المعنى المختصر للكلمة
epitíthēmi:
to impose (in a friendly or hostile sense)
اللفظ الأصلي
ἐπιτίθημι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
epitíthēmi
(ep-ee-tith-ay-mee)
تكرار الورود في الكتاب
39
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to impose (in a friendly or hostile sense)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
add
unto
lade
lay upon
put (up) on
set on (up)
+ surname
X wound
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐπέθηκαν (4×)
ἐπιθεὶς (4×)
καὶ ; ἐπέθηκεν (4×)
ἐπιτίθησιν (2×)
ἐπιθῇ (2×)
καὶ ; ἐπέθηκαν (2×)
καὶ ; ἐπιθεὶς (2×)
ἐπίθες (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (39 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 9: 18
Mat.9.18
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُهُمْ بِهذَا، إِذَا رَئِيسٌ قَدْ جَاءَ فَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: إِنَّ ابْنَتِي الآنَ مَاتَتْ، لكِنْ تَعَالَ وَضَعْ يَدَكَ عَلَيْهَا فَتَحْيَا.
αὐτοῦ λαλοῦντος ; αὐτοῖς Ταῦτα ἰδοὺ ἄρχων ; εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ ; θυγάτηρ ; μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν ; χεῖρά ; σου ἐπ᾽ ; αὐτήν, καὶ ; ζήσεται.
متى 19: 13
Mat.19.13
حِينَئِذٍ قُدِّمَ إِلَيْهِ أَوْلاَدٌ لِكَيْ يَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَيُصَلِّيَ، فَانْتَهَرَهُمُ التَّلاَمِيذُ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία ἵνα ἐπιθῇ τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς καὶ ; προσεύξηται· δὲ ; ἐπετίμησαν ; αὐτοῖς. οἱ ; μαθηταὶ
متى 19: 15
Mat.19.15
فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ، وَمَضَى مِنْ هُنَاكَ.
καὶ ; ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν.¶
متى 21: 7
Mat.21.7
وَأَتَيَا بِالأَتَانِ وَالْجَحْشِ، وَوَضَعَا عَلَيْهِمَا ثِيَابَهُمَا فَجَلَسَ عَلَيْهِمَا.
ἤγαγον τὴν ; ὄνον καὶ ; τὸν ; πῶλον καὶ ; ἐπέθηκαν ἐπάνω; αὐτῶν τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν, καὶ ; ἐπεκάθισεν ἐπάνω ; αὐτῶν.
متى 23: 4
Mat.23.4
فَإِنَّهُمْ يَحْزِمُونَ أَحْمَالاً ثَقِيلَةً عَسِرَةَ الْحَمْلِ وَيَضَعُونَهَا عَلَى أَكْتَافِ النَّاسِ، وَهُمْ لاَ يُرِيدُونَ أَنْ يُحَرِّكُوهَا بِإِصْبِعِهِمْ،
δεσμεύουσιν ; γὰρ φορτία βαρέα καὶ ; δυσβάστακτα καὶ ; ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ; ὤμους τῶν ; ἀνθρώπων· αὐτοὶ ; δὲ οὐ θέλουσιν κινῆσαι ; αὐτά. τῷ ; δακτύλῳ ; αὐτῶν
متى 27: 29
Mat.27.29
وَضَفَرُوا إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَقَصَبَةً فِي يَمِينِهِ. وَكَانُوا يَجْثُونَ قُدَّامَهُ وَيَسْتَهْزِئُونَ بِهِ قَائِلِينَ: السَّلاَمُ يَا مَلِكَ الْيَهُودِ.
πλέξαντες ; καὶ στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν; κεφαλὴν; αὐτοῦ καὶ ; κάλαμον ἐπὶ τὴν; δεξιὰν; αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν ; αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.
متى 27: 37
Mat.27.37
وَجَعَلُوا فَوْقَ رَأْسِهِ عِلَّتَهُ مَكْتُوبَةً: هذَا هُوَ يَسُوعُ مَلِكُ الْيَهُودِ.
καὶ ; ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς ; κεφαλῆς ; αὐτοῦ τὴν ; αἰτίαν ; αὐτοῦ γεγραμμένην· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ ; βασιλεὺς τῶν ; Ἰουδαίων.¶
مرقس 3: 17
Mrk.3.17
وَيَعْقُوبَ بْنَ زَبْدِي وَيُوحَنَّا أَخَا يَعْقُوبَ، وَجَعَلَ لَهُمَا اسْمَ بُوَانَرْجِسَ أَيِ ابْنَيِ الرَّعْدِ.
