ك
إصحاح
G1868
G1869. epaírō
G1870
المعنى المختصر للكلمة
epaírō: to raise up (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἐπαίρω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epaírō (ep-ahee-ro)
تكرار الورود في الكتاب 17 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to raise up (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
exalt self poise (lift, take) up

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπῆρεν (2×) ἐπῆραν (2×) καὶ ; ἐπάρας (2×) ἐπᾶραι (1×) ἐπήρθη (1×) ἐπάρατε (1×) ἐπάρασά (1×) ἐπαίροντας (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (17 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْمَسَاكِينُ، لأَنَّ لَكُمْ مَلَكُوتَ اللهِ.
Καὶ ; αὐτὸς ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἔλεγεν· μακάριοι οἱ ; πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.¶
وَفِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ بِهذَا، رَفَعَتِ امْرَأَةٌ صَوْتَهَا مِنَ الْجَمْعِ وَقَالَتْ لَهُ: طُوبَى لِلْبَطْنِ الَّذِي حَمَلَكَ وَالثَّدْيَيْنِ اللَّذَيْنِ رَضِعْتَهُمَا.
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν τῷ ; λέγειν ; αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις ; γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ; ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ ; κοιλία ἡ βαστάσασά ; σε, καὶ ; μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
فَرَفَعَ عَيْنَيْهِ فِي الجَحِيمِ وَهُوَ فِي الْعَذَابِ، وَرَأَى إِبْرَاهِيمَ مِنْ بَعِيدٍ وَلِعَازَرَ فِي حِضْنِهِ،
καὶ ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ, ἐν τῷ ; ᾅδῃ ὑπάρχων ἐν βασάνοις ὁρᾷ τὸν ; Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ ; Λάζαρον ἐν τοῖς ; κόλποις ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا الْعَشَّارُ فَوَقَفَ مِنْ بَعِيدٍ، لاَ يَشَاءُ أَنْ يَرْفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ، بَلْ قَرَعَ عَلَى صَدْرِهِ قَائِلاً: اللّهُمَّ ارْحَمْنِي، أَنَا الْخَاطِئَ.
καὶ Ὁ ; τελώνης ἑστὼς μακρόθεν οὐκ ἤθελεν ἐπᾶραι οὐδὲ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν ; οὐρανόν, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ ; στῆθος ; αὐτοῦ λέγων· ὁ ; θεός, ἱλάσθητί ; μοι τῷ ; ἁμαρτωλῷ.
وَمَتَى ابْتَدَأَتْ هذِهِ تَكُونُ، فَانْتَصِبُوا وَارْفَعُوا رُؤُوسَكُمْ لأَنَّ نَجَاتَكُمْ تَقْتَرِبُ.
δὲ Ἀρχομένων τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ; ἐπάρατε τὰς ; κεφαλὰς ; ὑμῶν διότι ἡ ; ἀπολύτρωσις ; ὑμῶν.¶ ἐγγίζει
وَأَخْرَجَهُمْ خَارِجًا إِلَى بَيْتِ عَنْيَا، وَرَفَعَ يَدَيْهِ وَبَارَكَهُمْ.
Ἐξήγαγεν ; δὲ ; αὐτοὺς ἔξω ἕως ; εἰς Βηθανίαν, καὶ ; ἐπάρας τὰς ; χεῖρας ; αὐτοῦ εὐλόγησεν ; αὐτούς.
أَمَا تَقُولُونَ: إِنَّهُ يَكُونُ أَرْبَعَةُ أَشْهُرٍ ثُمَّ يَأْتِي الْحَصَادُ. هَا أَنَا أَقُولُ لَكُمُ: ارْفَعُوا أَعْيُنَكُمْ وَانْظُرُوا الْحُقُولَ إِنَّهَا قَدِ ابْيَضَّتْ لِلْحَصَادِ.
οὐχ ὑμεῖς ; λέγετε ὅτι ἐστιν ἔτι ; τετράμηνόν καὶ ἔρχεται; ὁ ; θερισμὸς ἰδοὺ λέγω ὑμῖν· ἐπάρατε τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; ὑμῶν καὶ ; θεάσασθε τὰς ; χώρας ὅτι ἤδη. λευκαί ; εἰσιν πρὸς ; θερισμόν
لَسْتُ أَقُولُ عَنْ جَمِيعِكُمْ. أَنَا أَعْلَمُ الَّذِينَ اخْتَرْتُهُمْ. لكِنْ لِيَتِمَّ الْكِتَابُ: اَلَّذِي يَأْكُلُ مَعِي الْخُبْزَ رَفَعَ عَلَيَّ عَقِبَهُ.
