ك
إصحاح
G1447
G1448. engízō
G1449
المعنى المختصر للكلمة
engízō: to make near, i.e. (reflexively) approach
اللفظ الأصلي ἐγγίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق engízō (eng-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 38 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to make near, i.e. (reflexively) approach

الإنجليزية — KJV Translation Tags
approach be at hand come (draw) near be (come, draw) nigh

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἤγγικεν (8×) ἤγγισεν (5×) ἤγγισαν (2×) ἤγγικεν. (2×) ἐγγίζει (2×) ἤγγισεν, (1×) ἤγγικεν· (1×) ἤγγικεν.¶ (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (38 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَائِلاً: تُوبُوا، لأَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مَلَكُوتُ السَّماوَاتِ.
καὶ ; λέγων· μετανοεῖτε· γὰρ ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.
مِنْ ذلِكَ الزَّمَانِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يَكْرِزُ وَيَقُولُ: تُوبُوا لأَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ ; λέγειν· μετανοεῖτε· γὰρ ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.¶
وَفِيمَا أَنْتُمْ ذَاهِبُونَ اكْرِزُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ.
Πορευόμενοι ; δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.
يَقْتَرِبُ إِلَيَّ هذَا الشَّعْبُ بِفَمِهِ، وَيُكْرِمُني بِشَفَتَيْهِ، وَأَمَّا قَلْبُهُ فَمُبْتَعِدٌ عَنِّي بَعِيدًا.
Ἐγγίζει μοι οὗτος Ὁ ; λαὸς τῷ ; στόματι ; αὐτῶν καὶ ; με ; τιμᾷ, τοῖς ; χείλεσίν δὲ ἡ ; καρδία ; αὐτῶν ἀπέχει ἀπ᾽ ; ἐμοῦ. πόρρω
وَلَمَّا قَرُبُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ وَجَاءُوا إِلَى بَيْتِ فَاجِي عِنْدَ جَبَلِ الزَّيْتُونِ، حِينَئِذٍ أَرْسَلَ يَسُوعُ تِلْمِيذَيْنِ
Καὶ ; ὅτε ἤγγισαν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; ἦλθον εἰς Βηθφαγὴ πρὸς τὸ ; ὄρος τῶν ; ἐλαιῶν, τότε ἀπέστειλεν ὁ ; Ἰησοῦς δύο ; μαθητὰς
متى 21: 34 Mat.21.34
وَلَمَّا قَرُبَ وَقْتُ الأَثْمَارِ أَرْسَلَ عَبِيدَهُ إِلَى الْكَرَّامِينَ لِيَأْخُذَ أَثْمَارَهُ.
ὅτε ; δὲ ἤγγισεν ὁ ; καιρὸς τῶν ; καρπῶν, ἀπέστειλεν τοὺς ; δούλους ; αὐτοῦ πρὸς τοὺς ; γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς ; καρποὺς ; αὐτοῦ.
متى 26: 45 Mat.26.45
ثُمَّ جَاءَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمْ: نَامُوا الآنَ وَاسْتَرِيحُوا. هُوَذَا السَّاعَةُ قَدِ اقْتَرَبَتْ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى أَيْدِي الْخُطَاةِ.
Τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τὸ ; λοιπὸν καὶ ; ἀναπαύεσθε· ἰδοὺ ἡ ; ὥρα, ἤγγικεν καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.
متى 26: 46 Mat.26.46
قُومُوا نَنْطَلِقْ. هُوَذَا الَّذِي يُسَلِّمُني قَدِ اقْتَرَبَ..
ἐγείρεσθε ἄγωμεν· ἰδοὺ ὁ παραδιδούς ; με.¶ ἤγγικεν
وَيَقُولُ: قَدْ كَمَلَ الزَّمَانُ وَاقْتَرَبَ مَلَكُوتُ اللهِ، فَتُوبُوا وَآمِنُوا بِالإِنْجِيلِ.
καὶ ; λέγων πεπλήρωται ; ὅτι καιρὸς ; ὁ καὶ ; ἤγγικεν ἡ ; βασιλεία θεοῦ· ; τοῦ μετανοεῖτε καὶ ; πιστεύετε ἐν ; τῷ ; εὐαγγελίῳ.¶
وَلَمَّا قَرُبُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى بَيْتِ فَاجِي وَبَيْتِ عَنْيَا، عِنْدَ جَبَلِ الزَّيْتُونِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ،
Καὶ ; ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς Ἱεροσόλυμα εἰς Βηθφαγὴ Βηθανίαν ; καὶ πρὸς τὸ ; ὄρος τῶν ; ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
قُومُوا لِنَذْهَبَ. هُوَذَا الَّذِي يُسَلِّمُنِي قَدِ اقْتَرَبَ..
ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ ὁ παραδιδούς ; με ἤγγικεν.¶
فَلَمَّا اقْتَرَبَ إِلَى بَابِ الْمَدِينَةِ، إِذَا مَيْتٌ مَحْمُولٌ، ابْنٌ وَحِيدٌ لأُمِّهِ، وَهِيَ أَرْمَلَةٌ وَمَعَهَا جَمْعٌ كَثِيرٌ مِنَ الْمَدِينَةِ.
ὡς ; δὲ ἤγγισεν τῇ πύλῃ τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἰδοὺ τεθνηκὼς ἐξεκομίζετο υἱὸς μονογενὴς τῇ ; μητρὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; αὐτὴ ἦν ; χήρα· καὶ ; ἦν ; σὺν ; αὐτῇ. ὄχλος ἱκανὸς τῆς πόλεως
وَاشْفُوا الْمَرْضَى الَّذِينَ فِيهَا، وَقُولُوا لَهُمْ: قَدِ اقْتَرَبَ مِنْكُمْ مَلَكُوتُ اللهِ.
καὶ ; θεραπεύετε ἀσθενεῖς τοὺς ἐν ; αὐτῇ καὶ ; λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.
حَتَّى الْغُبَارَ الَّذِي لَصِقَ بِنَا مِنْ مَدِينَتِكُمْ نَنْفُضُهُ لَكُمْ. وَلكِنِ اعْلَمُوا هذَا إنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ مِنْكُمْ مَلَكُوتُ اللهِ.
καὶ τὸν ; κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἐκ τῆς ; πόλεως ; ὑμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν γινώσκετε τοῦτο ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.
بِيعُوا مَا لَكُمْ وَأَعْطُوا صَدَقَةً. اِعْمَلُوا لَكُمْ أَكْيَاسًا لاَ تَفْنَى وَكَنْزًا لاَ يَنْفَدُ فِي السَّمَاوَاتِ، حَيْثُ لاَ يَقْرَبُ سَارِقٌ وَلاَ يُبْلِي سُوسٌ،
πωλήσατε τὰ ; ὑπάρχοντα ; ὑμῶν καὶ ; δότε ἐλεημοσύνην· ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς ὅπου οὐκ ἐγγίζει κλέπτης οὐδὲ διαφθείρει· σὴς
وَكَانَ جَمِيعُ الْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ يَدْنُونَ مِنْهُ لِيَسْمَعُوهُ.
Ἦσαν ; δὲ πάντες οἱ ; τελῶναι καὶ ; οἱ ; ἁμαρτωλοὶ ἐγγίζοντες αὐτῷ ἀκούειν ; αὐτοῦ.
وَكَانَ ابْنُهُ الأَكْبَرُ فِي الْحَقْلِ. فَلَمَّا جَاءَ وَقَرُبَ مِنَ الْبَيْتِ، سَمِعَ صَوْتَ آلاَتِ طَرَبٍ وَرَقْصًا.
Ἦν ; δὲ ὁ ; υἱὸς ; αὐτοῦ ὁ ; πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ. καὶ ; ὡς ἐρχόμενος ἤγγισεν τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσεν συμφωνίας καὶ ; χορῶν.
وَإِذْ قَرُبَ مِنْ بَيْتِ فَاجِي وَبَيْتِ عَنْيَا، عِنْدَ الْجَبَلِ الَّذِي يُدْعَى جَبَلَ الزَّيْتُونِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ
καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθφαγὴ καὶ ; Βηθανίαν πρὸς τὸ ; ὄρος τὸ καλούμενον Ἐλαιῶν ἀπέστειλεν δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
وَفِيمَا هُوَ يَقْتَرِبُ نَظَرَ إِلَى الْمَدِينَةِ وَبَكَى عَلَيْهَا
Καὶ ; ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν ; πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾽ ; αὐτῇ
فَقَالَ: انْظُرُوا. لاَ تَضِلُّوا. فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَالزَّمَانُ قَدْ قَرُبَ. فَلاَ تَذْهَبُوا وَرَاءَهُمْ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὃτι· ἐγώ εἰμι, καὶ ; ὁ ; καιρὸς ἤγγικεν. μὴ ; οὖν πορευθῆτε ὀπίσω ; αὐτῶν.
