ك
إصحاح
G1248
G1249. diákonos
G1250
المعنى المختصر للكلمة
diákonos: an attendant, i.e. (genitive case) a waiter (at table or in other menial duties)
اللفظ الأصلي διάκονος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق diákonos (dee-ak-on-os)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 an attendant, i.e. (genitive case) a waiter (at table or in other menial duties)
2 specially, a Christian teacher and pastor (technically, a deacon or deaconess)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
deacon minister servant

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

διάκονος (5×) διάκονοι (3×) ὡς ; διάκονοι (2×) τοῖς ; διακόνοις· (2×) διάκονός (2×) διάκονος· (2×) διάκονον (2×) τῆς ; διακόνου (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 20: 26 Mat.20.26
فَلاَ يَكُونُ هكَذَا فِيكُمْ. بَلْ مَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ فِيكُمْ عَظِيمًا فَلْيَكُنْ لَكُمْ خَادِمًا،
οὐχ ; δέ ἔσται οὕτως ἐν ; ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ἐὰν ; θέλῃ γενέσθαι, ἐν ; ὑμῖν μέγας ἔστω ὑμῶν διάκονος·
متى 22: 13 Mat.22.13
حِينَئِذٍ قَالَ الْمَلِكُ لِلْخُدَّامِ: ارْبُطُوا رِجْلَيْهِ وَيَدَيْهِ، وَخُذُوهُ وَاطْرَحُوهُ فِي الظُّلْمَةِ الْخَارِجِيَّةِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
τότε εἶπεν ὁ ; βασιλεὺς τοῖς ; διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ ; πόδας καὶ ; χεῖρας ἄρατε καὶ ; ἐκβάλετε ; αὐτὸν εἰς τὸ ; σκότος τὸ ; ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
متى 23: 11 Mat.23.11
وَأَكْبَرُكُمْ يَكُونُ خَادِمًا لَكُمْ.
δὲ ; μείζων ; ὑμῶν ἔσται διάκονος. ὑμῶν
فَجَلَسَ وَنَادَى الاثْنَيْ عَشَرَ وَقَالَ لَهُمْ: إِذَا أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَكُونَ أَوَّلاً فَيَكُونُ آخِرَ الْكُلِّ وَخَادِمًا لِلْكُلِّ.
Καὶ ; καθίσας ἐφώνησεν τοὺς ; δώδεκα καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἴ θέλει τις εἶναι, πρῶτος ἔσται ἔσχατος πάντων καὶ ; διάκονος. πάντων
فَلاَ يَكُونُ هكَذَا فِيكُمْ. بَلْ مَنْ أَرَادَ أَنْ يَصِيرَ فِيكُمْ عَظِيمًا، يَكُونُ لَكُمْ خَادِمًا،
οὐχ ; δέ ἔσται οὕτως ἐν ; ὑμῖν, ἀλλ᾽ ὃς ; ἐὰν θέλῃ γενέσθαι ἐν ; ὑμῖν, μέγας ἔσται ὑμῶν διάκονος·
قَالَتْ أُمُّهُ لِلْخُدَّامِ: مَهْمَا قَالَ لَكُمْ فَافْعَلُوهُ.
λέγει ἡ ; μήτηρ ; αὐτοῦ τοῖς ; διακόνοις· ὅ ; τι ; ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε.¶
فَلَمَّا ذَاقَ رَئِيسُ الْمُتَّكَإِ الْمَاءَ الْمُتَحَوِّلَ خَمْرًا، وَلَمْ يَكُنْ يَعْلَمُ مِنْ أَيْنَ هِيَ، لكِنَّ الْخُدَّامَ الَّذِينَ كَانُوا قَدِ اسْتَقَوُا الْمَاءَ عَلِمُوا، دَعَا رَئِيسُ الْمُتَّكَإِ الْعَرِيسَ
ὡς ; δὲ ἐγεύσατο ὁ ; ἀρχιτρίκλινος τὸ ; ὕδωρ γεγενημένον οἶνον καὶ ; οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν, δὲ οἱ ; διάκονοι οἱ ἠντληκότες τὸ ; ὕδωρ, ᾔδεισαν φωνεῖ ὁ ; ἀρχιτρίκλινος τὸν ; νυμφίον
لأَنَّهُ خَادِمُ اللهِ لِلصَّلاَحِ. وَلكِنْ إِنْ فَعَلْتَ الشَّرَّ فَخَفْ، لأَنَّهُ لاَ يَحْمِلُ السَّيْفَ عَبَثًا، إِذْ هُوَ خَادِمُ اللهِ، مُنْتَقِمٌ لِلْغَضَبِ مِنَ الَّذِي يَفْعَلُ الشَّرَّ.
