المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 19: 13
Mat.19.13
حِينَئِذٍ قُدِّمَ إِلَيْهِ أَوْلاَدٌ لِكَيْ يَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَيُصَلِّيَ، فَانْتَهَرَهُمُ التَّلاَمِيذُ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία ἵνα ἐπιθῇ τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς καὶ ; προσεύξηται· δὲ ; ἐπετίμησαν ; αὐτοῖς. οἱ ; μαθηταὶ
متى 19: 13
Mat.19.13
حِينَئِذٍ قُدِّمَ إِلَيْهِ أَوْلاَدٌ لِكَيْ يَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَيُصَلِّيَ، فَانْتَهَرَهُمُ التَّلاَمِيذُ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία ἵνα ἐπιθῇ τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς καὶ ; προσεύξηται· δὲ ; ἐπετίμησαν ; αὐτοῖς. οἱ ; μαθηταὶ
متى 19: 13
Mat.19.13
حِينَئِذٍ قُدِّمَ إِلَيْهِ أَوْلاَدٌ لِكَيْ يَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَيُصَلِّيَ، فَانْتَهَرَهُمُ التَّلاَمِيذُ.
Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία ἵνα ἐπιθῇ τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς καὶ ; προσεύξηται· δὲ ; ἐπετίμησαν ; αὐτοῖς. οἱ ; μαθηταὶ
متى 19: 14
Mat.19.14
أَمَّا يَسُوعُ فَقَالَ: دَعُوا الأَوْلاَدَ يَأْتُونَ إِلَيَّ وَلاَ تَمْنَعُوهُمْ لأَنَّ لِمِثْلِ هؤُلاَءِ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τὰ ; παιδία ἐλθεῖν πρός ; με· καὶ ; μὴ κωλύετε ; αὐτὰ γὰρ τοιούτων ἐστὶν ; ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν.
متى 19: 15
Mat.19.15
فَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ، وَمَضَى مِنْ هُنَاكَ.
καὶ ; ἐπιθεὶς τὰς ; χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν.¶
متى 19: 16
Mat.19.16
وَإِذَا وَاحِدٌ تَقَدَّمَ وَقَالَ لَهُ: أَيُّهَا الْمُعَلِّمُ الصَّالِحُ، أَيَّ صَلاَحٍ أَعْمَلُ لِتَكُونَ لِيَ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
Καὶ ; ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν· αὐτῷ διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ; ἔχω ζωὴν αἰώνιον;
متى 19: 17
Mat.19.17
فَقَالَ لَهُ: لِمَاذَا تَدْعُوني صَالِحًا. لَيْسَ أَحَدٌ صَالِحًا إِلاَّ وَاحِدٌ وَهُوَ اللهُ. وَلكِنْ إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ فَاحْفَظِ الْوَصَايَا.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· τί με ; λέγεις ἀγαθόν Οὐδεὶς ἀγαθός εἰ ; μὴ εἷς ὁ ; θεός. δὲ εἰ θέλεις εἰσελθεῖν, εἰς ; τὴν ; ζωὴν τήρησον ἐντολάς.¶ ; τὰς
متى 19: 18
Mat.19.18
قَالَ لَهُ: أَيَّةَ الْوَصَايَا. فَقَالَ يَسُوعُ: لاَ تَقْتُلْ. لاَ تَزْنِ. لاَ تَسْرِقْ. لاَ تَشْهَدْ بِالزُّورِ.
Λέγει αὐτῷ· ποίας; δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Ἰησοῦς οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις,
متى 19: 20
Mat.19.20
قَالَ لَهُ الشَّابُّ: هذِهِ كُلُّهَا حَفِظْتُهَا مُنْذُ حَدَاثَتِي. فَمَاذَا يُعْوِزُني بَعْدُ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; νεανίσκος· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός ; μου, τί ὑστερῶ;¶ ἔτι
متى 19: 21
Mat.19.21
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: إِنْ أَرَدْتَ أَنْ تَكُونَ كَامِلاً فَاذْهَبْ وَبعْ أَمْلاَكَكَ وَأَعْطِ الْفُقَرَاءَ، فَيَكُونَ لَكَ كَنْزٌ فِي السَّمَاءِ، وَتَعَالَ اتْبَعْنِي.
Ἔφη αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· εἰ θέλεις εἶναι, τέλειος ὕπαγε πώλησόν σου ; τὰ ; ὑπάρχοντα καὶ ; δὸς πτωχοῖς· καὶ ; ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ καὶ ; δεῦρο ἀκολούθει ; μοι.¶
متى 19: 23
Mat.19.23
فَقَالَ يَسُوعُ لِتَلاَمِيذِهِ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَعْسُرُ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ.
