَيْنِ مِنْ قُوَّادِ الْمِئَاتِ وَقَالَ: أَعِدَّا مِئَتَيْ عَسْكَرِيٍّ لِيَذْهَبُوا إِلَى قَيْصَرِيَّةَ، وَسَبْعِينَ فَارِسًا وَمِئَتَيْ رَامِحٍ، مِنَ السَّاعَةِ الثَّالِثَةِ مِنَ اللَّيْلِ.
Καὶ προσκαλεσάμενος δύο ; τινὰς τῶν ἑκατονταρχῶν εἶπεν· ἑτοιμάσατε διακοσίους στρατιώτας ὅπως ; πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας καὶ ; ἑβδομήκοντα ἱππεῖς καὶ ; διακοσίους δεξιολάβους ἀπὸ ὥρας τρίτης τῆς νυκτός,
أَوْ لِيَقُلْ هؤُلاَءِ أَنْفُسُهُمْ مَاذَا وَجَدُوا فِيَّ مِنَ الذَّنْبِ وَأَنَا قَائِمٌ أَمَامَ الْمَجْمَعِ،
εἰπάτωσαν αὐτοὶ οὗτοι εἴ ; τί εὗρον ἐν ; ἐμοὶ ἀδίκημα μου στάντος ἐπὶ τοῦ ; συνεδρίου,
فَلَمَّا سَمِعَ هذَا فِيلِكْسُ أَمْهَلَهُمْ، إِذْ كَانَ يَعْلَمُ بِأَكْثَرِ تَحْقِيق أُمُورَ هذَا الطَّرِيقِ، قَائِلاً: مَتَى انْحَدَرَ لِيسِيَاسُ الأَمِيرُ أَفْحَصُ عَنْ أُمُورِكُمْ.
Ἀκούσας ταῦτα ὁ ; Φῆλιξ Ἀνεβάλετο ; δὲ ; αὐτοὺς εἰδὼς ἀκριβέστερον τὰ ; περὶ τῆς ; ὁδοῦ εἴπας· ὅταν καταβῇ, Λυσίας ὁ ; χιλίαρχος διαγνώσομαι τὰ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς.
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
فَقُلْتُ أَنَا: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
δὲ ; εἶπα· ἐγὼ τίς εἶ κύριε; δὲ ; εἶπεν· ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
فَقُلْتُ أَنَا: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
δὲ ; εἶπα· ἐγὼ τίς εἶ κύριε; δὲ ; εἶπεν· ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
فَقَالَ بُولُسُ: كُنْتُ أُصَلِّي إِلَى اللهِ أَنَّهُ بِقَلِيل وَبِكَثِيرٍ، لَيْسَ أَنْتَ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا جَمِيعُ الَّذِينَ يَسْمَعُونَنِي الْيَوْمَ، يَصِيرُونَ هكَذَا كَمَا أَنَا، مَا خَلاَ هذِهِ الْقُيُودَ.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Παῦλος εὐξαίμην τῷ ; θεῷ ἂν ; καὶ ἐν ; ὀλίγῳ καὶ ; ἐν ; πολλῷ οὐ σὲ μόνον ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀκούοντάς ; μου σήμερον γενέσθαι τοιούτους ὁποῖος ἐγώ ; εἰμι παρεκτὸς τούτων.¶ τῶν ; δεσμῶν
فَلَمَّا قَالَ هذَا قَامَ الْمَلِكُ وَالْوَالِي وَبَرْنِيكِي وَالْجَالِسُونَ مَعَهُمْ،
Καὶ εἰπόντος ταῦτα αὐτοῦ ; ἀνέστη ὁ ; βασιλεὺς καὶ ; ὁ ; ἡγεμὼν ἥ ; τε ; Βερνίκη καὶ ; οἱ ; συγκαθήμενοι αὐτοῖς·
فَلَمَّا حَصَلَ صَوْمٌ كَثِيرٌ، حِينَئِذٍ وَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِهِمْ وَقَالَ: كَانَ يَنْبَغِي أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْ تُذْعِنُوا لِي، وَلاَ تُقْلِعُوا مِنْ كِرِيتَ، فَتَسْلَمُوا مِنْ هذَا الضَّرَرِ وَالْخَسَارَةِ.
δὲ; ὑπαρχούσης ἀσιτίας πολλῆς τότε σταθεὶς ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ ; αὐτῶν εἶπεν·¶ Ἔδει ; μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς ; Κρήτης, κερδῆσαί τὴν ; ταύτην ὕβριν καὶ ; τὴν ; ζημίαν.
قَالَ بُولُسُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ وَالْعَسْكَرِ: إِنْ لَمْ يَبْقَ هؤُلاَءِ فِي السَّفِينَةِ فَأَنْتُمْ لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَنْجُوا.
εἶπεν ὁ ; Παῦλος τῷ ; ἑκατοντάρχῃ καὶ ; τοῖς ; στρατιώταις· ἐὰν ; μὴ μείνωσιν οὗτοι ἐν τῷ ; πλοίῳ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε. σωθῆναι
وَلَمَّا قَالَ هذَا أَخَذَ خُبْزًا وَشَكَرَ اللهَ أَمَامَ الْجَمِيعِ، وَكَسَّرَ، وَابْتَدَأَ يَأْكُلُ.