γὰρ ; ἐστιν διάκονός θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἀγαθόν. δὲ ἐὰν ποιῇς, τὸ ; κακὸν φοβοῦ· γὰρ οὐ φορεῖ. τὴν ; μάχαιραν εἰκῇ γὰρ ἐστιν διάκονός θεοῦ ἔκδικος εἰς ; ὀργὴν τῷ πράσσοντι. τὸ ; κακὸν
لأَنَّهُ خَادِمُ اللهِ لِلصَّلاَحِ. وَلكِنْ إِنْ فَعَلْتَ الشَّرَّ فَخَفْ، لأَنَّهُ لاَ يَحْمِلُ السَّيْفَ عَبَثًا، إِذْ هُوَ خَادِمُ اللهِ، مُنْتَقِمٌ لِلْغَضَبِ مِنَ الَّذِي يَفْعَلُ الشَّرَّ.
γὰρ ; ἐστιν διάκονός θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἀγαθόν. δὲ ἐὰν ποιῇς, τὸ ; κακὸν φοβοῦ· γὰρ οὐ φορεῖ. τὴν ; μάχαιραν εἰκῇ γὰρ ἐστιν διάκονός θεοῦ ἔκδικος εἰς ; ὀργὴν τῷ πράσσοντι. τὸ ; κακὸν
وَأَقُولُ: يَسُوعَ الْمَسِيحَ قَدْ صَارَ خَادِمَ الْخِتَانِ، مِنْ أَجْلِ صِدْقِ اللهِ، حَتَّى يُثَبِّتَ مَوَاعِيدَ الآبَاءِ.
λέγω ; δέ Ἰησοῦν Χριστὸν γεγενῆσθαι διάκονον περιτομῆς ὑπὲρ ἀληθείας θεοῦ εἰς βεβαιῶσαι τὰς ; ἐπαγγελίας τῶν ; πατέρων,
أُوصِي إِلَيْكُمْ بِأُخْتِنَا فِيبِي، الَّتِي هِيَ خَادِمَةُ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي كَنْخَرِيَا،
Συνίστημι ; δὲ ὑμῖν τὴν ; ἀδελφὴν ; ἡμῶν Φοίβην οὖσαν διάκονον τῆς ; ἐκκλησίας ἐν τῆς ; Κεγχρεαῖς,
للهِ الْحَكِيمِ وَحْدَهُ، بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لَهُ الْمَجْدُ إِلَى الأَبَدِ. آمِينَ. -كُتِبَتْ إِلَى أَهْلِ رُومِيَةَ مِنْ كُورِنْثُوسَ عَلَى يَدِ فِيبِي خَادِمَةِ كَنِيسَةِ كَنْخَرِيَا-
θεῷ σοφῷ μόνῳ διὰ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ ; δόξα εἰς τοὺς ; αἰῶνας, ἀμήν ἐγράφη πρός Ῥωμαίους ἀπό Κορίνθου διὰ φοίβης τῆς ; διακόνου ἐκκλησίας.¶ Κεγχρεαῖς
فَمَنْ هُوَ بُولُسُ. وَمَنْ هُوَ أَبُلُّوسُ. بَلْ خَادِمَانِ آمَنْتُمْ بِوَاسِطَتِهِمَا، وَكَمَا أَعْطَى الرَّبُّ لِكُلِّ وَاحِدٍ:
Τίς; δέ ἐστιν Παῦλος; τίς; οὖν ἐστιν Ἀπολλῶς ἀλλ᾽ ; ἢ διάκονοι ἐπιστεύσατε, δι᾽ ; ὧν καὶ ; ὡς ἔδωκεν. ὁ ; κύριος ἑκάστῳ
الَّذِي جَعَلَنَا كُفَاةً لأَنْ نَكُونَ خُدَّامَ عَهْدٍ جَدِيدٍ. لاَ الْحَرْفِ بَلِ الرُّوحِ. لأَنَّ الْحَرْفَ يَقْتُلُ وَلكِنَّ الرُّوحَ يُحْيِي.
ὃς ; καὶ ἱκάνωσεν ; ἡμᾶς διακόνους διαθήκης, καινῆς οὐ γράμματος ἀλλὰ πνεύματος· γὰρ τὸ ; γράμμα ἀποκτέννει, δὲ τὸ ; πνεῦμα ζῳοποιεῖ.
