ك
إصحاح
G1376
G1377. diṓkō
G1378
المعنى المختصر للكلمة
diṓkō: compare the base of and )
اللفظ الأصلي διώκω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diṓkō (dee-o-ko)
تكرار الورود في الكتاب 37 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 compare the base of and )
2 to pursue (literally or figuratively)
3 by implication, to persecute
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ensue follow (after) given to (suffer) persecute(-ion) press forward

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐδίωκον (3×) με ; διώκεις; (3×) ἐδίωξαν (2×) δίωκε (2×) διώκων (2×) διώκω (2×) διώκετε (2×) διώκεις. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (37 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
طُوبَى لِلْمَطْرُودِينَ مِنْ أَجْلِ الْبِرِّ، لأَنَّ لَهُمْ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ.
Μακάριοι οἱ ; δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.¶
اِفْرَحُوا وَتَهَلَّلُوا، لأَنَّ أَجْرَكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاوَاتِ، فَإِنَّهُمْ هكَذَا طَرَدُوا الأَنْبِيَاءَ الَّذِينَ قَبْلَكُمْ.
χαίρετε καὶ ; ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς· γὰρ οὕτως ἐδίωξαν τοὺς ; προφήτας τοὺς πρὸ ; ὑμῶν.¶
وَيَقُولُونَ لَكُمْ: هُوَذَا ههُنَا. أَوْ: هُوَذَا هُنَاكَ. لاَ تَذْهَبُوا وَلاَ تَتْبَعُوا،
καὶ ; ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε. ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε.
وَقَبْلَ هذَا كُلِّهِ يُلْقُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَيْكُمْ وَيَطْرُدُونَكُمْ، وَيُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى مَجَامِعٍ وَسُجُونٍ، وَتُسَاقُونَ أَمَامَ مُلُوكٍ وَوُلاَةٍ لأَجْلِ اسْمِي.
Πρὸ ; δὲ τούτων ἅπαντων ἐπιβαλοῦσιν τὰς ; χεῖρας ; αὐτῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς καὶ ; διώξουσιν παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ ; φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ; ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ; ὀνόματός ; μου.
وَلِهذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْرُدُونَ يَسُوعَ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ عَمِلَ هذَا فِي سَبْتٍ.
καὶ ; διὰ ; τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐδίωκον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι ἐποίει ταῦτα ἐν σαββάτῳ.¶
اُذْكُرُوا الْكَلاَمَ الَّذِي قُلْتُهُ لَكُمْ: لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ. إِنْ كَانُوا قَدِ اضْطَهَدُونِي فَسَيَضْطَهِدُونَكُمْ، وَإِنْ كَانُوا قَدْ حَفِظُوا كَلاَمِي فَسَيَحْفَظُونَ كَلاَمَكُمْ.
μνημονεύετε τοῦ ; λόγου οὗ ἐγὼ ; εἶπον ὑμῖν· οὐκ ; ἔστιν δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ; ἐδίωξαν καὶ ; ὑμᾶς ; διώξουσιν· εἰ ἐτήρησαν τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; τηρήσουσιν. τὸν ; ὑμέτερον
اُذْكُرُوا الْكَلاَمَ الَّذِي قُلْتُهُ لَكُمْ: لَيْسَ عَبْدٌ أَعْظَمَ مِنْ سَيِّدِهِ. إِنْ كَانُوا قَدِ اضْطَهَدُونِي فَسَيَضْطَهِدُونَكُمْ، وَإِنْ كَانُوا قَدْ حَفِظُوا كَلاَمِي فَسَيَحْفَظُونَ كَلاَمَكُمْ.
μνημονεύετε τοῦ ; λόγου οὗ ἐγὼ ; εἶπον ὑμῖν· οὐκ ; ἔστιν δοῦλος μείζων τοῦ ; κυρίου ; αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ; ἐδίωξαν καὶ ; ὑμᾶς ; διώξουσιν· εἰ ἐτήρησαν τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; τηρήσουσιν. τὸν ; ὑμέτερον
أَيُّ الأَنْبِيَاءِ لَمْ يَضْطَهِدْهُ آبَاؤُكُمْ. وَقَدْ قَتَلُوا الَّذِينَ سَبَقُوا فَأَنْبَأُوا بِمَجِيءِ الْبَارِّ، الَّذِي أَنْتُمُ الآنَ صِرْتُمْ مُسَلِّمِيهِ وَقَاتِلِيهِ،
τίνα τῶν ; προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ ; τῆς ; ἐλεύσεως τοῦ ; δικαίου, οὗ ὑμεῖς νῦν γεγένησθε προδόται καὶ ; φονεῖς
فَسَقَطَ عَلَى الأَرْضِ وَسَمِعَ صَوْتًا قَائِلاً لَهُ: شَاوُلُ، شَاوُلُ. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي.
