ك
إصحاح
G719
G720. arnéomai
G721
المعنى المختصر للكلمة
arnéomai: to contradict, i.e. disavow, reject, abnegate
اللفظ الأصلي ἀρνέομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق arnéomai (ar-neh-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 24 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to contradict, i.e. disavow, reject, abnegate

الإنجليزية — KJV Translation Tags
deny refuse

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀρνούμενος (3×) ἠρνήσω (2×) ἠρνήσατο (2×) ἀρνήσασθαι (2×) ὁ ; δὲ ; ἠρνήσατο (1×) ἤρνηται (1×) ἠρνήσασθε (1×) ἠρνήσαντο (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (24 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 26: 70 Mat.26.70
فَأَنْكَرَ قُدَّامَ الْجَمِيعِ قَائِلاً: لَسْتُ أَدْرِي مَا تَقُولِينَ.
ὁ ; δὲ ; ἠρνήσατο ἔμπροσθεν αὐτῶν ; πάντων λέγων· οὐκ οἶδα τί λέγεις.
متى 26: 72 Mat.26.72
فَأَنْكَرَ أَيْضًا بِقَسَمٍ: إِنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ الرَّجُلَ.
καὶ ; ἠρνήσατο πάλιν μετὰ ; ὅρκου ὅτι ; οὐκ οἶδα τὸν ; ἄνθρωπον.
فَأَنْكَرَ قَائِلاً: لَسْتُ أَدْرِي وَلاَ أَفْهَمُ مَا تَقُولِينَ. وَخَرَجَ خَارِجًا إِلَى الدِّهْلِيزِ، فَصَاحَ الدِّيكُ.
δὲ ; ἠρνήσατο λέγων· Οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ ; λέγεις. καὶ ; ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ ; προαύλιον, καὶ ; ἐφώνησεν. ἀλέκτωρ
فَأَنْكَرَ أَيْضًا. وَبَعْدَ قَلِيل أَيْضًا قَالَ الْحَاضِرُونَ لِبُطْرُسَ: حَقًّا أَنْتَ مِنْهُمْ، لأَنَّكَ جَلِيلِيٌّ أَيْضًا وَلُغَتُكَ تُشْبِهُ لُغَتَهُمْ..
δὲ ; ἠρνεῖτο. πάλιν καὶ ; μετὰ μικρὸν πάλιν ἔλεγον παρεστῶτες ; οἱ τῷ ; Πέτρῳ· ἀληθῶς εἶ· ἐξ ; αὐτῶν γὰρ ; εἶ Γαλιλαῖος καὶ καὶ ; ἡ ; λαλιά ; σου ὁμοιάζει.
فَقَالَ يَسُوعُ: مَنِ الَّذِي لَمَسَنِي. وَإِذْ كَانَ الْجَمِيعُ يُنْكِرُونَ، قَالَ بُطْرُسُ وَالَّذِينَ مَعَهُ: يَا مُعَلِّمُ، الْجُمُوعُ يُضَيِّقُونَ عَلَيْكَ وَيَزْحَمُونَكَ، وَتَقُولُ: مَنِ الَّذِي لَمَسَنِي.
καὶ ; εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός ; μου; δὲ πάντων ἀρνουμένων εἶπεν ὁ ; Πέτρος καὶ ; οἱ μετ᾽ ; αὐτοῦ· ἐπιστάτα, οἱ ; ὄχλοι συνέχουσίν σε καὶ ; ἀποθλίβουσιν καὶ ; λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός ; μου.
فَاعْتَرَفَ وَلَمْ يُنْكِرْ، وَأَقَرَّ: إِنِّي لَسْتُ أَنَا الْمَسِيحَ.
καὶ ; ὡμολόγησεν καὶ ; οὐκ ἠρνήσατο καὶ ; ὡμολόγησεν ὅτι ; ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ὁ ; χριστός.¶
فَأَنْكَرَ بُطْرُسُ أَيْضًا. وَلِلْوَقْتِ صَاحَ الدِّيكُ.
οὖν ; ἠρνήσατο ὁ ; Πέτρος, πάλιν καὶ ; εὐθέως ἐφώνησεν.¶ ἀλέκτωρ
وَلكِنْ أَنْتُمْ أَنْكَرْتُمُ الْقُدُّوسَ الْبَارَّ، وَطَلَبْتُمْ أَنْ يُوهَبَ لَكُمْ رَجُلٌ قَاتِلٌ.
δὲ ὑμεῖς ἠρνήσασθε τὸν ; ἅγιον καὶ ; δίκαιον καὶ ; ᾐτήσασθε χαρισθῆναι ὑμῖν, ἄνδρα φονέα
قَائِلِينَ: مَاذَا نَفْعَلُ بِهذَيْنِ الرَّجُلَيْنِ. لأَنَّهُ ظَاهِرٌ لِجَمِيعِ سُكَّانِ أُورُشَلِيمَ أَنَّ آيَةً مَعْلُومَةً قَدْ جَرَتْ بِأَيْدِيهِمَا، وَلاَ نَقْدِرُ أَنْ نُنْكِرَ.
λέγοντες· τί ποιήσομεν τοῖς ; τούτοις; ἀνθρώποις ὅτι φανερόν, πᾶσιν τοῖς ; κατοικοῦσιν Ἰερουσαλὴμ μὲν ; γὰρ σημεῖον γνωστὸν γέγονεν δι᾽ ; αὐτῶν καὶ ; οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι
هذَا مُوسَى الَّذِي أَنْكَرُوهُ قَائِلِينَ: مَنْ أَقَامَكَ رَئِيسًا وَقَاضِيًا. هذَا أَرْسَلَهُ اللهُ رَئِيسًا وَفَادِيًا بِيَدِ الْمَلاَكِ الَّذِي ظَهَرَ لَهُ فِي الْعُلَّيْقَةِ.
Τοῦτον τὸν ; Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε ; κατέστησεν ἄρχοντα καὶ ; δικαστήν; τοῦτον ἀπέστειλεν ὁ ; θεὸς ἄρχοντα καὶ ; λυτρωτὴν ἐν; χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ ; βάτῳ.
وَإِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَعْتَنِي بِخَاصَّتِهِ، وَلاَ سِيَّمَا أَهْلُ بَيْتِهِ، فَقَدْ أَنْكَرَ الإِيمَانَ، وَهُوَ شَرٌّ مِنْ غَيْرِ الْمُؤْمِنِ.
Εἰ ; δέ τις οὐ προνοεῖται τῶν ; ἰδίων καὶ ; μάλιστα τῶν ; οἰκείων ἤρνηται τὴν ; πίστιν καὶ ; ἔστιν χείρων. ἀπίστου
إِنْ كُنَّا نَصْبِرُ فَسَنَمْلِكُ أَيْضًا مَعَهُ. إِنْ كُنَّا نُنْكِرُهُ فَهُوَ أَيْضًا سَيُنْكِرُنَا.
εἰ ὑπομένομεν, καὶ ; συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα κἀκεῖνος ἀρνήσεται ; ἡμᾶς·
إِنْ كُنَّا غَيْرَ أُمَنَاءَ فَهُوَ يَبْقَى أَمِينًا، لَنْ يَقْدِرَ أَنْ يُنْكِرَ نَفْسَهُ.
εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος μένει· πιστὸς οὐ δύναται.¶ ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν
لَهُمْ صُورَةُ التَّقْوَى، وَلكِنَّهُمْ مُنْكِرُونَ قُوَّتَهَا. فَأَعْرِضْ عَنْ هؤُلاَءِ.
ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, δὲ ἠρνημένοι. δύναμιν ἀποτρέπου. τούτους
يَعْتَرِفُونَ بِأَنَّهُمْ يَعْرِفُونَ اللهَ، وَلكِنَّهُمْ بِالأَعْمَالِ يُنْكِرُونَهُ، إِذْ هُمْ رَجِسُونَ غَيْرُ طَائِعِينَ، وَمِنْ جِهَةِ كُلِّ عَمَل صَالِحٍ مَرْفُوضُونَ.
ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, θεὸν δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται ὄντες βδελυκτοὶ καὶ ; ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι.¶
مُعَلِّمَةً إِيَّانَا أَنْ نُنْكِرَ الْفُجُورَ وَالشَّهَوَاتِ الْعَالَمِيَّةَ، وَنَعِيشَ بِالتَّعَقُّلِ وَالْبِرِّ وَالتَّقْوَى فِي الْعَالَمِ الْحَاضِرِ،
παιδεύουσα ἡμᾶς ἀρνησάμενοι τὴν ; ἀσέβειαν καὶ ; τὰς ; ἐπιθυμίας κοσμικὰς ζήσωμεν σωφρόνως καὶ ; δικαίως καὶ ; εὐσεβῶς ἐν αἰῶνι τῷ ; νῦν
بِالإِيمَانِ مُوسَى لَمَّا كَبِرَ أَبَى أَنْ يُدْعَى ابْنَ ابْنَةِ فِرْعَوْنَ،
Πίστει Μωϋσῆς γενόμενος μέγας ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,
وَلكِنْ، كَانَ أَيْضًا فِي الشَّعْبِ أَنْبِيَاءُ كَذَبَةٌ، كَمَا سَيَكُونُ فِيكُمْ أَيْضًا مُعَلِّمُونَ كَذَبَةٌ، الَّذِينَ يَدُسُّونَ بِدَعَ هَلاَكٍ. وَإِذْ يُنْكِرُونَ الرَّبَّ الَّذِي اشْتَرَاهُمْ، يَجْلِبُونَ عَلَى أَنْفُسِهِمْ هَلاَكًا سَرِيعًا.