καὶ ; Ἰάκωβον τὸν τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν τοῦ ; Ἰακώβου, καὶ ; ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανηργές, ὅ ; ἐστιν υἱοὶ βροντῆς·
مرقس 5: 23
Mrk.5.23
وَطَلَبَ إِلَيْهِ كَثِيرًا قَائِلاً: ابْنَتِي الصَّغِيرَةُ عَلَى آخِرِ نَسَمَةٍ. لَيْتَكَ تَأْتِي وَتَضَعُ يَدَكَ عَلَيْهَا لِتُشْفَى فَتَحْيَا..
καὶ ; παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ λέγων ; ὅτι τὸ ; θυγάτριόν ; μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ; ἐλθὼν ἐπιθῇς τὰς ; χεῖρας αὐτῇ ὅπως; σωθῇ καὶ ; ζήσεται
مرقس 6: 5
Mrk.6.5
وَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَصْنَعَ هُنَاكَ وَلاَ قُوَّةً غَيْرَ أَنَّهُ وَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى مَرْضَى قَلِيلِينَ فَشَفَاهُمْ.
καὶ ; οὐκ ἐδύνατο ποιῆσαι ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν, εἰ ; μὴ ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἀρρώστοις ὀλίγοις ἐθεράπευσεν.
مرقس 7: 32
Mrk.7.32
وَجَاءُوا إِلَيْهِ بِأَصَمَّ أَعْقَدَ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَضَعَ يَدَهُ عَلَيْهِ.
καὶ ; φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον παρακαλοῦσιν ; καὶ αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ τὴν ; χεῖρα. αὐτῷ
مرقس 8: 23
Mrk.8.23
فَأَخَذَ بِيَدِ الأَعْمَى وَأَخْرَجَهُ إِلَى خَارِجِ الْقَرْيَةِ، وَتَفَلَ فِي عَيْنَيْهِ، وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِ وَسَأَلَهُ: هَلْ أَبْصَرَ شَيْئًا.
καὶ ; ἐπιλαβόμενος χειρὸς ; τῆς τοῦ ; τυφλοῦ ἐξήγαγεν; αὐτὸν ἔξω τῆς ; κώμης, καὶ ; πτύσας εἰς τὰ ; ὄμματα ; αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτῷ ἐπηρώτα ; αὐτόν· εἴ βλέπει τι
مرقس 8: 25
Mrk.8.25
ثُمَّ وَضَعَ يَدَيْهِ أَيْضًا عَلَى عَيْنَيْهِ، وَجَعَلَهُ يَتَطَلَّعُ. فَعَادَ صَحِيحًا وَأَبْصَرَ كُلَّ إِنْسَانٍ جَلِيًّا.
εἶτα ἐπέθηκεν τὰς ; χεῖρας πάλιν ἐπὶ τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐποίησεν ; αὐτὸν ἀναβλέψαι καὶ ; ἀποκατεστάθη καὶ ; ἐνέβλεψεν ἅπαντας τηλαυγῶς
مرقس 16: 18
Mrk.16.18
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
لوقا 4: 40
Luk.4.40
وَعِنْدَ غُرُوبِ الشَّمْسِ، جَمِيعُ الَّذِينَ كَانَ عِنْدَهُمْ سُقَمَاءُ بِأَمْرَاضٍ مُخْتَلِفَةٍ قَدَّمُوهُمْ إِلَيْهِ، فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ وَشَفَاهُمْ.
Δύνοντος ; δὲ τοῦ ; ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον ; αὐτοὺς πρὸς ; αὐτόν· ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἑνὶ ; ἑκάστῳ αὐτῶν ὁ ; ἐθεράπευσεν; αὐτούς.
لوقا 8: 16
Luk.8.16
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
لوقا 10: 30
Luk.10.30
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ: إِنْسَانٌ كَانَ نَازِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَرِيحَا، فَوَقَعَ بَيْنَ لُصُوصٍ، فَعَرَّوْهُ وَجَرَّحُوهُ، وَمَضَوْا وَتَرَكُوهُ بَيْنَ حَيٍّ وَمَيْتٍ.
ὑπολαβὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός ; τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ καὶ ; περιέπεσεν λῃσταῖς οἳ ; καὶ ; ἐκδύσαντες ; αὐτὸν καὶ ; πληγὰς ; ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ ; τυγχάνοντα.