وَمَتَى رَأَيْتُمْ أُورُشَلِيمَ مُحَاطَةً بِجُيُوشٍ، فَحِينَئِذٍ اعْلَمُوا أَنَّهُ قَدِ اقْتَرَبَ خَرَابُهَا.
δὲ ; Ὅταν ἴδητε τὴν ; Ἰερουσαλήμ, κυκλουμένην ὑπὸ ; στρατοπέδων τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ; ἐρήμωσις ; αὐτῆς.
وَمَتَى ابْتَدَأَتْ هذِهِ تَكُونُ، فَانْتَصِبُوا وَارْفَعُوا رُؤُوسَكُمْ لأَنَّ نَجَاتَكُمْ تَقْتَرِبُ.
δὲ Ἀρχομένων τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ; ἐπάρατε τὰς ; κεφαλὰς ; ὑμῶν διότι ἡ ; ἀπολύτρωσις ; ὑμῶν.¶ ἐγγίζει
وَبَيْنَمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ إِذَا جَمْعٌ، وَالَّذِي يُدْعَى يَهُوذَا، أَحَدُ الاثْنَيْ عَشَرَ، يَتَقَدَّمُهُمْ، فَدَنَا مِنْ يَسُوعَ لِيُقَبِّلَهُ.
δέ ; Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ; ὁ λεγόμενος Ἰούδας εἷς τῶν ; δώδεκα προήρχετο ; αὐτῶν καὶ ; ἤγγισεν τῷ ; Ἰησοῦ φιλῆσαι ; αὐτόν.
وَفِيمَا هُمَا يَتَكَلَّمَانِ وَيَتَحَاوَرَانِ، اقْتَرَبَ يَسُوعُ نَفْسُهُ وَكَانَ يَمْشِي مَعَهُمَا.
καὶ ; ἐγένετο ; ἐν τῷ ; ὁμιλεῖν ; αὐτοὺς καὶ ; συζητεῖν καὶ ; ἐγγίσας ὁ ; Ἰησοῦς αὐτὸς συνεπορεύετο αὐτοῖς.
ثُمَّ اقْتَرَبُوا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَا مُنْطَلِقَيْنِ إِلَيْهَا، وَهُوَ تَظَاهَرَ كَأَنَّهُ مُنْطَلِقٌ إِلَى مَكَانٍ أَبْعَدَ.
καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν ; κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ ; αὐτὸς προσεποιεῖτο πορεύεσθαι. πορρώτερον
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
وَفِي ذَهَابِهِ حَدَثَ أَنَّهُ اقْتَرَبَ إِلَى دِمَشْقَ فَبَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلَهُ نُورٌ مِنَ السَّمَاءِ،
ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ ; Δαμασκῷ, ἐξαίφνης αὐτὸν ; περιήστραψεν φῶς ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ·
ثُمَّ فِي الْغَدِ فِيمَا هُمْ يُسَافِرُونَ وَيَقْتَرِبُونَ إِلَى الْمَدِينَةِ، صَعِدَ بُطْرُسُ عَلَى السَّطْحِ لِيُصَلِّيَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
δὲ Τῇ ἐπαύριον ἐκείνων ; ὁδοιπορούντων καὶ ; ἐγγιζόντων, τῇ πόλει ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ ; δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.
حِينَئِذٍ اقْتَرَبَ الأَمِيرُ وَأَمْسَكَهُ، وَأَمَرَ أَنْ يُقَيَّدَ بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَطَفِقَ يَسْتَخْبِرُ: تُرَى مَنْ يَكُونُ. وَمَاذَا فَعَلَ.
τότε ἐγγίσας ὁ ; χιλίαρχος ἐπελάβετο ; αὐτοῦ καὶ ; ἐκέλευσεν δεθῆναι ἁλύσεσιν ; δυσὶν καὶ ; ἐπυνθάνετο ἂν τίς εἴη καὶ ; τί ; ἐστιν πεποιηκώς.
فَحَدَثَ لِي وَأَنَا ذَاهِبٌ وَمُتَقَرِّبٌ إِلَى دِمَشْقَ أَنَّهُ نَحْوَ نِصْفِ النَّهَارِ، بَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلِي مِنَ السَّمَاءِ نُورٌ عَظِيمٌ.
ἐγένετο ; δέ μοι πορευομένῳ καὶ ; ἐγγίζοντι τῇ ; Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης περιαστράψαι περὶ ; ἐμέ· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φῶς ἱκανὸν