ك
إصحاح
G1319
G1320. didáskalos
G1321
المعنى المختصر للكلمة
didáskalos: an instructor (genitive case or specially)
اللفظ الأصلي διδάσκαλος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق didáskalos (did-as-kal-os)
تكرار الورود في الكتاب 53 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

an instructor (genitive case or specially)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
doctor master teacher

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διδάσκαλε, (26×) ὁ ; διδάσκαλος (4×) διδάσκαλε (4×) διδάσκαλοι (2×) ὅτι ; ὁ ; διδάσκαλος (1×) ὁ ; διδάσκαλος· (1×) τῶν ; διδασκάλων (1×) τὸν ; διδάσκαλον. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (53 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَأجَابَ قَوْمٌ مِنَ الْكَتَبَةِ وَقَالوا: يَا مُعَلِّمُ، حَسَنًا قُلْتَ..
Ἀποκριθέντες ; δέ τινες τῶν γραμματέων εἶπαν· διδάσκαλε, καλῶς εἶπας.
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، مَتَى يَكُونُ هذَا. ومَا هِيَ الْعَلاَمَةُ عِنْدَمَا يَصِيرُ هذَا.
Ἐπηρώτησαν ; δὲ λέγοντες· διδάσκαλε, πότε ; οὖν ἔσται ταῦτα καὶ ; τί τὸ ; σημεῖον ὅταν ; μέλλῃ γίνεσθαι;¶ ταῦτα
وَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: يَقُولُ لَكَ الْمُعَلِّمُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ἐρεῖτε τῷ ; οἰκοδεσπότῃ τῆς ; οἰκίας· λέγει σοι ὁ ; διδάσκαλος· ποῦ ; ἐστιν τὸ ; κατάλυμα ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
فَالْتَفَتَ يَسُوعُ وَنَظَرَهُمَا يَتْبَعَانِ، فَقَالَ لَهُمَا: مَاذَا تَطْلُبَانِ. فَقَالاَ: رَبِّي، الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَيْنَ تَمْكُثُ.
Στραφεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; θεασάμενος ; αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· τί ζητεῖτε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· ῥαββί, ὃ ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε, ποῦ μένεις;
هذَا جَاءَ إِلَى يَسُوعَ لَيْلاً وَقَالَ لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ قَدْ أَتَيْتَ مِنَ اللهِ مُعَلِّمًا، لأَنْ لَيْسَ أَحَدٌ يَقْدِرُ أَنْ يَعْمَلَ هذِهِ الآيَاتِ الَّتِي أَنْتَ تَعْمَلُ إِنْ لَمْ يَكُنِ اللهُ مَعَهُ.
οὗτος ἦλθεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν νυκτὸς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἐλήλυθας ἀπὸ θεοῦ διδάσκαλος· γὰρ οὐδεὶς δύναται ποιεῖν ταῦτα τὰ ; σημεῖα ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτοῦ.¶
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: أَنْتَ مُعَلِّمُ إِسْرَائِيلَ وَلَسْتَ تَعْلَمُ هذَا.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· σὺ ; εἶ ὁ ; διδάσκαλος Ἰσραὴλ ; τοῦ καὶ ; οὐ γινώσκεις; ταῦτα
قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هذِهِ الْمَرْأَةُ أُمْسِكَتْ وَهِيَ تَزْنِي فِي ذَاتِ الْفِعْلِ،
λέγουσιν αὐτῷ, διδάσκαλε, αὕτη ἡ ; γυνὴ κατείληφθη μοιχευομένη· ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ
وَلَمَّا قَالَتْ هذَا مَضَتْ وَدَعَتْ مَرْيَمَ أُخْتَهَا سِرًّا، قَائِلَةً: الْمُعَلِّمُ قَدْ حَضَرَ، وَهُوَ يَدْعُوكِ.
Καὶ εἰποῦσα ταῦτα ἀπῆλθεν καὶ ; ἐφώνησεν Μαριὰμ τὴν ; ἀδελφὴν ; αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· ὁ ; διδάσκαλος πάρεστιν καὶ ; φωνεῖ ; σε.
أَنْتُمْ تَدْعُونَنِي مُعَلِّمًا وَسَيِّدًا، وَحَسَنًا تَقُولُونَ، لأَنِّي أَنَا كَذلِكَ.
ὑμεῖς φωνεῖτέ ; με· ὁ ; διδάσκαλος καὶ ; ὁ ; κύριος, καὶ ; καλῶς λέγετε· γάρ. εἰμὶ
فَإِنْ كُنْتُ وَأَنَا السَّيِّدُ وَالْمُعَلِّمُ قَدْ غَسَلْتُ أَرْجُلَكُمْ، فَأَنْتُمْ يَجِبُ عَلَيْكُمْ أَنْ يَغْسِلَ بَعْضُكُمْ أَرْجُلَ بَعْضٍ،
εἰ ; οὖν ἐγὼ ὁ ; κύριος καὶ ; ὁ ; διδάσκαλος, ἔνιψα ὑμῶν ; τοὺς ; πόδας καὶ ; ὑμεῖς ὀφείλετε νίπτειν ἀλλήλων ; τοὺς ; πόδας·
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا مَرْيَمُ فَالْتَفَتَتْ تِلْكَ وَقَالَتْ لَهُ: رَبُّونِي. الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا مُعَلِّمُ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· Μαρία στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ ραββουνι, ὃ λέγεται, διδάσκαλε.