لوقا 13: 13
Luk.13.13
وَوَضَعَ عَلَيْهَا يَدَيْهِ، فَفِي الْحَالِ اسْتَقَامَتْ وَمَجَّدَتِ اللهَ.
καὶ ; ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς ; χεῖρας, καὶ ; παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ; ἐδόξαζεν τὸν ; θεόν.¶
لوقا 15: 5
Luk.15.5
وَإِذَا وَجَدَهُ يَضَعُهُ عَلَى مَنْكِبَيْهِ فَرِحًا،
καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ; ὤμους ; ἑαυτοῦ χαίρων,
لوقا 23: 26
Luk.23.26
وَلَمَّا مَضَوْا بِهِ أَمْسَكُوا سِمْعَانَ، رَجُلاً قَيْرَوَانِيًّا كَانَ آتِيًا مِنَ الْحَقْلِ، وَوَضَعُوا عَلَيْهِ الصَّلِيبَ لِيَحْمِلَهُ خَلْفَ يَسُوعَ.
Καὶ ; ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου τοῦ ἐρχομένου ἀπ᾽ ἀγροῦ ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν ; σταυρὸν φέρειν ὄπισθεν τοῦ ; Ἰησοῦ.¶
يوحنا 9: 15
Jhn.9.15
فَسَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا كَيْفَ أَبْصَرَ، فَقَالَ لَهُمْ: وَضَعَ طِينًا عَلَى عَيْنَيَّ وَاغْتَسَلْتُ، فَأَنَا أُبْصِرُ.
πάλιν ; ἠρώτων ; αὐτὸν ; οὖν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐπέθηκέν πηλὸν ἐπὶ μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; ἐνιψάμην καὶ ; βλέπω.
يوحنا 19: 2
Jhn.19.2
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
أعمال الرسل 6: 6
Act.6.6
اَلَّذِينَ أَقَامُوهُمْ أَمَامَ الرُّسُلِ، فَصَلُّوا وَوَضَعُوا عَلَيْهِمِ الأَيَادِيَ.
οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ; ἀποστόλων, καὶ ; προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας.¶
أعمال الرسل 8: 17
Act.8.17
حِينَئِذٍ وَضَعَا الأَيَادِيَ عَلَيْهِمْ فَقَبِلُوا الرُّوحَ الْقُدُسَ.
τότε ἐπετίθεσαν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτούς, καὶ ; ἐλάμβανον πνεῦμα ἅγιον.¶
أعمال الرسل 8: 19
Act.8.19
قَائِلاً: أَعْطِيَانِي أَنَا أَيْضًا هذَا السُّلْطَانَ، حَتَّى أَيُّ مَنْ وَضَعْتُ عَلَيْهِ يَدَيَّ يَقْبَلُ الرُّوحَ الْقُدُسَ.
λέγων· δότε κἀμοὶ ταύτην, ἐξουσίαν ἵνα ἂν ἐπιθῶ ᾧ τὰς ; χεῖρας λαμβάνῃ πνεῦμα ἅγιον.
أعمال الرسل 9: 12
Act.9.12
وَقَدْ رَأَى فِي رُؤْيَا رَجُلاً اسْمُهُ حَنَانِيَّا دَاخِلاً وَوَاضِعًا يَدَهُ عَلَيْهِ لِكَيْ يُبْصِرَ.
καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἁνανίαν εἰσελθόντα καὶ ; ἐπιθέντα χεῖρα αὐτῷ ὅπως ἀναβλέψῃ.¶
أعمال الرسل 9: 17
Act.9.17
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
أعمال الرسل 13: 3
Act.13.3
فَصَامُوا حِينَئِذٍ وَصَلُّوا وَوَضَعُوا عَلَيْهِمَا الأَيَادِيَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمَا.
νηστεύσαντες τότε καὶ ; προσευξάμενοι καὶ ; ἐπιθέντες αὐτοῖς τὰς ; χεῖρας ἀπέλυσαν.¶
أعمال الرسل 15: 10
Act.15.10
فَالآنَ لِمَاذَا تُجَرِّبُونَ اللهَ بِوَضْعِ نِيرٍ عَلَى عُنُقِ التَّلاَمِيذِ لَمْ يَسْتَطِعْ آبَاؤُنَا وَلاَ نَحْنُ أَنْ نَحْمِلَهُ.
νῦν ; οὖν τί πειράζετε τὸν ; θεὸν ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τῶν ; μαθητῶν, ὃν ; οὔτε ἰσχύσαμεν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς βαστάσαι;