ك
إصحاح
G2009
G2010. epitrépō
G2011
المعنى المختصر للكلمة
epitrépō: to turn over (transfer), i.e. allow
اللفظ الأصلي ἐπιτρέπω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epitrépō (ep-ee-trep-o)
تكرار الورود في الكتاب 19 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to turn over (transfer), i.e. allow

الإنجليزية — KJV Translation Tags
give leave (liberty, license) let permit suffer

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπίτρεψόν (4×) ἐπέτρεψεν (3×) καὶ ; ἐπέτρεψεν (3×) ἐπιτρέπῃ (2×) ἐπίτρεψον (1×) ἐπιτέτραπται (1×) ἐπιτρέψῃ (1×) ἐπιτρέψαντος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (19 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَقَالَ لَهُ آخَرُ مِنْ تَلاَمِيذِهِ: يَا سَيِّدُ، ائْذَنْ لِي أَنْ أَمْضِيَ أَوَّلاً وَأَدْفِنَ أَبِي.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· Ἕτερος τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθεῖν πρῶτον καὶ ; θάψαι τὸν ; πατέρα ; μου.¶
فَالشَّيَاطِينُ طَلَبُوا إِلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنْ كُنْتَ تُخْرِجُنَا، فَأْذَنْ لَنَا أَنْ نَذْهَبَ إِلَى قَطِيعِ الْخَنَازِيرِ.
οἱ ; δὲ ; δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ; ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς ἀγέλην ; τὴν τῶν ; χοίρων.
قَالَ لَهُمْ: إِنَّ مُوسَى مِنْ أَجْلِ قَسَاوَةِ قُلُوبِكُمْ أَذِنَ لَكُمْ أَنْ تُطَلِّقُوا نِسَاءَكُمْ. وَلكِنْ مِنَ الْبَدْءِ لَمْ يَكُنْ هكَذَا.
Λέγει αὐτοῖς ὅτι Μωϋσῆς πρὸς τὴν ; σκληροκαρδίαν ; ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι γυναῖκας ; ὑμῶν· ; τὰς δὲ ἀπ᾽ ἀρχῆς οὐ γέγονεν οὕτως.¶
فَأَذِنَ لَهُمْ يَسُوعُ لِلْوَقْتِ. فَخَرَجَتِ الأَرْوَاحُ النَّجِسَةُ وَدَخَلَتْ فِي الْخَنَازِيرِ، فَانْدَفَعَ الْقَطِيعُ مِنْ عَلَى الْجُرْفِ إِلَى الْبَحْرِ. وَكَانَ نَحْوَ أَلْفَيْنِ، فَاخْتَنَقَ فِي الْبَحْرِ.
καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς. εὐθέως ἐξελθόντα ; καὶ τὰ ; πνεύματα τὰ ; ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς ; χοίρους, καὶ ; ὥρμησεν ἡ ; ἀγέλη κατὰ κρημνοῦ ; τοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν ἦσαν ; δὲ ὡς δισχίλιοι καὶ ; ἐπνίγοντο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ.
فَقَالُوا: مُوسَى أَذِنَ أَنْ يُكْتَبَ كِتَابُ طَلاَق، فَتُطَلَّقُ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· Μωϋσῆς ἐπέτρεψεν γράψαι βιβλίον ἀποστασίου καὶ ; ἀπολῦσαι.
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
وَكَانَ هُنَاكَ قَطِيعُ خَنَازِيرَ كَثِيرَةٍ تَرْعَى فِي الْجَبَلِ، فَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَأْذَنَ لَهُمْ بِالدُّخُولِ فِيهَا، فَأَذِنَ لَهُمْ.
ἦν ; δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ; ὄρει, καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰσελθεῖν. εἰς ; ἐκείνους καὶ ; ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
وَقَالَ لآخَرَ: اتْبَعْنِي. فَقَالَ: يَا سَيِّدُ، ائْذَنْ لِي أَنْ أَمْضِيَ أَوَّلاً وَأَدْفِنَ أَبِي.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; ἕτερον· ἀκολούθει ; μοι. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν ; πατέρα ; μου.¶
وَقَالَ آخَرُ أَيْضًا: أَتْبَعُكَ يَا سَيِّدُ، وَلكِنِ ائْذَنْ لِي أَوَّلاً أَنْ أُوَدِّعَ الَّذِينَ فِي بَيْتِي.
δὲ ; Εἶπεν ἕτερος· καὶ ἀκολουθήσω ; σοι, κύριε· δὲ ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν ; οἶκόν ; μου.
