المعنى المختصر للكلمة
eimí:
I exist (used only when emphatic)
اللفظ الأصلي
εἰμί
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
eimí
(i-mee)
تكرار الورود في الكتاب
2055
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G1488
εἶ
•
i
•
(thou art)
المعنى والشرح المفصل
I exist (used only when emphatic)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
am
have been
X it is I
was
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ἐστιν (216×)
ἦν (160×)
ἔσται (89×)
ἐστὶν (53×)
ἦσαν (45×)
καὶ ; ἦν (43×)
οὐκ ; ἔστιν (37×)
εἰσιν (35×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2055 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
العبرانيين 10: 10
Heb.10.10
فَبِهذِهِ الْمَشِيئَةِ نَحْنُ مُقَدَّسُونَ بِتَقْدِيمِ جَسَدِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ مَرَّةً وَاحِدَةً.
ἐν ; ᾧ θελήματι ἐσμὲν ἡγιασμένοι διὰ ; τῆς ; προσφορᾶς τοῦ ; σώματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.¶
العبرانيين 10: 20
Heb.10.20
طَرِيقًا كَرَّسَهُ لَنَا حَدِيثًا حَيًّا، بِالْحِجَابِ، أَيْ جَسَدِهِ،
ὁδὸν ἣν ; ἐνεκαίνισεν ἡμῖν πρόσφατον καὶ ; ζῶσαν διὰ ; τοῦ ; καταπετάσματος, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τῆς ; σαρκὸς ; αὐτοῦ,
العبرانيين 10: 39
Heb.10.39
وَأَمَّا نَحْنُ فَلَسْنَا مِنَ الارْتِدَادِ لِلْهَلاَكِ، بَلْ مِنَ الإِيمَانِ لاقْتِنَاءِ النَّفْسِ.
δὲ ἡμεῖς οὐκ ; ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ; ἀπώλειαν ἀλλὰ πίστεως εἰς ; περιποίησιν ψυχῆς.¶
العبرانيين 11: 1
Heb.11.1
وَأَمَّا الإِيمَانُ فَهُوَ الثِّقَةُ بِمَا يُرْجَى وَالإِيقَانُ بِأُمُورٍ لاَ تُرَى.
δὲ πίστις Ἔστιν ὑπόστασις, ἐλπιζομένων ἔλεγχος πραγμάτων οὐ βλεπομένων.
العبرانيين 11: 6
Heb.11.6
وَلكِنْ بِدُونِ إِيمَانٍ لاَ يُمْكِنُ إِرْضَاؤُهُ، لأَنَّهُ يَجِبُ أَنَّ الَّذِي يَأْتِي إِلَى اللهِ يُؤْمِنُ بِأَنَّهُ مَوْجُودٌ، وَأَنَّهُ يُجَازِي الَّذِينَ يَطْلُبُونَهُ.
δὲ χωρὶς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ ; θεῷ πιστεῦσαι ὅτι ἔστιν καὶ μισθαποδότης ; γίνεται.¶ τοῖς ; ἐκζητοῦσιν ; αὐτὸν
العبرانيين 11: 13
Heb.11.13
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
العبرانيين 11: 16
Heb.11.16
وَلكِنِ الآنَ يَبْتَغُونَ وَطَنًا أَفْضَلَ، أَيْ سَمَاوِيًّا. لِذلِكَ لاَ يَسْتَحِي بِهِمِ اللهُ أَنْ يُدْعَى إِلهَهُمْ، لأَنَّهُ أَعَدَّ لَهُمْ مَدِينَةً.
δὲ νυνὶ ὀρέγονται, κρείττονος τοῦτ᾽ ; ἔστιν ἐπουρανίου· διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ ; θεὸς ἐπικαλεῖσθαι θεὸς ; αὐτῶν· γὰρ ἡτοίμασεν αὐτοῖς πόλιν.¶
العبرانيين 11: 38
Heb.11.38
وَهُمْ لَمْ يَكُنِ الْعَالَمُ مُسْتَحِقًّا لَهُمْ. تَائِهِينَ فِي بَرَارِيَّ وَجِبَال وَمَغَايِرَ وَشُقُوقِ الأَرْضِ.
