ك
إصحاح
G1095
G1096. gínomai
G1097
المعنى المختصر للكلمة
gínomai: to cause to be ("gen"-erate), i.e. (reflexively) to become (come into being), used with great latitude (literal, figurative, intensive, etc.)
اللفظ الأصلي γίνομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق gínomai (ghin-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 572 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolongation and middle voice form of a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to cause to be ("gen"-erate), i.e. (reflexively) to become (come into being), used with great latitude (literal, figurative, intensive, etc.)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise be assembled be(-come, -fall, -have self) be brought (to pass) (be) come (to pass) continue be divided draw be ended fall be finished follow be found be fulfilled + God forbid grow happen have be kept be made be married be ordained to be partake pass be performed be published require seem be showed X soon as it was sound be taken be turned use wax will would be wrought

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐγένετο (55×) καὶ ; ἐγένετο (29×) γένηται (25×) γέγονεν (19×) γενομένης (19×) γενέσθαι (18×) γενόμενος (15×) ἐγενόμην (11×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (572 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
كُنْ سَاهِرًا وَشَدِّدْ مَا بَقِيَ، الَّذِي هُوَ عَتِيدٌ أَنْ يَمُوتَ، لأَنِّي لَمْ أَجِدْ أَعْمَالَكَ كَامِلَةً أَمَامَ اللهِ.
γίνου γρηγορῶν στήρισον ; τὰ τὰ λοιπὰ ἃ μὲλλει ἀποθανεῖν· γὰρ οὐ εὕρηκά σου ; τὰ ; ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
بَعْدَ هذَا نَظَرْتُ وَإِذَا بَابٌ مَفْتُوحٌ فِي السَّمَاءِ، وَالصَّوْتُ الأَوَّلُ الَّذِي سَمِعْتُهُ كَبُوق يَتَكَلَّمُ مَعِي قَائِلاً: اصْعَدْ إِلَى هُنَا فَأُرِيَكَ مَا لاَ بُدَّ أَنْ يَصِيرَ بَعْدَ هذَا.
Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ; ἰδοὺ θύρα ἠνεῳγμένη ἐν τῷ ; οὐρανῷ, καὶ ; ἡ ; φωνὴ ἡ ; πρώτη ἣν ἤκουσα ὡς ; σάλπιγγος λαλούσης μετ᾽ ; ἐμοῦ λέγουσα ἀνάβα ὧδε, καὶ ; δείξω ; σοι ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.
وَلِلْوَقْتِ صِرْتُ فِي الرُّوحِ، وَإِذَا عَرْشٌ مَوْضُوعٌ فِي السَّمَاءِ، وَعَلَى الْعَرْشِ جَالِسٌ.
καὶ ; εὐθέως ἐγενόμην ἐν πνεύματι καὶ ; ἰδοὺ θρόνος ἔκειτο ἐν τῷ ; οὐρανῷ, καὶ ; ἐπὶ τοῦ; θρόνου καθήμενος.
وَنَظَرْتُ لَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ السَّادِسَ، وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، وَالشَّمْسُ صَارَتْ سَوْدَاءَ كَمِسْحٍ مِنْ شَعْرٍ، وَالْقَمَرُ صَارَ كَالدَّمِ،
Καὶ ; εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; ἕκτην, καὶ ; ἰδού σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ; ὁ ; ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς ; σάκκος τρίχινος, καὶ ; ἡ ; σελήνη ἐγένετο ὡς ; αἷμα,
وَنَظَرْتُ لَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ السَّادِسَ، وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، وَالشَّمْسُ صَارَتْ سَوْدَاءَ كَمِسْحٍ مِنْ شَعْرٍ، وَالْقَمَرُ صَارَ كَالدَّمِ،
Καὶ ; εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; ἕκτην, καὶ ; ἰδού σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ; ὁ ; ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς ; σάκκος τρίχινος, καὶ ; ἡ ; σελήνη ἐγένετο ὡς ; αἷμα,
وَنَظَرْتُ لَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ السَّادِسَ، وَإِذَا زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ حَدَثَتْ، وَالشَّمْسُ صَارَتْ سَوْدَاءَ كَمِسْحٍ مِنْ شَعْرٍ، وَالْقَمَرُ صَارَ كَالدَّمِ،
Καὶ ; εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; ἕκτην, καὶ ; ἰδού σεισμὸς μέγας ἐγένετο, καὶ ; ὁ ; ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς ; σάκκος τρίχινος, καὶ ; ἡ ; σελήνη ἐγένετο ὡς ; αἷμα,
وَلَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ السَّابِعَ حَدَثَ سُكُوتٌ فِي السَّمَاءِ نَحْوَ نِصْفِ سَاعَةٍ.
Καὶ ; ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; ἑβδόμην, ἐγένετο σιγὴ ἐν τῷ ; οὐρανῷ ὡς ἡμιώριον.
ثُمَّ أَخَذَ الْمَلاَكُ الْمِبْخَرَةَ وَمَلأَهَا مِنْ نَارِ الْمَذْبَحِ وَأَلْقَاهَا إِلَى الأَرْضِ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ وَزَلْزَلَةٌ.
καὶ εἴληφεν ὁ ; ἄγγελος τὸν ; λιβανωτὸν καὶ ; ἐγέμισεν ; αὐτὸν ἐκ τοῦ ; πυρὸς τοῦ ; θυσιαστηρίου καὶ ; ἔβαλεν εἰς τὴν ; γῆν. καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ βρονταὶ καὶ ; ἀστραπαὶ καὶ ; σεισμός.
فَبَوَّقَ الْمَلاَكُ الأَوَّلُ، فَحَدَثَ بَرَدٌ وَنَارٌ مَخْلُوطَانِ بِدَمٍ، وَأُلْقِيَا إِلَى الأَرْضِ، فَاحْتَرَقَ ثُلْثُ الأَشْجَارِ، وَاحْتَرَقَ كُلُّ عُشْبٍ أَخْضَرَ.
Καὶ ; ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος πρῶτος καὶ ; ἐγένετο χάλαζα καὶ ; πῦρ μεμιγμένα ; ἐν αἵματι, καὶ ; ἐβλήθη εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; κατεκάη, τὸ ; τρίτον τῶν ; δένδρων καὶ ; κατεκάη.¶ πᾶς χόρτος χλωρὸς
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ الثَّانِي، فَكَأَنَّ جَبَلاً عَظِيمًا مُتَّقِدًا بِالنَّارِ أُلْقِيَ إِلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ ثُلْثُ الْبَحْرِ دَمًا.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος δεύτερος καὶ ὡς ; ὄρος μέγα καιόμενον πυρὶ ἐβλήθη εἰς τὴν ; θάλασσαν· καὶ ; ἐγένετο τὸ ; τρίτον τῆς ; θαλάσσης αἷμα.
وَاسْمُ الْكَوْكَبِ يُدْعَى الأَفْسَنْتِينُ. فَصَارَ ثُلْثُ الْمِيَاهِ أَفْسَنْتِينًا، وَمَاتَ كَثِيرُونَ مِنَ النَّاسِ مِنَ الْمِيَاهِ لأَنَّهَا صَارَتْ مُرَّةً.
καὶ ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; ἀστέρος λέγεται Ἄψινθος· καὶ ; γίνεται τὸ ; τρίτον τῶν ; ὑδάτων εἰς ; ἄψινθον, καὶ ; ἀπέθανον πολλοὶ τῶν ; ἀνθρώπων ἐκ τῶν ; ὑδάτων ὅτι ἐπικράνθησαν.¶
وَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ حَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، فَسَقَطَ عُشْرُ الْمَدِينَةِ، وَقُتِلَ بِالزَّلْزَلَةِ أَسْمَاءٌ مِنَ النَّاسِ: سَبْعَةُ آلاَفٍ. وَصَارَ الْبَاقُونَ فِي رَعْبَةٍ، وَأَعْطَوْا مَجْدًا لإِلهِ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ἐγένετο σεισμὸς μέγας, καὶ ; ἔπεσεν, δέκατον τῆς ; πόλεως καὶ ; ἀπεκτάνθησαν ἐν ; τῷ ; σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων ἑπτά. χιλιάδες καὶ ; ἐγένοντο οἱ ; λοιποὶ ἔμφοβοι καὶ ; ἔδωκαν δόξαν τῷ ; θεῷ τοῦ ; οὐρανοῦ.
وَفِي تِلْكَ السَّاعَةِ حَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، فَسَقَطَ عُشْرُ الْمَدِينَةِ، وَقُتِلَ بِالزَّلْزَلَةِ أَسْمَاءٌ مِنَ النَّاسِ: سَبْعَةُ آلاَفٍ. وَصَارَ الْبَاقُونَ فِي رَعْبَةٍ، وَأَعْطَوْا مَجْدًا لإِلهِ السَّمَاءِ.
καὶ ; ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ἐγένετο σεισμὸς μέγας, καὶ ; ἔπεσεν, δέκατον τῆς ; πόλεως καὶ ; ἀπεκτάνθησαν ἐν ; τῷ ; σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων ἑπτά. χιλιάδες καὶ ; ἐγένοντο οἱ ; λοιποὶ ἔμφοβοι καὶ ; ἔδωκαν δόξαν τῷ ; θεῷ τοῦ ; οὐρανοῦ.
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّابِعُ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ عَظِيمَةٌ فِي السَّمَاءِ قَائِلَةً: قَدْ صَارَتْ مَمَالِكُ الْعَالَمِ لِرَبِّنَا وَمَسِيحِهِ، فَسَيَمْلِكُ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕβδομος καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ μεγάλαι ἐν τῷ ; οὐρανῷ λέγουσαι ἐγένοντο αἱ; βασιλεῖαι τοῦ ; κόσμου τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν καὶ ; τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, καὶ ; βασιλεύσει εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων.¶
ثُمَّ بَوَّقَ الْمَلاَكُ السَّابِعُ، فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ عَظِيمَةٌ فِي السَّمَاءِ قَائِلَةً: قَدْ صَارَتْ مَمَالِكُ الْعَالَمِ لِرَبِّنَا وَمَسِيحِهِ، فَسَيَمْلِكُ إِلَى أَبَدِ الآبِدِينَ.
Καὶ ἐσάλπισεν, ὁ ; ἄγγελος ἕβδομος καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ μεγάλαι ἐν τῷ ; οὐρανῷ λέγουσαι ἐγένοντο αἱ; βασιλεῖαι τοῦ ; κόσμου τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν καὶ ; τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, καὶ ; βασιλεύσει εἰς τοὺς ; αἰῶνας τῶν ; αἰώνων.¶
وَانْفَتَحَ هَيْكَلُ اللهِ فِي السَّمَاءِ، وَظَهَرَ تَابُوتُ عَهْدِهِ فِي هَيْكَلِهِ، وَحَدَثَتْ بُرُوقٌ وَأَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَزَلْزَلَةٌ وَبَرَدٌ عَظِيمٌ.
Καὶ ; ἠνοίγη ὁ ; ναὸς τοῦ ; θεοῦ ἐν τῷ ; οὐρανῷ, καὶ ; ὤφθη ἡ ; κιβωτὸς τῆς ; διαθήκης ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; ναῷ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐγένοντο ἀστραπαὶ καὶ ; φωναὶ καὶ ; βρονταὶ καὶ ; σεισμὸς καὶ ; χάλαζα μεγάλη.¶
وَحَدَثَتْ حَرْبٌ فِي السَّمَاءِ: مِيخَائِيلُ وَمَلاَئِكَتُهُ حَارَبُوا التِّنِّينَ، وَحَارَبَ التِّنِّينُ وَمَلاَئِكَتُهُ
Καὶ ; ἐγένετο πόλεμος ἐν τῷ ; οὐρανῷ· ὁ ; Μιχαὴλ καὶ ; οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτοῦ ἐπολέμησαν μετὰ ; τοῦ ; δράκοντος. ἐπολέμησεν καὶ ; ὁ ; δράκων καὶ ; οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτοῦ
وَسَمِعْتُ صَوْتًا عَظِيمًا قَائِلاً فِي السَّمَاءِ: الآنَ صَارَ خَلاَصُ إِلهِنَا وَقُدْرَتُهُ وَمُلْكُهُ وَسُلْطَانُ مَسِيحِهِ، لأَنَّهُ قَدْ طُرِحَ الْمُشْتَكِي عَلَى إِخْوَتِنَا، الَّذِي كَانَ يَشْتَكِي عَلَيْهِمْ أَمَامَ إِلهِنَا نَهَارًا وَلَيْلاً.
