ك
إصحاح
G1509
G1510. eimí
G1511
المعنى المختصر للكلمة
eimí: I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي εἰμί
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eimí (i-mee)
تكرار الورود في الكتاب 2055 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

I exist (used only when emphatic)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
am have been X it is I was

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐστιν (216×) ἦν (160×) ἔσται (89×) ἐστὶν (53×) ἦσαν (45×) καὶ ; ἦν (43×) οὐκ ; ἔστιν (37×) εἰσιν (35×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَبِهذِهِ الْمَشِيئَةِ نَحْنُ مُقَدَّسُونَ بِتَقْدِيمِ جَسَدِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ مَرَّةً وَاحِدَةً.
ἐν ; ᾧ θελήματι ἐσμὲν ἡγιασμένοι διὰ ; τῆς ; προσφορᾶς τοῦ ; σώματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.¶
طَرِيقًا كَرَّسَهُ لَنَا حَدِيثًا حَيًّا، بِالْحِجَابِ، أَيْ جَسَدِهِ،
ὁδὸν ἣν ; ἐνεκαίνισεν ἡμῖν πρόσφατον καὶ ; ζῶσαν διὰ ; τοῦ ; καταπετάσματος, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τῆς ; σαρκὸς ; αὐτοῦ,
وَأَمَّا نَحْنُ فَلَسْنَا مِنَ الارْتِدَادِ لِلْهَلاَكِ، بَلْ مِنَ الإِيمَانِ لاقْتِنَاءِ النَّفْسِ.
δὲ ἡμεῖς οὐκ ; ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ; ἀπώλειαν ἀλλὰ πίστεως εἰς ; περιποίησιν ψυχῆς.¶
وَأَمَّا الإِيمَانُ فَهُوَ الثِّقَةُ بِمَا يُرْجَى وَالإِيقَانُ بِأُمُورٍ لاَ تُرَى.
δὲ πίστις Ἔστιν ὑπόστασις, ἐλπιζομένων ἔλεγχος πραγμάτων οὐ βλεπομένων.
وَلكِنْ بِدُونِ إِيمَانٍ لاَ يُمْكِنُ إِرْضَاؤُهُ، لأَنَّهُ يَجِبُ أَنَّ الَّذِي يَأْتِي إِلَى اللهِ يُؤْمِنُ بِأَنَّهُ مَوْجُودٌ، وَأَنَّهُ يُجَازِي الَّذِينَ يَطْلُبُونَهُ.
δὲ χωρὶς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ ; θεῷ πιστεῦσαι ὅτι ἔστιν καὶ μισθαποδότης ; γίνεται.¶ τοῖς ; ἐκζητοῦσιν ; αὐτὸν
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
وَلكِنِ الآنَ يَبْتَغُونَ وَطَنًا أَفْضَلَ، أَيْ سَمَاوِيًّا. لِذلِكَ لاَ يَسْتَحِي بِهِمِ اللهُ أَنْ يُدْعَى إِلهَهُمْ، لأَنَّهُ أَعَدَّ لَهُمْ مَدِينَةً.
δὲ νυνὶ ὀρέγονται, κρείττονος τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἐπουρανίου· διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ ; θεὸς ἐπικαλεῖσθαι θεὸς ; αὐτῶν· γὰρ ἡτοίμασεν αὐτοῖς πόλιν.¶
وَهُمْ لَمْ يَكُنِ الْعَالَمُ مُسْتَحِقًّا لَهُمْ. تَائِهِينَ فِي بَرَارِيَّ وَجِبَال وَمَغَايِرَ وَشُقُوقِ الأَرْضِ.
ὧν οὐκ ἦν ὁ ; κόσμος· ἄξιος πλανώμενοι ἐν; ἐρημίαις καὶ ; ὄρεσιν καὶ ; σπηλαίοις καὶ ; ταῖς ; ὀπαῖς γῆς.¶ ; τῆς
إِنْ كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ التَّأْدِيبَ يُعَامِلُكُمُ اللهُ كَالْبَنِينَ. فَأَيُّ ابْنٍ لاَ يُؤَدِّبُهُ أَبُوهُ.
εἰς ὑπομένετε, παιδείαν ὑμῖν ; προσφέρεται ὁ ; θεός· ὡς ; υἱοῖς τίς ; γὰρ ; ἐστιν υἱὸς ὃν ; οὐ παιδεύει πατήρ;
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُمْ بِلاَ تَأْدِيبٍ، قَدْ صَارَ الْجَمِيعُ شُرَكَاءَ فِيهِ، فَأَنْتُمْ نُغُولٌ لاَ بَنُونَ.