ὧν οὐκ ἦν ὁ ; κόσμος· ἄξιος πλανώμενοι ἐν; ἐρημίαις καὶ ; ὄρεσιν καὶ ; σπηλαίοις καὶ ; ταῖς ; ὀπαῖς γῆς.¶ ; τῆς
العبرانيين 12: 7
Heb.12.7
إِنْ كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ التَّأْدِيبَ يُعَامِلُكُمُ اللهُ كَالْبَنِينَ. فَأَيُّ ابْنٍ لاَ يُؤَدِّبُهُ أَبُوهُ.
εἰς ὑπομένετε, παιδείαν ὑμῖν ; προσφέρεται ὁ ; θεός· ὡς ; υἱοῖς τίς ; γὰρ ; ἐστιν υἱὸς ὃν ; οὐ παιδεύει πατήρ;
العبرانيين 12: 8
Heb.12.8
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُمْ بِلاَ تَأْدِيبٍ، قَدْ صَارَ الْجَمِيعُ شُرَكَاءَ فِيهِ، فَأَنْتُمْ نُغُولٌ لاَ بَنُونَ.
δὲ εἰ ἐστε χωρίς παιδείας γεγόνασιν πάντες, μέτοχοι ἧς ἄρα ; ἐστε. νόθοι καὶ ; οὐχ υἱοί
العبرانيين 12: 8
Heb.12.8
وَلكِنْ إِنْ كُنْتُمْ بِلاَ تَأْدِيبٍ، قَدْ صَارَ الْجَمِيعُ شُرَكَاءَ فِيهِ، فَأَنْتُمْ نُغُولٌ لاَ بَنُونَ.
δὲ εἰ ἐστε χωρίς παιδείας γεγόνασιν πάντες, μέτοχοι ἧς ἄρα ; ἐστε. νόθοι καὶ ; οὐχ υἱοί
العبرانيين 12: 21
Heb.12.21
وَكَانَ الْمَنْظَرُ هكَذَا مُخِيفًا حَتَّى قَالَ مُوسَى: أَنَا مُرْتَعِبٌ وَمُرْتَعِدٌ.
καὶ ; ἦν φανταζόμενον, οὕτω φοβερὸν εἶπεν· Μωϋσῆς εἰμι ἔκφοβός καὶ ; ἔντρομος·
العبرانيين 12: 21
Heb.12.21
وَكَانَ الْمَنْظَرُ هكَذَا مُخِيفًا حَتَّى قَالَ مُوسَى: أَنَا مُرْتَعِبٌ وَمُرْتَعِدٌ.
καὶ ; ἦν φανταζόμενον, οὕτω φοβερὸν εἶπεν· Μωϋσῆς εἰμι ἔκφοβός καὶ ; ἔντρομος·
العبرانيين 13: 15
Heb.13.15
فَلْنُقَدِّمْ بِهِ فِي كُلِّ حِينٍ ِللهِ ذَبِيحَةَ التَّسْبِيحِ، أَيْ ثَمَرَ شِفَاهٍ مُعْتَرِفَةٍ بِاسْمِهِ.
οὖν ; ἀναφέρωμεν δι᾽ ; αὐτοῦ διὰ ; διαπαντός τῷ ; θεῷ, θυσίαν αἰνέσεως τοῦτ᾽ ; ἔστιν καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ; ὀνόματι ; αὐτοῦ.
يعقوب 1: 4
Jas.1.4
وَأَمَّا الصَّبْرُ فَلْيَكُنْ لَهُ عَمَلٌ تَامٌّ، لِكَيْ تَكُونُوا تَامِّينَ وَكَامِلِينَ غَيْرَ نَاقِصِينَ فِي شَيْءٍ.