δὲ ; εἶπεν Ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως εἰσελεύσεται πλούσιος εἰς τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν.¶
متى 19: 25
Mat.19.25
فَلَمَّا سَمِعَ تَلاَمِيذُهُ بُهِتُوا جِدًّا قَائِلِينَ: إِذًا مَنْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يَخْلُصَ.
δὲ Ἀκούσαντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· ἄρα τίς δύναται σωθῆναι;
متى 19: 26
Mat.19.26
فَنَظَرَ إِلَيْهِمْ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: هذَا عِنْدَ النَّاسِ غَيْرُ مُسْتَطَاعٍ، وَلكِنْ عِنْدَ اللهِ كُلُّ شَيْءٍ مُسْتَطَاعٌ.
ἐμβλέψας ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατόν ; ἐστιν, δὲ παρὰ θεῷ πάντα ἐστίν.¶ ; δυνατά
متى 19: 27
Mat.19.27
فَأَجَابَ بُطْرُسُ حِينَئِذٍ وَقَالَ لَهُ: هَا نَحْنُ قَدْ تَرَكْنَا كُلَّ شَيْءٍ وَتَبِعْنَاكَ. فَمَاذَا يَكُونُ لَنَا.
ἀποκριθεὶς ὁ ; Πέτρος Τότε εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ; ἠκολουθήσαμέν ; σοι· τί ; ἄρα ἔσται ἡμῖν;¶
متى 19: 28
Mat.19.28
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ تَبِعْتُمُونِي، فِي التَّجْدِيدِ، مَتَى جَلَسَ ابْنُ الإِنْسَانِ عَلَى كُرْسِيِّ مَجْدِهِ، تَجْلِسُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا عَلَى اثْنَيْ عَشَرَ كُرْسِيًّا تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ἰησοῦς ; Ὁ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές ; μοι ἐν τῇ ; παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης ; αὐτοῦ, καθίσεσθε ὑμεῖς καὶ ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
متى 19: 28
Mat.19.28
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ تَبِعْتُمُونِي، فِي التَّجْدِيدِ، مَتَى جَلَسَ ابْنُ الإِنْسَانِ عَلَى كُرْسِيِّ مَجْدِهِ، تَجْلِسُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا عَلَى اثْنَيْ عَشَرَ كُرْسِيًّا تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ἰησοῦς ; Ὁ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές ; μοι ἐν τῇ ; παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης ; αὐτοῦ, καθίσεσθε ὑμεῖς καὶ ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
متى 20: 1
Mat.20.1
فَإِنَّ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ يُشْبِهُ رَجُلاً رَبَّ بَيْتٍ خَرَجَ مَعَ الصُّبْحِ لِيَسْتَأْجِرَ فَعَلَةً لِكَرْمِهِ،
γάρ ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν Ὁμοία ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ ὅστις ; ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς ; τὸν ; ἀμπελῶνα ; αὐτοῦ.
متى 20: 2
Mat.20.2
فَاتَّفَقَ مَعَ الْفَعَلَةِ عَلَى دِينَارٍ فِي الْيَوْمِ، وَأَرْسَلَهُمْ إِلَى كَرْمِهِ.
Καὶ ; συμφωνήσας ; δὲ μετὰ τῶν ; ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα ; αὐτοῦ.
متى 20: 2
Mat.20.2
فَاتَّفَقَ مَعَ الْفَعَلَةِ عَلَى دِينَارٍ فِي الْيَوْمِ، وَأَرْسَلَهُمْ إِلَى كَرْمِهِ.
Καὶ ; συμφωνήσας ; δὲ μετὰ τῶν ; ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα ; αὐτοῦ.
متى 20: 6
Mat.20.6
ثُمَّ نَحْوَ السَّاعَةِ الْحَادِيَةَ عَشْرَةَ خَرَجَ وَوَجَدَ آخَرِينَ قِيَامًا بَطَّالِينَ، فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا وَقَفْتُمْ ههُنَا كُلَّ النَّهَارِ بَطَّالِينَ.
δὲ περὶ τὴν ; ὥραν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς λέγει αὐτοῖς· τί ἑστήκατε ὧδε ὅλην τὴν ; ἡμέραν ἀργοί;
متى 20: 7
Mat.20.7
قَالُوا لَهُ: لأَنَّهُ لَمْ يَسْتَأْجِرْنَا أَحَدٌ. قَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا أَنْتُمْ أَيْضًا إِلَى الْكَرْمِ فَتَأْخُذُوا مَا يَحِقُّ لَكُمْ.