بَلْ فِي كُلِّ شَيْءٍ نُظْهِرُ أَنْفُسَنَا كَخُدَّامِ اللهِ: فِي صَبْرٍ كَثِيرٍ، فِي شَدَائِدَ، فِي ضَرُورَاتٍ، فِي ضِيقَاتٍ،
ἀλλ᾽ ἐν παντὶ συνιστάντες ἑαυτοὺς ὡς ; διάκονοι θεοῦ ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις,
فَلَيْسَ عَظِيمًا إِنْ كَانَ خُدَّامُهُ أَيْضًا يُغَيِّرُونَ شَكْلَهُمْ كَخُدَّامٍ لِلْبِرِّ. الَّذِينَ نِهَايَتُهُمْ تَكُونُ حَسَبَ أَعْمَالِهِمْ.
οὐ μέγα εἰ οὖν οἱ ; διάκονοι ; αὐτοῦ καὶ μετασχηματίζονται ὡς ; διάκονοι δικαιοσύνης ὧν τὸ ; τέλος ἔσται κατὰ τὰ ; ἔργα ; αὐτῶν.¶
أَهُمْ خُدَّامُ الْمَسِيحِ. أَقُولُ كَمُخْتَلِّ الْعَقْلِ، فَأَنَا أَفْضَلُ: فِي الأَتْعَابِ أَكْثَرُ، فِي الضَّرَبَاتِ أَوْفَرُ، فِي السُّجُونِ أَكْثَرُ، فِي الْمِيتَاتِ مِرَارًا كَثِيرَةً.
εἰσιν; διάκονοι Χριστοῦ λαλῶ· παραφρονῶν ἐγώ. ὑπὲρ ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις.
فَإِنْ كُنَّا وَنَحْنُ طَالِبُونَ أَنْ نَتَبَرَّرَ فِي الْمَسِيحِ، نُوجَدُ نَحْنُ أَنْفُسُنَا أَيْضًا خُطَاةً، أَفَالْمَسِيحُ خَادِمٌ لِلْخَطِيَّةِ. حَاشَا.
εἰ ; δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν αὐτοὶ καὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα ; Χριστὸς διάκονος; ἁμαρτίας μὴ ; γένοιτο.
الَّذِي صِرْتُ أَنَا خَادِمًا لَهُ حَسَبَ مَوْهِبَةِ نِعْمَةِ اللهِ الْمُعْطَاةِ لِي حَسَبَ فِعْلِ قُوَّتِهِ.
οὗ ἐγενόμην διάκονος κατὰ τὴν ; δωρεὰν τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ τὴν; δοθεῖσάν μοι κατὰ τὴν ; ἐνέργειαν τῆς ; δυνάμεως ; αὐτοῦ.
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنْتُمْ أَيْضًا أَحْوَالِي، مَاذَا أَفْعَلُ، يُعَرِّفُكُمْ بِكُلِّ شَيْءٍ تِيخِيكُسُ الأَخُ الْحَبِيبُ وَالْخَادِمُ الأَمِينُ فِي الرَّبِّ،
δὲ Ἵνα εἰδῆτε ὑμεῖς καὶ τὰ ; κατ᾽ ; ἐμέ, τί πράσσω, γνωρίσει ; ὑμῖν πάντα Τύχικος ὁ ; ἀδελφὸς ἀγαπητὸς καὶ ; διάκονος πιστὸς ἐν κυρίῳ,
بُولُسُ وَتِيمُوثَاوُسُ عَبْدَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، إِلَى جَمِيعِ الْقِدِّيسِينَ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، الَّذِينَ فِي فِيلِبِّي، مَعَ أَسَاقِفَةٍ وَشَمَامِسَةٍ:
Παῦλος καὶ ; Τιμόθεος δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ πᾶσιν τοῖς ; ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς ἐν Φιλίπποις σὺν ἐπισκόποις καὶ ; διακόνοις·
كَمَا تَعَلَّمْتُمْ أَيْضًا مِنْ أَبَفْرَاسَ الْعَبْدِ الْحَبِيبِ مَعَنَا، الَّذِي هُوَ خَادِمٌ أَمِينٌ لِلْمَسِيحِ لأَجْلِكُمُ،
καθὼς ἐμάθετε καὶ ἀπὸ Ἐπαφρᾶ συνδούλου ἀγαπητοῦ ἡμῶν, ὅς ἐστιν διάκονος πιστὸς Χριστοῦ, ὑπὲρ ; ὑμῶν
إِنْ ثَبَتُّمْ عَلَى الإِيمَانِ، مُتَأَسِّسِينَ وَرَاسِخِينَ وَغَيْرَ مُنْتَقِلِينَ عَنْ رَجَاءِ الإِنْجِيلِ، الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ، الْمَكْرُوزِ بِهِ فِي كُلِّ الْخَلِيقَةِ الَّتِي تَحْتَ السَّمَاءِ، الَّذِي صِرْتُ أَنَا بُولُسَ خَادِمًا لَهُ.