δὲ ἡ ; ὑπομονὴ ἐχέτω, ἔργον τέλειον ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ; ὁλόκληροι ἐν ; μηδενὶ ; λειπόμενοι.
يعقوب 1: 13
Jas.1.13
لاَ يَقُلْ أَحَدٌ إِذَا جُرِّبَ: إِنِّي أُجَرَّبُ مِنْ قِبَلِ اللهِ، لأَنَّ اللهَ غَيْرُ مُجَرَّبٍ بِالشُّرُورِ، وَهُوَ لاَ يُجَرِّبُ أَحَدًا.
Μηδεὶς λεγέτω πειραζόμενος ὅτι ; πειράζομαι· ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ γὰρ θεὸς ἀπείραστός ; ἐστιν κακῶν, δὲ ; αὐτὸς οὐδένα· ; πειράζει
يعقوب 1: 17
Jas.1.17
كُلُّ عَطِيَّةٍ صَالِحَةٍ وَكُلُّ مَوْهِبَةٍ تَامَّةٍ هِيَ مِنْ فَوْقُ، نَازِلَةٌ مِنْ عِنْدِ أَبِي الأَنْوَارِ، الَّذِي لَيْسَ عِنْدَهُ تَغْيِيرٌ وَلاَ ظِلُّ دَوَرَانٍ.
πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ ; πᾶν δώρημα τέλειον ἐστιν ἄνωθέν καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ ; πατρὸς τῶν ; φώτων ᾧ οὐκ ; ἔνι παρ᾽ παραλλαγὴ ἢ ἀποσκίασμα. τροπῆς
يعقوب 1: 19
Jas.1.19
إِذًا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ، لِيَكُنْ كُلُّ إِنْسَانٍ مُسْرِعًا فِي الاسْتِمَاعِ، مُبْطِئًا فِي التَّكَلُّمِ، مُبْطِئًا فِي الْغَضَبِ،
Ὥστε ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί· ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ; ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ ; λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν.
يعقوب 1: 23
Jas.1.23
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ أَحَدٌ سَامِعًا لِلْكَلِمَةِ وَلَيْسَ عَامِلاً، فَذَاكَ يُشْبِهُ رَجُلاً نَاظِرًا وَجْهَ خِلْقَتِهِ فِي مِرْآةٍ،
ὅτι εἴ ἐστὶν τις ἀκροατὴς λόγου καὶ ; οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ ; πρόσωπον τῆς ; γενέσεως ; αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ·
يعقوب 1: 24
Jas.1.24
فَإِنَّهُ نَظَرَ ذَاتَهُ وَمَضَى، وَلِلْوَقْتِ نَسِيَ مَا هُوَ.
γὰρ κατενόησεν ἑαυτὸν καὶ ; ἀπελήλυθεν καὶ ; εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ; ἦν.
يعقوب 1: 25
Jas.1.25
وَلكِنْ مَنِ اطَّلَعَ عَلَى النَّامُوسِ الْكَامِلِ نَامُوسِ الْحُرِّيَّةِ وَثَبَتَ، وَصَارَ لَيْسَ سَامِعًا نَاسِيًا بَلْ عَامِلاً بِالْكَلِمَةِ، فَهذَا يَكُونُ مَغْبُوطًا فِي عَمَلِهِ.
ὁ ; δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ; ἐλευθερίας καὶ ; παραμείνας, γενόμενος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς ἀλλὰ ποιητὴς ; ἔργου, οὗτος ἔσται.¶ μακάριος ἐν τῇ ; ποιήσει ; αὐτοῦ
يعقوب 1: 27
Jas.1.27
اَلدِّيَانَةُ الطَّاهِرَةُ النَّقِيَّةُ عِنْدَ اللهِ الآبِ هِيَ هذِهِ: افْتِقَادُ الْيَتَامَى وَالأَرَامِلِ فِي ضِيقَتِهِمْ، وَحِفْظُ الإِنْسَانِ نَفْسَهُ بِلاَ دَنَسٍ مِنَ الْعَالَمِ.