وَكَانَ فِي أَنْطَاكِيَةَ فِي الْكَنِيسَةِ هُنَاكَ أَنْبِيَاءُ وَمُعَلِّمُونَ: بَرْنَابَا، وَسِمْعَانُ الَّذِي يُدْعَى نِيجَرَ، وَلُوكِيُوسُ الْقَيْرَوَانِيُّ، وَمَنَايِنُ الَّذِي تَرَبَّى مَعَ هِيرُودُسَ رَئِيسِ الرُّبْعِ، وَشَاوُلُ.
Ἦσαν ; δὲ ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν ; ἐκκλησίαν οὖσαν προφῆται καὶ ; διδάσκαλοι, ὅ ; Βαρναβᾶς καὶ ; Συμεὼν ὁ καλούμενος Νίγερ καὶ ; Λούκιος ὁ ; Κυρηναῖος, Μαναήν ; τε σύντροφος Ἡρῴδου τοῦ ; τετραάρχου καὶ ; Σαῦλος.
وَمُهَذِّبٌ لِلأَغْبِيَاءِ، وَمُعَلِّمٌ لِلأَطْفَالِ، وَلَكَ صُورَةُ الْعِلْمِ وَالْحَقِّ فِي النَّامُوسِ.
παιδευτὴν ἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, ἔχοντα τὴν ; μόρφωσιν γνώσεως καὶ ; τῆς ; ἀληθείας ἐν τῷ ; νόμῳ·
فَوَضَعَ اللهُ أُنَاسًا فِي الْكَنِيسَةِ: أَوَّلاً رُسُلاً، ثَانِيًا أَنْبِيَاءَ، ثَالِثًا مُعَلِّمِينَ، قُوَّاتٍ، وَبَعْدَ ذلِكَ مَوَاهِبَ شِفَاءٍ، أَعْوَانًا، تَدَابِيرَ، وَأَنْوَاعَ أَلْسِنَةٍ.
καὶ ; ἔθετο ὁ ; θεὸς οὓς ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, δυνάμεις, ἔπειτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήμψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν.
أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ رُسُلٌ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ أَنْبِيَاءُ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ مُعَلِّمُونَ. أَلَعَلَّ الْجَمِيعَ أَصْحَابُ قُوَّاتٍ.
μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις;
وَهُوَ أَعْطَى الْبَعْضَ أَنْ يَكُونُوا رُسُلاً، وَالْبَعْضَ أَنْبِيَاءَ، وَالْبَعْضَ مُبَشِّرِينَ، وَالْبَعْضَ رُعَاةً وَمُعَلِّمِينَ،
καὶ ; αὐτὸς ἔδωκεν τοὺς ; μὲν ἀποστόλους, τοὺς ; δὲ προφήτας, τοὺς ; δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς ; δὲ ποιμένας καὶ ; διδασκάλους,
الَّتِي جُعِلْتُ أَنَا لَهَا كَارِزًا وَرَسُولاً. اَلْحَقَّ أَقُولُ فِي الْمَسِيحِ وَلاَ أَكْذِبُ، مُعَلِّمًا لِلأُمَمِ فِي الإِيمَانِ وَالْحَقِّ.
εἰς ; ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ; ἀπόστολος, ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, διδάσκαλος ἐθνῶν ἐν πίστει καὶ ; ἀληθείᾳ.¶
الَّذِي جُعِلْتُ أَنَا لَهُ كَارِزًا وَرَسُولاً وَمُعَلِّمًا لِلأُمَمِ.
εἰς ; ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ; ἀπόστολος καὶ ; διδάσκαλος ἐθνῶν·
لأَنَّهُ سَيَكُونُ وَقْتٌ لاَ يَحْتَمِلُونَ فِيهِ التَّعْلِيمَ الصَّحِيحَ، بَلْ حَسَبَ شَهَوَاتِهِمُ الْخَاصَّةِ يَجْمَعُونَ لَهُمْ مُعَلِّمِينَ مُسْتَحِكَّةً مَسَامِعُهُمْ،
γὰρ ἔσται καιρὸς οὐκ ἀνέξονται, διδασκαλίας ὑγιαινούσης ἀλλὰ κατὰ τὰς ; ἐπιθυμίας ; ἑαυτοῖς ἰδίας ἐπισωρεύσουσιν διδασκάλους κνηθόμενοι ἀκοήν·
لأَنَّكُمْ إِذْ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تَكُونُوا مُعَلِّمِينَ لِسَبَبِ طُولِ الزَّمَانِ تَحْتَاجُونَ أَنْ يُعَلِّمَكُمْ أَحَدٌ مَا هِيَ أَرْكَانُ بَدَاءَةِ أَقْوَالِ اللهِ، وَصِرْتُمْ مُحْتَاجِينَ إِلَى اللَّبَنِ، لاَ إِلَى طَعَامٍ قَوِيٍّ.
καὶ ; γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν ; χρόνον, πάλιν ; χρείαν ; ἔχετε διδάσκειν ; ὑμᾶς τοῦ τίνα τὰ ; στοιχεῖα τῆς ; ἀρχῆς τῶν ; λογίων τοῦ ; θεοῦ καὶ ; γεγόνατε χρείαν ; ἔχοντες γάλακτος οὐ τροφῆς. στερεᾶς
لاَ تَكُونُوا مُعَلِّمِينَ كَثِيرِينَ يَا إِخْوَتِي، عَالِمِينَ أَنَّنَا نَأْخُذُ دَيْنُونَةً أَعْظَمَ.
Μὴ γίνεσθε, διδάσκαλοι πολλοὶ ἀδελφοί ; μου, εἰδότες ὅτι λημψόμεθα. κρίμα μεῖζον