καὶ ; πεσὼν ἐπὶ τὴν ; γῆν ἤκουσεν φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις;
فَقَالَ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ الرَّبُّ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ.
εἶπεν ; δέ· τίς εἶ, κύριε; δέ ; εἶπεν· ὁ ; κύριος ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ ; διώκεις σκληρόν σοι πρὸς λακτίζειν· κέντρα
وَاضْطَهَدْتُ هذَا الطَّرِيقَ حَتَّى الْمَوْتِ، مُقَيِّدًا وَمُسَلِّمًا إِلَى السُّجُونِ رِجَالاً وَنِسَاءً،
ὃς ; ἐδίωξα ταύτην τὴν ; ὁδὸν ἄχρι θανάτου δεσμεύων καὶ ; παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας ; τε καὶ ; γυναῖκας,
فَسَقَطْتُ عَلَى الأَرْضِ، وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: شَاوُلُ، شَاوُلُ،. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي.
ἔπεσά ; τε εἰς τὸ ; ἔδαφος καὶ ; ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις;
فَأَجَبْتُ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لِي: أَنَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
ἐγὼ ; δὲ ; ἀπεκρίθην· τίς εἶ κύριε; εἶπέν ; τε πρός ; με· εἰμι ; ἐγώ Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.
وَفِي كُلِّ الْمَجَامِعِ كُنْتُ أُعَاقِبُهُمْ مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَضْطَرُّهُمْ إِلَى التَّجْدِيفِ. وَإِذْ أَفْرَطَ حَنَقِي عَلَيْهِمْ كُنْتُ أَطْرُدُهُمْ إِلَى الْمُدُنِ الَّتِي فِي الْخَارِجِ.
καὶ ; κατὰ πάσας τὰς ; συναγωγὰς τιμωρῶν ; αὐτοὺς πολλάκις ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, τε περισσῶς ἐμμαινόμενος αὐτοῖς ἐδίωκον ἕως ; καὶ ; εἰς τὰς ; πόλεις. ἔξω
فَلَمَّا سَقَطْنَا جَمِيعُنَا عَلَى الأَرْضِ، سَمِعْتُ صَوْتًا يُكَلِّمُنِي وَيَقُولُ بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ: شَاوُلُ، شَاوُلُ. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ
δὲ καταπεσόντων ; ἡμῶν πάντων εἰς τὴν ; γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν; πρός ; με καὶ ; λέγουσαν τῇ ; διαλέκτῳ· Ἑβραΐδι Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις; σκληρόν σοι λακτίζειν. πρὸς ; κέντρα
فَقُلْتُ أَنَا: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
δὲ ; εἶπα· ἐγὼ τίς εἶ κύριε; δὲ ; εἶπεν· ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
فَمَاذَا نَقُولُ. إِنَّ الأُمَمَ الَّذِينَ لَمْ يَسْعَوْا فِي أَثَرِ الْبِرِّ أَدْرَكُوا الْبِرَّ، الْبِرَّ الَّذِي بِالإِيمَانِ.
Τί ; οὖν ἐροῦμεν; ὅτι ἔθνη τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην κατέλαβεν δικαιοσύνην, δικαιοσύνην τὴν ἐκ ; πίστεως·
وَلكِنَّ إِسْرَائِيلَ، وَهُوَ يَسْعَى فِي أَثَرِ نَامُوسِ الْبِرِّ، لَمْ يُدْرِكْ نَامُوسَ الْبِرِّ.
δὲ Ἰσραὴλ διώκων νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασεν. εἰς ; νόμον δικαιοσύνης
مُشْتَرِكِينَ فِي احْتِيَاجَاتِ الْقِدِّيسِينَ، عَاكِفِينَ عَلَى إِضَافَةِ الْغُرَبَاءِ.
κοινωνοῦντες, ταῖς ; χρείαις τῶν ; ἁγίων διώκοντες· τὴν ; φιλοξενίαν
فَلْنَعْكُفْ إِذًا عَلَى مَا هُوَ لِلسَّلاَمِ، وَمَا هُوَ لِلْبُنْيَانِ بَعْضُنَا لِبَعْضٍ.
Ἄρα ; διώκωμεν οὖν τὰ τῆς ; εἰρήνης καὶ ; τὰ τῆς ; οἰκοδομῆς τῆς ; εἰς ; ἀλλήλους.
وَنَتْعَبُ عَامِلِينَ بِأَيْدِينَا. نُشْتَمُ فَنُبَارِكُ. نُضْطَهَدُ فَنَحْتَمِلُ.
καὶ ; κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ; ἰδίαις ; χερσίν· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα,
اِتْبَعُوا الْمَحَبَّةَ، وَلكِنْ جِدُّوا لِلْمَوَاهِبِ الرُّوحِيَّةِ، وَبِالأَوْلَى أَنْ تَتَنَبَّأُوا.
Διώκετε τὴν ; ἀγάπην· δὲ ζηλοῦτε τὰ ; πνευματικά, μᾶλλον ἵνα προφητεύητε.
لأَنِّي أَصْغَرُ الرُّسُلِ، أَنَا الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً لأَنْ أُدْعَى رَسُولاً، لأَنِّي اضْطَهَدْتُ كَنِيسَةَ اللهِ.
γάρ ; εἰμι ὁ ; ἐλάχιστος τῶν ; ἀποστόλων ἐγὼ ὃς οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ·
مُضْطَهَدِينَ، لكِنْ غَيْرَ مَتْرُوكِينَ. مَطْرُوحِينَ، لكِنْ غَيْرَ هَالِكِينَ.
διωκόμενοι ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾽ οὐκ ἀπολλύμενοι·
فَإِنَّكُمْ سَمِعْتُمْ بِسِيرَتِي قَبْلاً فِي الدِّيَانَةِ الْيَهُودِيَّةِ، أَنِّي كُنْتُ أَضْطَهِدُ كَنِيسَةَ اللهِ بِإِفْرَاطٍ وَأُتْلِفُهَا.
γὰρ ἠκούσατε τὴν ; ἐμὴν ; ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ; Ἰουδαϊσμῷ ὅτι ἐδίωκον τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ καθ᾽ ; ὑπερβολὴν καὶ ; ἐπόρθουν ; αὐτήν·
وَلكِنْ كَمَا كَانَ حِينَئِذٍ الَّذِي وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ يَضْطَهِدُ الَّذِي حَسَبَ الرُّوحِ، هكَذَا الآنَ أَيْضًا.
ἀλλ᾽ ὥσπερ τότε γεννηθεὶς κατὰ σάρκα ἐδίωκεν τὸν κατὰ πνεῦμα οὕτως νῦν· καὶ
وَأَمَّا أَنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَإِنْ كُنْتُ بَعْدُ أَكْرِزُ بِالْخِتَانِ، فَلِمَاذَا أُضْطَهَدُ بَعْدُ. إِذًا عَثْرَةُ الصَّلِيبِ قَدْ بَطَلَتْ.
δέ, Ἐγὼ ἀδελφοί, εἰ ἔτι κηρύσσω, περιτομὴν τί διώκομαι; ἔτι ἄρα τὸ ; σκάνδαλον τοῦ ; σταυροῦ. κατήργηται
جَمِيعُ الَّذِينَ يُرِيدُونَ أَنْ يَعْمَلُوا مَنْظَرًا حَسَنًا فِي الْجَسَدِ، هؤُلاَءِ يُلْزِمُونَكُمْ أَنْ تَخْتَتِنُوا، لِئَلاَّ يُضْطَهَدُوا لأَجْلِ صَلِيبِ الْمَسِيحِ فَقَطْ.
ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ; ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μὴ διώκωνται· τῷ σταυρῷ τοῦ ; Χριστοῦ μόνον ; ἵνα
مِنْ جِهَةِ الْغَيْرَةِ مُضْطَهِدُ الْكَنِيسَةِ. مِنْ جِهَةِ الْبِرِّ الَّذِي فِي النَّامُوسِ بِلاَ لَوْمٍ.
κατὰ ζῆλον διώκων ἐκκλησίαν, ; τὴν κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ; ἄμεμπτος.
لَيْسَ أَنِّي قَدْ نِلْتُ أَوْ صِرْتُ كَامِلاً، وَلكِنِّي أَسْعَى لَعَلِّي أُدْرِكُ الَّذِي لأَجْلِهِ أَدْرَكَنِي أَيْضًا الْمَسِيحُ يَسُوعُ.
οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, δὲ διώκω εἰ ; καὶ καταλάβω ἐφ᾽ ; ᾧ κατελήμφθην καὶ ὑπὸ ; τοῦ ; Χριστοῦ Ἰησοῦ.¶