δὲ Εἴπας ταῦτα καὶ ; λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησεν τῷ ; θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ ; κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
فَقَالُوا لَهُ: نَحْنُ لَمْ نَقْبَلْ كِتَابَاتٍ فِيكَ مِنَ الْيَهُودِيَّةِ، وَلاَ أَحَدٌ مِنَ الإِخْوَةِ جَاءَ فَأَخْبَرَنَا أَوْ تَكَلَّمَ عَنْكَ بِشَيْءٍ رَدِيٍّ.
δὲ ; εἶπαν· πρὸς ; αὐτὸν ἡμεῖς οὔτε ἐδεξάμεθα γράμματα περὶ ; σοῦ ἀπὸ τῆς ; Ἰουδαίας, οὔτε τις τῶν ; ἀδελφῶν παραγενόμενός ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέν περὶ ; σοῦ τι πονηρόν.
فَانْصَرَفُوا وَهُمْ غَيْرُ مُتَّفِقِينَ بَعْضُهُمْ مَعَ بَعْضٍ، لَمَّا قَالَ بُولُسُ كَلِمَةً وَاحِدَةً: إِنَّهُ حَسَنًا كَلَّمَ الرُّوحُ الْقُدُسُ آبَاءَنَا بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ
δὲ ; ἀπελύοντο ἀσύμφωνοι ; ὄντες πρὸς ; ἀλλήλους εἰπόντος τοῦ ; Παύλου ῥῆμα ἕν, ὅτι ; καλῶς ἐλάλησεν πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου
قَائِلاً: اذْهَبْ إِلَى هذَا الشَّعْبِ وَقُلْ: سَتَسْمَعُونَ سَمْعًا وَلاَ تَفْهَمُونَ، وَسَتَنْظُرُونَ نَظَرًا وَلاَ تُبْصِرُونَ.
λέγον πορεύθητι πρὸς τοῦτον τὸν ; λαὸν καὶ ; εἰπόν· ἀκούσετε ἀκοῇ καὶ ; οὐ ; μὴ συνῆτε, καὶ ; βλέψετε βλέποντες καὶ ; οὐ ; μὴ ἴδητε·
وَلَمَّا قَالَ هذَا مَضَى الْيَهُودُ وَلَهُمْ مُبَاحَثَةٌ كَثِيرَةٌ فِيمَا بَيْنَهُمْ.
Καὶ εἰπόντος, ταῦτα ἀπῆλθον οἱ ; Ἰουδαῖοι, ἔχοντες συζήτησιν.¶ πολλὴν ἐν ἑαυτοῖς
وَأَمَّا الْبِرُّ الَّذِي بِالإِيمَانِ فَيَقُولُ هكَذَا: لاَ تَقُلْ فِي قَلْبِكَ: مَنْ يَصْعَدُ إِلَى السَّمَاءِ. أَيْ لِيُحْدِرَ الْمَسِيحَ،
δὲ Ἡ ; δικαιοσύνη ἐκ πίστεως λέγει· οὕτως μὴ εἴπῃς ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου· τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν ; οὐρανόν; τοῦτ᾽ ; ἔστιν καταγαγεῖν· Χριστὸν
حَتَّى لاَ يَقُولَ أَحَدٌ إِنِّي عَمَّدْتُ بِاسْمِي.
ἵνα μή εἴπῃ τις ὅτι ἐβάπτισα εἰς ; τὸ ; ἐμὸν ; ὄνομα
وَلكِنْ إِنْ قَالَ لَكُمْ أَحَدٌ: هذَا مَذْبُوحٌ لِوَثَنٍ فَلاَ تَأْكُلُوا مِنْ أَجْلِ ذَاكَ الَّذِي أَعْلَمَكُمْ، وَالضَّمِيرِ. لأَنَّ لِلرَّبِّ الأَرْضَ وَمِلأَهَا
δέ ἐὰν εἴπῃ· ὑμῖν τις τοῦτο εἰδωλόθυτόν; ἐστιν, μὴ ἐσθίετε δι᾽ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ ; τὴν ; συνείδησιν· γὰρ τοῦ ; κυρίου ἡ ; γῆ καὶ ; τὸ ; πλήρωμα ; αὐτῆς.
أَفَلَيْسَ لَكُمْ بُيُوتٌ لِتَأْكُلُوا فِيهَا وَتَشْرَبُوا. أَمْ تَسْتَهِينُونَ بِكَنِيسَةِ اللهِ وَتُخْجِلُونَ الَّذِينَ لَيْسَ لَهُمْ. مَاذَا أَقُولُ لَكُمْ. أَأَمْدَحُكُمْ عَلَى هذَا. لَسْتُ أَمْدَحُكُمْ.
μὴ ; γὰρ ἔχετε οἰκίας ἐσθίειν εἰς ; τὸ καὶ ; πίνειν; ἢ καταφρονεῖτε τῆς ; ἐκκλησίας τοῦ ; θεοῦ καὶ ; καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί εἴπω ὑμῖν; ἐπαινέσω ; ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.
وَشَكَرَ فَكَسَّرَ، وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا هذَا هُوَ جَسَدِي الْمَكْسُورُ لأَجْلِكُمُ. اصْنَعُوا هذَا لِذِكْرِي.
καὶ ; εὐχαριστήσας ἔκλασεν καὶ ; εἶπεν λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμα τὸ ; κλώμενον· ὑπὲρ ; ὑμῶν ποιεῖτε τοῦτο εἰς ; τὴν ; ἐμὴν ; ἀνάμνησιν.