οὐ λέγω· περὶ πάντων ; ὑμῶν ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ᾽ ἵνα ; πληρωθῇ· ἡ ; γραφὴ ὁ τρώγων μετ᾽ ; ἐμοῦ τὸν ; ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ᾽ ; ἐμὲ τὴν ; πτέρναν ; αὐτοῦ.¶
تَكَلَّمَ يَسُوعُ بِهذَا وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ وَقَالَ: أَيُّهَا الآبُ، قَدْ أَتَتِ السَّاعَةُ. مَجِّدِ ابْنَكَ لِيُمَجِّدَكَ ابْنُكَ أَيْضًا،
ἐλάλησεν ὁ ; Ἰησοῦς, Ταῦτα καὶ ; ἐπῆρεν τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπεν· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ; ὥρα· δόξασόν σου ; τὸν ; υἱόν, ἵνα ; δοξάσῃ ; σέ. ὁ ; υἱὸς ; σου καὶ
وَلَمَّا قَالَ هذَا ارْتَفَعَ وَهُمْ يَنْظُرُونَ. وَأَخَذَتْهُ سَحَابَةٌ عَنْ أَعْيُنِهِمْ.
καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐπήρθη αὐτῶν βλεπόντων καὶ ; ὑπέλαβεν ; αὐτὸν νεφέλη ἀπὸ τῶν ; αὐτῶν. ; ὀφθαλμῶν
فَوَقَفَ بُطْرُسُ مَعَ الأَحَدَ عَشَرَ وَرَفَعَ صَوْتَهُ وَقَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الْيَهُودُ وَالسَّاكِنُونَ فِي أُورُشَلِيمَ أَجْمَعُونَ، لِيَكُنْ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَكُمْ وَأَصْغُوا إِلَى كَلاَمِي،
Σταθεὶς ; δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ; ἕνδεκα ἐπῆρεν τὴν ; φωνὴν ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ ; οἱ ; κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες ἔστω τοῦτο γνωστὸν ὑμῖν καὶ ; ἐνωτίσασθε τὰ ; ῥήματά ; μου.
فَالْجُمُوعُ لَمَّا رَأَوْا مَا فَعَلَ بُولُسُ، رَفَعُوا صَوْتَهُمْ بِلُغَةِ لِيكَأُونِيَّةَ قَائِلِينَ: إِنَّ الآلِهَةَ تَشَبَّهُوا بِالنَّاسِ وَنَزَلُوا إِلَيْنَا.
οἵ ; δὲ; ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ ; Παῦλος ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ ; θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ; ἡμᾶς·
فَسَمِعُوا لَهُ حَتَّى هذِهِ الْكَلِمَةَِ، ثُمَّ رَفَعُوا أَصْوَاتَهُمْ قَائِلِينَ: خُذْ مِثْلَ هذَا مِنَ الأَرْضِ، لأَنَّهُ لاَ يَجُوزُ أَنْ يَعِيشَ..
Ἤκουον ; δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ ; λόγου καὶ ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν λέγοντες· αἶρε τὸν ; τοιοῦτον· ἀπὸ τῆς ; γῆς γὰρ οὐ καθῆκον αὐτὸν ; ζῆν.
فَلَمَّا نَزَعُوا الْمَرَاسِيَ تَارِكِينَ إِيَّاهَا فِي الْبَحْرِ، وَحَلُّوا رُبُطَ الدَّفَّةِ أَيْضًا، رَفَعُوا قِلْعًا لِلرِّيحِ الْهَابَّةِ، وَأَقْبَلُوا إِلَى الشَّاطِئِ.
καὶ περιελόντες τὰς ; ἀγκύρας εἴων εἰς τὴν ; θάλασσαν, ἀνέντες τὰς ; ζευκτηρίας τῶν ; πηδαλίων ἅμα καὶ ; ἐπάραντες τὸν ; ἀρτέμωνα τῇ ; πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν ; αἰγιαλόν.
هَادِمِينَ ظُنُونًا وَكُلَّ عُلْوٍ يَرْتَفِعُ ضِدَّ مَعْرِفَةِ اللهِ، وَمُسْتَأْسِرِينَ كُلَّ فِكْرٍ إِلَى طَاعَةِ الْمَسِيحِ،
καθαιροῦντες λογισμοὺς καὶ ; πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς ; γνώσεως τοῦ ; θεοῦ καὶ ; αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ; ὑπακοὴν τοῦ ; Χριστοῦ
لأَنَّكُمْ تَحْتَمِلُونَ: إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَسْتَعْبِدُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْكُلُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْخُذُكُمْ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَرْتَفِعُ. إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَضْرِبُكُمْ عَلَى وُجُوهِكُمْ.
γάρ, ἀνέχεσθε εἴ τις ὑμᾶς ; καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς ; δέρει. εἰς πρόσωπον
فَأُرِيدُ أَنْ يُصَلِّيَ الرِّجَالُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، رَافِعِينَ أَيَادِيَ طَاهِرَةً، بِدُونِ غَضَبٍ وَلاَ جِدَال.
Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ; ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας χεῖρας ὁσίους χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ·