ك
إصحاح
G5314
G5315. phágō
G5316
المعنى المختصر للكلمة
phágō: to eat (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي φάγω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phágō (fag-o)
تكرار الورود في الكتاب 94 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to eat (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
eat meat

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

φαγεῖν (18×) ἔφαγον (5×) φαγεῖν. (5×) φάγῃ (4×) φάγωμεν (4×) φάγητε (4×) καὶ ; ἔφαγον (4×) φάγω (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (94 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
وَسَأَلَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ أَنْ يَأْكُلَ مَعَهُ، فَدَخَلَ بَيْتَ الْفَرِّيسِيِّ وَاتَّكَأَ.
Ἠρώτα ; δέ ; αὐτὸν τις τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ ; αὐτοῦ. καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν; οἶκὶαν τοῦ ; Φαρισαίου ἀνεκλίθη
فَرَجَعَتْ رُوحُهَا وَقَامَتْ فِي الْحَالِ. فَأَمَرَ أَنْ تُعْطَى لِتَأْكُلَ.
καὶ ; ἐπέστρεψεν τὸ ; πνεῦμα ; αὐτῆς, καὶ ; ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ ; διέταξεν αὐτῇ ; δοθῆναι φαγεῖν.
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا: لَيْسَ عِنْدَنَا أَكْثَرُ مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَيْنِ، إِلاَّ أَنْ نَذْهَبَ وَنَبْتَاعَ طَعَامًا لِهذَا الشَّعْبِ كُلِّهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐκ εἰσὶν ; ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ; ἰχθύες ; δύο, εἰ ; μήτι πορευθέντες ; ἡμεῖς ἀγοράσωμεν βρώματα. εἰς ; τοῦτον τὸν ; λαὸν πάντα
فَأَكَلُوا وَشَبِعُوا جَمِيعًا. ثُمَّ رُفِعَ مَا فَضَلَ عَنْهُمْ مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَا عَشْرَةَ قُفَّةً.
καὶ ; ἔφαγον καὶ ; ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων δώδεκα.¶ κόφινοι
وَأَقُولُ لِنَفْسِي: يَا نَفْسُ لَكِ خَيْرَاتٌ كَثِيرَةٌ، مَوْضُوعَةٌ لِسِنِينَ كَثِيرَةٍ. اِسْتَرِيحِي وَكُلِي وَاشْرَبِي وَافْرَحِي.
καὶ ; ἐρῶ τῇ ; ψυχῇ ; μου· ψυχή, ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ κείμενα εἰς ; ἔτη πολλά. ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
وَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: مِنْ أَجْلِ هذَا أَقُولُ لَكُمْ: لاَ تَهْتَمُّوا لِحَيَاتِكُمْ بِمَا تَأْكُلُونَ، وَلاَ لِلْجَسَدِ بِمَا تَلْبَسُونَ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· μὴ μεριμνᾶτε τῇ ; ψυχῇ ; ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ ; σώματι τί ἐνδύσησθε.
فَلاَ تَطْلُبُوا أَنْتُمْ مَا تَأْكُلُونَ وَمَا تَشْرَبُونَ وَلاَ تَقْلَقُوا،
καὶ ; μὴ ζητεῖτε ὑμεῖς τί φάγητε ἢ; τί πίητε, καὶ ; μὴ μετεωρίζεσθε.
حِينَئِذٍ تَبْتَدِئُونَ تَقُولُونَ: أَكَلْنَا قُدَّامَكَ وَشَرِبْنَا، وَعَلَّمْتَ فِي شَوَارِعِنَا.
τότε ἄρξεσθε λέγειν· ἐφάγομεν ἐνώπιόν ; σου καὶ ; ἐπίομεν, καὶ ; ἐδίδαξας· ἐν ταῖς ; πλατείαις ; ἡμῶν
وَإِذْ جَاءَ إِلَى بَيْتِ أَحَدِ رُؤَسَاءِ الْفَرِّيسِيِّينَ فِي السَّبْتِ لِيَأْكُلَ خُبْزًا، كَانُوا يُرَاقِبُونَهُ.
Καὶ ; ἐγένετο ἐν ; τῷ ; ἐλθεῖν ; αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ; ἀρχόντων τῶν ; Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον καὶ ; αὐτοὶ ἦσαν ; παρατηρούμενοι ; αὐτόν.
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ وَاحِدٌ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ قَالَ لَهُ: طُوبَى لِمَنْ يَأْكُلُ خُبْزًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
δέ Ἀκούσας ταῦτα τις τῶν συνανακειμένων εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄρτον ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
وَقَدِّمُوا الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ وَاذْبَحُوهُ فَنَأْكُلَ وَنَفْرَحَ،
καὶ ; ἐνέγκαντες τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, θύσατε, καὶ ; φαγόντες εὐφρανθῶμεν,
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
فَأَرْسَلَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا قَائِلاً: اذْهَبَا وَأَعِدَّا لَنَا الْفِصْحَ لِنَأْكُلَ.
καὶ ; ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ ; πάσχα ἵνα ; φάγωμεν.
وَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: يَقُولُ لَكَ الْمُعَلِّمُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ἐρεῖτε τῷ ; οἰκοδεσπότῃ τῆς ; οἰκίας· λέγει σοι ὁ ; διδάσκαλος· ποῦ ; ἐστιν τὸ ; κατάλυμα ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي لاَ آكُلُ مِنْهُ بَعْدُ حَتَّى يُكْمَلَ فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ φάγω ἐξ ; αὐτοῦ οὐκέτι ἕως πληρωθῇ ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.
فَأَخَذَ وَأَكَلَ قُدَّامَهُمْ.
καὶ ; λαβὼν ἔφαγεν.¶ ἐνώπιον ; αὐτῶν
وَفِي أَثْنَاءِ ذلِكَ سَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، كُلْ
Ἐν ; δὲ τῷ ; μεταξὺ ἠρώτων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ λέγοντες· ῥαββί, φάγε.
فَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لِي طَعَامٌ لآكُلَ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ أَنْتُمْ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ ἔχω βρῶσιν φαγεῖν ἣν ; οὐκ οἴδατε. ὑμεῖς
فَقَالَ التَّلاَمِيذُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: أَلَعَلَّ أَحَدًا أَتَاهُ بِشَيْءٍ لِيَأْكُلَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ πρὸς ; ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν ; αὐτῷ φαγεῖν;
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;
غَيْرَ أَنَّهُ جَاءَتْ سُفُنٌ مِنْ طَبَرِيَّةَ إِلَى قُرْبِ الْمَوْضِعِ الَّذِي أَكَلُوا فِيهِ الْخُبْزَ، إِذْ شَكَرَ الرَّبُّ.
ἄλλα ; δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ ; τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ; ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ ; κυρίου.
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: أَنْتُمْ تَطْلُبُونَنِي لَيْسَ لأَنَّكُمْ رَأَيْتُمْ آيَاتٍ، بَلْ لأَنَّكُمْ أَكَلْتُمْ مِنَ الْخُبْزِ فَشَبِعْتُمْ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ζητεῖτέ ; με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ ἄρτων ; τῶν καὶ ; ἐχορτάσθητε.
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
آبَاؤُكُمْ أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ وَمَاتُوا.
οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; ἀπέθανον·
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