δὲ εἰ ἐστε χωρίς παιδείας γεγόνασιν πάντες, μέτοχοι ἧς ἄρα ; ἐστε. νόθοι καὶ ; οὐχ υἱοί
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُمْ بِلاَ تَأْدِيبٍ، قَدْ صَارَ الْجَمِيعُ شُرَكَاءَ فِيهِ، فَأَنْتُمْ نُغُولٌ لاَ بَنُونَ.
δὲ εἰ ἐστε χωρίς παιδείας γεγόνασιν πάντες, μέτοχοι ἧς ἄρα ; ἐστε. νόθοι καὶ ; οὐχ υἱοί
وَكَانَ الْمَنْظَرُ هكَذَا مُخِيفًا حَتَّى قَالَ مُوسَى: أَنَا مُرْتَعِبٌ وَمُرْتَعِدٌ.
καὶ ; ἦν φανταζόμενον, οὕτω φοβερὸν εἶπεν· Μωϋσῆς εἰμι ἔκφοβός καὶ ; ἔντρομος·
وَكَانَ الْمَنْظَرُ هكَذَا مُخِيفًا حَتَّى قَالَ مُوسَى: أَنَا مُرْتَعِبٌ وَمُرْتَعِدٌ.
καὶ ; ἦν φανταζόμενον, οὕτω φοβερὸν εἶπεν· Μωϋσῆς εἰμι ἔκφοβός καὶ ; ἔντρομος·
فَلْنُقَدِّمْ بِهِ فِي كُلِّ حِينٍ ِللهِ ذَبِيحَةَ التَّسْبِيحِ، أَيْ ثَمَرَ شِفَاهٍ مُعْتَرِفَةٍ بِاسْمِهِ.
οὖν ; ἀναφέρωμεν δι᾽ ; αὐτοῦ διὰ ; διαπαντός τῷ ; θεῷ, θυσίαν αἰνέσεως τοῦτ᾽ ; ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ.
وَأَمَّا الصَّبْرُ فَلْيَكُنْ لَهُ عَمَلٌ تَامٌّ، لِكَيْ تَكُونُوا تَامِّينَ وَكَامِلِينَ غَيْرَ نَاقِصِينَ فِي شَيْءٍ.
δὲ ἡ ; ὑπομονὴ ἐχέτω, ἔργον τέλειον ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ; ὁλόκληροι ἐν ; μηδενὶ ; λειπόμενοι.
لاَ يَقُلْ أَحَدٌ إِذَا جُرِّبَ: إِنِّي أُجَرَّبُ مِنْ قِبَلِ اللهِ، لأَنَّ اللهَ غَيْرُ مُجَرَّبٍ بِالشُّرُورِ، وَهُوَ لاَ يُجَرِّبُ أَحَدًا.
Μηδεὶς λεγέτω πειραζόμενος ὅτι ; πειράζομαι· ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ γὰρ θεὸς ἀπείραστός ; ἐστιν κακῶν, δὲ ; αὐτὸς οὐδένα· ; πειράζει
كُلُّ عَطِيَّةٍ صَالِحَةٍ وَكُلُّ مَوْهِبَةٍ تَامَّةٍ هِيَ مِنْ فَوْقُ، نَازِلَةٌ مِنْ عِنْدِ أَبِي الأَنْوَارِ، الَّذِي لَيْسَ عِنْدَهُ تَغْيِيرٌ وَلاَ ظِلُّ دَوَرَانٍ.
πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ ; πᾶν δώρημα τέλειον ἐστιν ἄνωθέν καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ ; πατρὸς τῶν ; φώτων ᾧ οὐκ ; ἔνι παρ᾽ παραλλαγὴ ἢ ἀποσκίασμα. τροπῆς
إِذًا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ، لِيَكُنْ كُلُّ إِنْسَانٍ مُسْرِعًا فِي الاسْتِمَاعِ، مُبْطِئًا فِي التَّكَلُّمِ، مُبْطِئًا فِي الْغَضَبِ،
Ὥστε ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί· ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ; ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ ; λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν.
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ أَحَدٌ سَامِعًا لِلْكَلِمَةِ وَلَيْسَ عَامِلاً، فَذَاكَ يُشْبِهُ رَجُلاً نَاظِرًا وَجْهَ خِلْقَتِهِ فِي مِرْآةٍ،
ὅτι εἴ ἐστὶν τις ἀκροατὴς λόγου καὶ ; οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ ; πρόσωπον τῆς ; γενέσεως ; αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ·
فَإِنَّهُ نَظَرَ ذَاتَهُ وَمَضَى، وَلِلْوَقْتِ نَسِيَ مَا هُوَ.