Εἴ ἐπιμένετε πίστει τεθεμελιωμένοι καὶ ; ἑδραῖοι καὶ ; μὴ μετακινούμενοι ἀπὸ τῆς ; ἐλπίδος τοῦ ; εὐαγγελίου οὗ ἠκούσατε, τοῦ ; κηρυχθέντος ἐν πάσῃ τῇ ; κτίσει τῇ ; ὑπὸ τὸν ; οὐρανόν, οὗ ἐγενόμην ἐγὼ Παῦλος διάκονος.¶
الَّتِي صِرْتُ أَنَا خَادِمًا لَهَا، حَسَبَ تَدْبِيرِ اللهِ الْمُعْطَى لِي لأَجْلِكُمْ، لِتَتْمِيمِ كَلِمَةِ اللهِ.
ἧς ἐγενόμην ἐγὼ διάκονος κατὰ τὴν ; οἰκονομίαν τοῦ ; θεοῦ τὴν ; δοθεῖσάν μοι εἰς ; ὑμᾶς πληρῶσαι τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ,
جَمِيعُ أَحْوَالِي سَيُعَرِّفُكُمْ بِهَا تِيخِيكُسُ الأَخُ الْحَبِيبُ، وَالْخَادِمُ الأَمِينُ، وَالْعَبْدُ مَعَنَا فِي الرَّبِّ،
πάντα Τὰ ; κατ᾽ ; ἐμὲ γνωρίσει ; ὑμῖν Τύχικος ἀδελφὸς ἀγαπητὸς διάκονος πιστὸς σύνδουλος ἐν κυρίῳ,
فَأَرْسَلْنَا تِيمُوثَاوُسَ أَخَانَا، وَخَادِمَ اللهِ، وَالْعَامِلَ مَعَنَا فِي إِنْجِيلِ الْمَسِيحِ، حَتَّى يُثَبِّتَكُمْ وَيَعِظَكُمْ لأَجْلِ إِيمَانِكُمْ،
καὶ ; ἐπέμψαμεν Τιμόθεον τὸν ; ἀδελφὸν ; ἡμῶν καὶ ; διάκονον τοῦ ; θεοῦ καὶ ; συνεργὸν ; ἡμῶν ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ τοῦ ; Χριστοῦ εἰς τὸ ; στηρίξαι ; ὑμᾶς καὶ ; παρακαλέσαι ; ὑμᾶς περὶ τῆς ; πίστεως ; ὑμῶν,
كَذلِكَ الشَّمَامِسَةُ ذَوِي وَقَارٍ، لاَ ذَوِي لِسَانَيْنِ، غَيْرَ مُولَعِينَ بِالْخَمْرِ الْكَثِيرِ، وَلاَ طَامِعِينَ بِالرِّبْحِ الْقَبِيحِ،
ὡσαύτως Διακόνους σεμνούς, μὴ διλόγους, μὴ προσέχοντας, οἴνῳ πολλῷ μὴ αἰσχροκερδεῖς,
لِيَكُنِ الشَّمَامِسَةُ بَعْلَ امْرَأَةٍ وَاحِدَةٍ، مُدَبِّرِينَ أَوْلاَدَهُمْ وَبُيُوتَهُمْ حَسَنًا،
ἔστωσαν διάκονοι ἄνδρες, γυναικὸς μιᾶς προϊστάμενοι τέκνων καὶ ; τῶν ; ἰδίων ; οἴκων. καλῶς
إِنْ فَكَّرْتَ الإِخْوَةَ بِهذَا، تَكُونُ خَادِمًا صَالِحًا لِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، مُتَرَبِّيًا بِكَلاَمِ الإِيمَانِ وَالتَّعْلِيمِ الْحَسَنِ الَّذِي تَتَبَّعْتَهُ.
ὑποτιθέμενος τοῖς ; ἀδελφοῖς Ταῦτα ἔσῃ διάκονος καλὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐντρεφόμενος τοῖς ; λόγοις τῆς ; πίστεως καὶ ; τῆς ; διδασκαλίας καλῆς ᾗ παρηκολούθηκας·