θρησκεία καθαρὰ καὶ ; ἀμίαντος παρὰ τῷ ; θεῷ καὶ ; πατρὶ ἐστίν, αὕτη ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ ; χήρας ἐν τῇ ; θλίψει ; αὐτῶν, τηρεῖν ἑαυτὸν ἄσπιλον ἀπὸ τοῦ ; κόσμου.¶
يعقوب 2: 17
Jas.2.17
هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا، إِنْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَعْمَالٌ، مَيِّتٌ فِي ذَاتِهِ.
οὕτως ἡ ; πίστις, καὶ ἐὰν ; μὴ ἔχῃ ἔργα, νεκρά ; ἐστιν καθ᾽ ἑαυτήν.¶
يعقوب 2: 19
Jas.2.19
أَنْتَ تُؤْمِنُ أَنَّ اللهَ وَاحِدٌ. حَسَنًا تَفْعَلُ. وَالشَّيَاطِينُ يُؤْمِنُونَ وَيَقْشَعِرُّونَ.
σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ ; θεός· εἷς ; ἐστιν καλῶς ποιεῖς· καὶ ; τὰ ; δαιμόνια πιστεύουσιν καὶ ; φρίσσουσιν.
يعقوب 2: 20
Jas.2.20
وَلكِنْ هَلْ تُرِيدُ أَنْ تَعْلَمَ أَيُّهَا الإِنْسَانُ الْبَاطِلُ أَنَّ الإِيمَانَ بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
δὲ θέλεις γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ ; πίστις χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά; ἐστιν;
يعقوب 2: 26
Jas.2.26
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
يعقوب 2: 26
Jas.2.26
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
يعقوب 3: 4
Jas.3.4
هُوَذَا السُّفُنُ أَيْضًا، وَهِيَ عَظِيمَةٌ بِهذَا الْمِقْدَارِ، وَتَسُوقُهَا رِيَاحٌ عَاصِفَةٌ، تُدِيرُهَا دَفَّةٌ صَغِيرَةٌ جِدًّا إِلَى حَيْثُمَا شَاءَ قَصْدُ الْمُدِيرِ.
ἰδοὺ τὰ ; πλοῖα, καὶ ὄντα τηλικαῦτα καὶ ; ἐλαυνόμενα, ὑπὸ ; ἀνέμων σκληρῶν μετάγεται ὑπὸ ; πηδαλίου ἐλαχίστου ὅπου ; ἂν βούληται ἡ ; ὁρμὴ τοῦ ; εὐθύνοντος
يعقوب 3: 5
Jas.3.5
هكَذَا اللِّسَانُ أَيْضًا، هُوَ عُضْوٌ صَغِيرٌ وَيَفْتَخِرُ مُتَعَظِّمًا. هُوَذَا نَارٌ قَلِيلَةٌ، أَيَّ وُقُودٍ تُحْرِقُ.
Οὕτως ἡ ; γλῶσσα καὶ ἐστὶν μέλος μικρὸν καὶ ; αὐχεῖ. μεγάλα ἰδοὺ πῦρ ὀλίγον ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει·
يعقوب 3: 17
Jas.3.17
وَأَمَّا الْحِكْمَةُ الَّتِي مِنْ فَوْقُ فَهِيَ أَوَّلاً طَاهِرَةٌ، ثُمَّ مُسَالِمَةٌ، مُتَرَفِّقَةٌ، مُذْعِنَةٌ، مَمْلُوَّةٌ رَحْمَةً وَأَثْمَارًا صَالِحَةً، عَدِيمَةُ الرَّيْبِ وَالرِّيَاءِ.
δὲ Ἡ ; σοφία ἄνωθεν μὲν πρῶτον ἁγνή ; ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ ; καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος, ; καὶ ; ἀνυπόκριτος.