γὰρ κατενόησεν ἑαυτὸν καὶ ; ἀπελήλυθεν καὶ ; εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ; ἦν.
وَلكِنْ مَنِ اطَّلَعَ عَلَى النَّامُوسِ الْكَامِلِ نَامُوسِ الْحُرِّيَّةِ وَثَبَتَ، وَصَارَ لَيْسَ سَامِعًا نَاسِيًا بَلْ عَامِلاً بِالْكَلِمَةِ، فَهذَا يَكُونُ مَغْبُوطًا فِي عَمَلِهِ.
ὁ ; δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ; ἐλευθερίας καὶ ; παραμείνας, γενόμενος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς ἀλλὰ ποιητὴς ; ἔργου, οὗτος ἔσται.¶ μακάριος ἐν τῇ ; ποιήσει ; αὐτοῦ
اَلدِّيَانَةُ الطَّاهِرَةُ النَّقِيَّةُ عِنْدَ اللهِ الآبِ هِيَ هذِهِ: افْتِقَادُ الْيَتَامَى وَالأَرَامِلِ فِي ضِيقَتِهِمْ، وَحِفْظُ الإِنْسَانِ نَفْسَهُ بِلاَ دَنَسٍ مِنَ الْعَالَمِ.
θρησκεία καθαρὰ καὶ ; ἀμίαντος παρὰ τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρὶ ἐστίν, αὕτη ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ ; χήρας ἐν τῇ ; θλίψει ; αὐτῶν, τηρεῖν ἑαυτὸν ἄσπιλον ἀπὸ τοῦ ; κόσμου.¶
هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا، إِنْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَعْمَالٌ، مَيِّتٌ فِي ذَاتِهِ.
οὕτως ἡ ; πίστις, καὶ ἐὰν ; μὴ ἔχῃ ἔργα, νεκρά ; ἐστιν καθ᾽ ἑαυτήν.¶
أَنْتَ تُؤْمِنُ أَنَّ اللهَ وَاحِدٌ. حَسَنًا تَفْعَلُ. وَالشَّيَاطِينُ يُؤْمِنُونَ وَيَقْشَعِرُّونَ.
σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ ; θεός· εἷς ; ἐστιν καλῶς ποιεῖς· καὶ ; τὰ ; δαιμόνια πιστεύουσιν καὶ ; φρίσσουσιν.
وَلكِنْ هَلْ تُرِيدُ أَنْ تَعْلَمَ أَيُّهَا الإِنْسَانُ الْبَاطِلُ أَنَّ الإِيمَانَ بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
δὲ θέλεις γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ ; πίστις χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά; ἐστιν;
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
هُوَذَا السُّفُنُ أَيْضًا، وَهِيَ عَظِيمَةٌ بِهذَا الْمِقْدَارِ، وَتَسُوقُهَا رِيَاحٌ عَاصِفَةٌ، تُدِيرُهَا دَفَّةٌ صَغِيرَةٌ جِدًّا إِلَى حَيْثُمَا شَاءَ قَصْدُ الْمُدِيرِ.
ἰδοὺ τὰ ; πλοῖα, καὶ ὄντα τηλικαῦτα καὶ ; ἐλαυνόμενα, ὑπὸ ; ἀνέμων σκληρῶν μετάγεται ὑπὸ ; πηδαλίου ἐλαχίστου ὅπου ; ἂν βούληται ἡ ; ὁρμὴ τοῦ ; εὐθύνοντος
هكَذَا اللِّسَانُ أَيْضًا، هُوَ عُضْوٌ صَغِيرٌ وَيَفْتَخِرُ مُتَعَظِّمًا. هُوَذَا نَارٌ قَلِيلَةٌ، أَيَّ وُقُودٍ تُحْرِقُ.
Οὕτως ἡ ; γλῶσσα καὶ ἐστὶν μέλος μικρὸν καὶ ; αὐχεῖ. μεγάλα ἰδοὺ πῦρ ὀλίγον ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει·
وَأَمَّا الْحِكْمَةُ الَّتِي مِنْ فَوْقُ فَهِيَ أَوَّلاً طَاهِرَةٌ، ثُمَّ مُسَالِمَةٌ، مُتَرَفِّقَةٌ، مُذْعِنَةٌ، مَمْلُوَّةٌ رَحْمَةً وَأَثْمَارًا صَالِحَةً، عَدِيمَةُ الرَّيْبِ وَالرِّيَاءِ.
δὲ Ἡ ; σοφία ἄνωθεν μὲν πρῶτον ἁγνή ; ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ ; καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος, ; καὶ ; ἀνυπόκριτος.