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
فَقَالَ بُولُسُ: أَنَا رَجُلٌ يَهُودِيٌّ طَرْسُوسِيٌّ، مِنْ أَهْلِ مَدِينَةٍ غَيْرِ دَنِيَّةٍ مِنْ كِيلِيكِيَّةَ. وَأَلْتَمِسُ مِنْكَ أَنْ تَأْذَنَ لِي أَنْ أُكَلِّمَ الشَّعْبَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος· ἐγὼ ; εἰμι ἄνθρωπος Ἰουδαῖος Ταρσεὺς πολίτης, ; πόλεως οὐκ ἀσήμου τῆς ; Κιλικίας δέομαι ; δέ σου· ἐπίτρεψόν μοι πρὸς λαλῆσαι τὸν ; λαόν.
فَلَمَّا أَذِنَ لَهُ، وَقَفَ بُولُسُ عَلَى الدَّرَجِ وَأَشَارَ بِيَدِهِ إِلَى الشَّعْبِ، فَصَارَ سُكُوتٌ عَظِيمٌ. فَنَادَى بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ قَائِلاً:
δὲ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ ἑστὼς ὁ ; Παῦλος ἐπὶ τῶν ; ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ ; χειρὶ τῷ λαῷ, δὲ ; γενομένης σιγῆς πολλῆς προσεφώνησεν τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι λέγων·¶
فَقَالَ أَغْرِيبَاسُ لِبُولُسَ: مَأْذُونٌ لَكَ أَنْ تَتَكَلَّمَ لأَجْلِ نَفْسِكَ. حِينَئِذٍ بَسَطَ بُولُسُ يَدَهُ وَجَعَلَ يَحْتَجُّ:
δὲ ; ἔφη· Ἀγρίππας πρὸς ; τὸν ; Παῦλον ἐπιτρέπεταί σοι λέγειν. ὑπὲρ σεαυτοῦ τότε ἐκτείνας ὁ ; Παῦλος τὴν ; χεῖρα ἀπελογεῖτο·
وَفِي الْيَوْمِ الآخَرِ أَقْبَلْنَا إِلَى صَيْدَاءَ، فَعَامَلَ يُولِيُوسُ بُولُسَ بِالرِّفْقِ، وَأَذِنَ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أَصْدِقَائِهِ لِيَحْصُلَ عَلَى عِنَايَةٍ
τῇ ; τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα, τε ; χρησάμενος ὁ ; Ἰούλιος τῷ ; Παύλῳ φιλανθρώπως ἐπέτρεψεν πορευθέντα πρὸς τοὺς ; φίλους τυχεῖν. ἐπιμελείας
وَلَمَّا أَتَيْنَا إِلَى رُومِيَةَ سَلَّمَ قَائِدُ الْمِئَةِ الأَسْرَى إِلَى رَئِيسِ الْمُعَسْكَرِ، وَأَمَّا بُولُسُ فَأُذِنَ لَهُ أَنْ يُقِيمَ وَحْدَهُ مَعَ الْعَسْكَرِيِّ الَّذِي كَانَ يَحْرُسُهُ.
Ὅτε ; δὲ ἤλθομεν εἰς Ῥώμην, παρέδωκεν ὁ ; ἑκατόνταρχος τοὺς ; δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ δὲ τῷ ; Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾽ ; ἑαυτὸν σὺν στρατιώτῃ.¶ τῷ φυλάσσοντι ; αὐτὸν
لِتَصْمُتْ نِسَاؤُكُمْ فِي الْكَنَائِسِ، لأَنَّهُ لَيْسَ مَأْذُونًا لَهُنَّ أَنْ يَتَكَلَّمْنَ، بَلْ يَخْضَعْنَ كَمَا يَقُولُ النَّامُوسُ أَيْضًا.
σιγάτωσαν· Αἱ ; γυναῖκες ; ὑμῶν ἐν ταῖς ; ἐκκλησίαις γὰρ οὐ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ᾽ ὑποτάσσεσθαι καθὼς λέγει. ὁ ; νόμος καὶ
لَسْتُ أُرِيدُ أَنْ أَرَاكُمْ فِي الْعُبُورِ، لأَنِّي أَرْجُو أَنْ أَمْكُثَ عِنْدَكُمْ زَمَانًا إِنْ أَذِنَ الرَّبُّ.
οὐ θέλω ὑμᾶς ; ἄρτι ; ἰδεῖν· ἐν παρόδῳ γὰρ ἐλπίζω ἐπιμεῖναι πρὸς ; ὑμᾶς, χρόνον ; τινὰ ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ ; κύριος
وَلكِنْ لَسْتُ آذَنُ لِلْمَرْأَةِ أَنْ تُعَلِّمَ وَلاَ تَتَسَلَّطَ عَلَى الرَّجُلِ، بَلْ تَكُونُ فِي سُكُوتٍ،
δὲ οὐκ ἐπιτρέπω γυναικὶ διδάσκειν οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρὸς ἀλλ᾽ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ.
وَهذَا سَنَفْعَلُهُ إِنْ أَذِنَ اللهُ.
καὶ ; τοῦτο ποιήσομεν ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ ; θεός.