καὶ ; ἤκουσα φωνὴν μεγάλην λέγουσαν· ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄρτι ἐγένετο ἡ ; σωτηρία τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν, καὶ ; ἡ ; δύναμις καὶ ; ἡ ; βασιλεία καὶ ; ἡ ; ἐξουσία τοῦ ; χριστοῦ ; αὐτοῦ, ὅτι κατἐβλήθη ὁ ; κατήγορος τῶν ἀδελφῶν ; ἡμῶν ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν ἡμέρας καὶ ; νυκτός.
فَمَضَى الأَوَّلُ وَسَكَبَ جَامَهُ عَلَى الأَرْضِ، فَحَدَثَتْ دَمَامِلُ خَبِيثَةٌ وَرَدِيَّةٌ عَلَى النَّاسِ الَّذِينَ بِهِمْ سِمَةُ الْوَحْشِ وَالَّذِينَ يَسْجُدُونَ لِصُورَتِهِ.
Καὶ ; ἀπῆλθεν ὁ ; πρῶτος καὶ ; ἐξέχεεν τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; γῆν, καὶ ; ἐγένετο ἕλκος κακὸν καὶ ; πονηρὸν ἐπὶ τοὺς ; ἀνθρώπους τοὺς ἔχοντας τὸ ; χάραγμα τοῦ ; θηρίου καὶ ; τοὺς προσκυνοῦντας τῇ ; εἰκόνι ; αὐτοῦ.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّانِي جَامَهُ عَلَى الْبَحْرِ، فَصَارَ دَمًا كَدَمِ مَيِّتٍ. وَكُلُّ نَفْسٍ حَيَّةٍ مَاتَتْ فِي الْبَحْرِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος δεύτερος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; θάλασσαν, καὶ ; ἐγένετο αἷμα ὡς ; νεκροῦ, καὶ ; πᾶσα ψυχὴ ζῶσα ἀπέθανεν ἐν ; τῇ ; θαλάσσῃ.¶
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الثَّالِثُ جَامَهُ عَلَى الأَنْهَارِ وَعَلَى يَنَابِيعِ الْمِيَاهِ، فَصَارَتْ دَمًا.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος τρίτος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; ποταμοὺς καὶ ; εἰς τὰς ; πηγὰς τῶν ; ὑδάτων, καὶ ; ἐγένετο αἷμα.
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ الخَامِسُ جَامَهُ عَلَى عَرْشِ الْوَحْشِ، فَصَارَتْ مَمْلَكَتُهُ مُظْلِمَةً. وَكَانُوا يَعَضُّونَ عَلَى أَلْسِنَتِهِمْ مِنَ الْوَجَعِ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος πέμπτος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ; θρόνον τοῦ ; θηρίου, καὶ ; ἐγένετο ἡ ; βασιλεία ; αὐτοῦ ἐσκοτωμένη, καὶ ; ἐμασῶντο τὰς ; γλώσσας ; αὐτῶν ἐκ τοῦ ; πόνου
ثُمَّ سَكَبَ الْمَلاَكُ السَّابعُ جَامَهُ عَلَى الْهَوَاءِ، فَخَرَجَ صَوْتٌ عَظِيمٌ مِنْ هَيْكَلِ السَّمَاءِ مِنَ الْعَرْشِ قَائِلاً: قَدْ تَمَّ.