δὲ Ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ ; λαῷ ψευδοπροφῆται ὡς ἔσονται ἐν ; ὑμῖν καὶ ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας καὶ ἀρνούμενοι, τὸν ; δεσπότην ἀγοράσαντα ; αὐτοὺς ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ἀπώλειαν· ταχινὴν
مَنْ هُوَ الْكَذَّابُ، إِلاَّ الَّذِي يُنْكِرُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ. هذَا هُوَ ضِدُّ الْمَسِيحِ، الَّذِي يُنْكِرُ الآبَ وَالابْنَ.
τίς ἐστιν ὁ ; ψεύστης εἰ ; μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς ἔστιν Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ; ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὸν ; υἱόν.
مَنْ هُوَ الْكَذَّابُ، إِلاَّ الَّذِي يُنْكِرُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ. هذَا هُوَ ضِدُّ الْمَسِيحِ، الَّذِي يُنْكِرُ الآبَ وَالابْنَ.
τίς ἐστιν ὁ ; ψεύστης εἰ ; μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι Ἰησοῦς ἔστιν Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ; ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν ; πατέρα καὶ ; τὸν ; υἱόν.
كُلُّ مَنْ يُنْكِرُ الابْنَ لَيْسَ لَهُ الآبُ وَمَنْ يَعْتَرِفُ بِالابْنِ فَلَهُ الآبُ أَيْضًا.
πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν ; υἱὸν οὐδὲ ἔχει· τὸν ; πατέρα ὁ ὁμολογῶν τὸν ; υἱὸν ἔχει.¶ τὸν ; πατέρα καὶ
لأَنَّهُ دَخَلَ خُلْسَةً أُنَاسٌ قَدْ كُتِبُوا مُنْذُ الْقَدِيمِ لِهذِهِ الدَّيْنُونَةِ، فُجَّارٌ، يُحَوِّلُونَ نِعْمَةَ إِلهِنَا إِلَى الدَّعَارَةِ، وَيُنْكِرُونَ السَّيِّدَ الْوَحِيدَ: اللهَ وَرَبَّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحَ.
γάρ παρεισέδυσαν τινες ; ἄνθρωποι, προγεγραμμένοι πάλαι εἰς ; τοῦτο κρίμα, ἀσεβεῖς, μετατιθέντες χάριτα θεοῦ εἰς ἀσέλγειαν ἀρνούμενοι.¶ δεσπότην μόνον θεόν κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ، وَأَيْنَ تَسْكُنُ حَيْثُ كُرْسِيُّ الشَّيْطَانِ، وَأَنْتَ مُتَمَسِّكٌ بِاسْمِي، وَلَمْ تُنْكِرْ إِيمَانِي حَتَّى فِي الأَيَّامِ الَّتِي فِيهَا كَانَ أَنْتِيبَاسُ شَهِيدِي الأَمِينُ الَّذِي قُتِلَ عِنْدَكُمْ حَيْثُ الشَّيْطَانُ يَسْكُنُ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου, καὶ ; ποῦ κατοικεῖς, ὅπου ὁ ; θρόνος τοῦ ; σατανᾶ, καὶ ; κρατεῖς τὸ ; ὄνομά ; μου καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὴν ; πίστιν ; μου καὶ ἐν ταῖς ; ἡμέραις αἷς ἐν Ἀντιπᾶς ὁ ; μάρτυς ; μου ὁ ; πιστός ὃς ἀπεκτάνθη παρ᾽ ; ὑμῖν ὅπου ὁ ; σατανᾶς κατοικεῖ.
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ. هَأنَذَا قَدْ جَعَلْتُ أَمَامَكَ بَابًا مَفْتُوحًا وَلاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يُغْلِقَهُ، لأَنَّ لَكَ قُوَّةً يَسِيرَةً، وَقَدْ حَفِظْتَ كَلِمَتِي وَلَمْ تُنْكِرِ اسْمِي.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα. ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν ; σου θύραν ἠνεῳγμένην καὶ; οὐδεὶς ; δύναται κλεῖσαι ; αὐτήν· ὅτι ἔχεις δύναμιν μικρὰν καὶ ἐτήρησάς μου ; τὸν ; λόγον καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὸ ; ὄνομά ; μου.