λέγουσιν αὐτῷ ὅτι οὐδεὶς ; ἡμᾶς ; ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε ὑμεῖς καὶ εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα καὶ ; λήψεσθε.¶ ὃ ; ἐὰν ᾖ ; δίκαιον
متى 20: 7
Mat.20.7
قَالُوا لَهُ: لأَنَّهُ لَمْ يَسْتَأْجِرْنَا أَحَدٌ. قَالَ لَهُمُ: اذْهَبُوا أَنْتُمْ أَيْضًا إِلَى الْكَرْمِ فَتَأْخُذُوا مَا يَحِقُّ لَكُمْ.
λέγουσιν αὐτῷ ὅτι οὐδεὶς ; ἡμᾶς ; ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε ὑμεῖς καὶ εἰς τὸν ; ἀμπελῶνα καὶ ; λήψεσθε.¶ ὃ ; ἐὰν ᾖ ; δίκαιον
متى 20: 8
Mat.20.8
فَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ قَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ لِوَكِيلِهِ: ادْعُ الْفَعَلَةَ وَأَعْطِهِمُ الأُجْرَةَ مُبْتَدِئًا مِنَ الآخِرِينَ إِلَى الأَوَّلِينَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας λέγει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος τῷ ; ἐπιτρόπῳ ; αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ; ἐργάτας καὶ ; ἀπόδος ; αὐτοῖς τὸν ; μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ; ἐσχάτων ἕως πρώτων.
متى 20: 8
Mat.20.8
فَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ قَالَ صَاحِبُ الْكَرْمِ لِوَكِيلِهِ: ادْعُ الْفَعَلَةَ وَأَعْطِهِمُ الأُجْرَةَ مُبْتَدِئًا مِنَ الآخِرِينَ إِلَى الأَوَّلِينَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας λέγει ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος τῷ ; ἐπιτρόπῳ ; αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ; ἐργάτας καὶ ; ἀπόδος ; αὐτοῖς τὸν ; μισθὸν ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ; ἐσχάτων ἕως πρώτων.
متى 20: 10
Mat.20.10
فَلَمَّا جَاءَ الأَوَّلُونَ ظَنُّوا أَنَّهُمْ يَأْخُذُونَ أَكْثَرَ. فَأَخَذُوا هُمْ دِينَارًا دِينَارًا.
δὲ ἐλθόντες οἱ ; πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι λήμψονται· πλεῖονα καὶ ; ἔλαβον αὐτοί. ἀνὰ ; δηνάριον
متى 20: 13
Mat.20.13
فَأجَابَ وَقَالَ لِوَاحِدٍ مِنْهُمْ: يَا صَاحِبُ، مَا ظَلَمْتُكَ. أَمَا اتَّفَقْتَ مَعِي عَلَى دِينَارٍ.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἑνὶ αὐτῶν ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ ; σε· οὐχὶ συνεφώνησάς μοι; δηναρίου
متى 20: 17
Mat.20.17
وَفِيمَا كَانَ يَسُوعُ صَاعِدًا إِلَى أُورُشَلِيمَ أَخَذَ الاثْنَيْ عَشَرَ تِلْمِيذًا عَلَى انْفِرَادٍ فِي الطَّرِيقِ وَقَالَ لَهُمْ:
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβεν τοὺς ; δώδεκα μαθητὰς κατ᾽ ; ἰδίαν καὶ ; ἐν τῇ ; ὁδῷ εἶπεν αὐτοῖς·
متى 20: 18
Mat.20.18
هَا نَحْنُ صَاعِدُونَ إِلَى أُورُشَلِيمَ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، فَيَحْكُمُونَ عَلَيْهِ بِالْمَوْتِ،
ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ; ἀρχιερεῦσιν καὶ ; γραμματεῦσιν, καὶ ; κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ
متى 20: 19
Mat.20.19
وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى الأُمَمِ لِكَيْ يَهْزَأُوا بِهِ وَيَجْلِدُوهُ وَيَصْلِبُوهُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
καὶ ; παραδώσουσιν ; αὐτὸν τοῖς ; ἔθνεσιν εἰς τὸ ; ἐμπαῖξαι μαστιγῶσαι ; καὶ καὶ ; σταυρῶσαι· καὶ ; τῇ ; ἡμέρᾳ τρίτῃ ἀναστήσεται
متى 20: 20
Mat.20.20
حِينَئِذٍ تَقَدَّمَتْ إِلَيْهِ أُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي مَعَ ابْنَيْهَا، وَسَجَدَتْ وَطَلَبَتْ مِنْهُ شَيْئًا.
Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν ; υἱῶν ; αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ ; αἰτοῦσά παρ᾽; αὐτοῦ.¶ τι