Καὶ ἐξέχεεν ὁ ; ἄγγελος ἕβδομος τὴν ; φιάλην ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; ἀέρα, καὶ ; ἐξῆλθεν φωνὴ μεγάλη ἀπὸ τοῦ ; ναοῦ τοῦ ; οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ ; θρόνου λέγουσα· γέγονεν.
فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ. وَحَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، لَمْ يَحْدُثْ مِثْلُهَا مُنْذُ صَارَ النَّاسُ عَلَى الأَرْضِ، زَلْزَلَةٌ بِمِقْدَارِهَا عَظِيمَةٌ هكَذَا.
καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ καὶ ; βρονταί, ἀστραπαὶ καὶ ; ἐγένετο σεισμὸς μέγας οὐκ ἐγένετο οἷος ἀφ᾽ ; οὗ ἐγένοντο οἱ ; ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς ; γῆς, σεισμὸς τηλικοῦτος μέγας. οὕτω
فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ. وَحَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، لَمْ يَحْدُثْ مِثْلُهَا مُنْذُ صَارَ النَّاسُ عَلَى الأَرْضِ، زَلْزَلَةٌ بِمِقْدَارِهَا عَظِيمَةٌ هكَذَا.
καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ καὶ ; βρονταί, ἀστραπαὶ καὶ ; ἐγένετο σεισμὸς μέγας οὐκ ἐγένετο οἷος ἀφ᾽ ; οὗ ἐγένοντο οἱ ; ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς ; γῆς, σεισμὸς τηλικοῦτος μέγας. οὕτω
فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ. وَحَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، لَمْ يَحْدُثْ مِثْلُهَا مُنْذُ صَارَ النَّاسُ عَلَى الأَرْضِ، زَلْزَلَةٌ بِمِقْدَارِهَا عَظِيمَةٌ هكَذَا.
καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ καὶ ; βρονταί, ἀστραπαὶ καὶ ; ἐγένετο σεισμὸς μέγας οὐκ ἐγένετο οἷος ἀφ᾽ ; οὗ ἐγένοντο οἱ ; ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς ; γῆς, σεισμὸς τηλικοῦτος μέγας. οὕτω
فَحَدَثَتْ أَصْوَاتٌ وَرُعُودٌ وَبُرُوقٌ. وَحَدَثَتْ زَلْزَلَةٌ عَظِيمَةٌ، لَمْ يَحْدُثْ مِثْلُهَا مُنْذُ صَارَ النَّاسُ عَلَى الأَرْضِ، زَلْزَلَةٌ بِمِقْدَارِهَا عَظِيمَةٌ هكَذَا.
καὶ ; ἐγένοντο φωναὶ καὶ ; βρονταί, ἀστραπαὶ καὶ ; ἐγένετο σεισμὸς μέγας οὐκ ἐγένετο οἷος ἀφ᾽ ; οὗ ἐγένοντο οἱ ; ἄνθρωποι ἐπὶ τῆς ; γῆς, σεισμὸς τηλικοῦτος μέγας. οὕτω
وَصَارَتِ الْمَدِينَةُ الْعَظِيمَةُ ثَلاَثَةَ أَقْسَامٍ، وَمُدُنُ الأُمَمِ سَقَطَتْ، وَبَابِلُ الْعَظِيمَةُ ذُكِرَتْ أَمَامَ اللهِ لِيُعْطِيَهَا كَأْسَ خَمْرِ سَخَطِ غَضَبِهِ.
καὶ ; ἐγένετο ἡ ; πόλις ἡ ; μεγάλη εἰς ; τρία μέρη, καὶ ; αἱ ; πόλεις τῶν ; ἐθνῶν ἔπεσαν. καὶ ; Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη ἐμνήσθη ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ δοῦναι ; αὐτῇ τὸ ; ποτήριον τοῦ ; οἴνου τοῦ ; θυμοῦ τῆς ; ὀργῆς ; αὐτοῦ.
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,