المعنى المختصر للكلمة
phágō:
to
eat (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي
φάγω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
phágō
(fag-o)
تكرار الورود في الكتاب
94
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to eat (literally or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
eat
meat
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
φαγεῖν (18×)
ἔφαγον (5×)
φαγεῖν. (5×)
φάγῃ (4×)
φάγωμεν (4×)
φάγητε (4×)
καὶ ; ἔφαγον (4×)
φάγω (3×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (94 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 6: 4
Luk.6.4
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
لوقا 6: 4
Luk.6.4
كَيْفَ دَخَلَ بَيْتَ اللهِ وَأَخَذَ خُبْزَ التَّقْدِمَةِ وَأَكَلَ، وَأَعْطَى الَّذِينَ مَعَهُ أَيْضًا، الَّذِي لاَ يَحِلُّ أَكْلُهُ إِلاَّ لِلْكَهَنَةِ فَقَطْ
ὡς εἰσῆλθεν εἰς ; τὸν ; οἶκον τοῦ ; θεοῦ, καὶ ; ἔλαβεν τοὺς ; ἄρτους τῆς ; προθέσεως καὶ ; ἔφαγεν καὶ ; ἔδωκεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ οὓς οὐκ ἔξεστιν φαγεῖν εἰ ; μὴ τοὺς ; ἱερεῖς; μόνους
لوقا 7: 36
Luk.7.36
وَسَأَلَهُ وَاحِدٌ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ أَنْ يَأْكُلَ مَعَهُ، فَدَخَلَ بَيْتَ الْفَرِّيسِيِّ وَاتَّكَأَ.
Ἠρώτα ; δέ ; αὐτὸν τις τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾽ ; αὐτοῦ. καὶ ; εἰσελθὼν εἰς ; τὴν; οἶκὶαν τοῦ ; Φαρισαίου ἀνεκλίθη
لوقا 8: 55
Luk.8.55
فَرَجَعَتْ رُوحُهَا وَقَامَتْ فِي الْحَالِ. فَأَمَرَ أَنْ تُعْطَى لِتَأْكُلَ.
καὶ ; ἐπέστρεψεν τὸ ; πνεῦμα ; αὐτῆς, καὶ ; ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ ; διέταξεν αὐτῇ ; δοθῆναι φαγεῖν.
لوقا 9: 13
Luk.9.13
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا: لَيْسَ عِنْدَنَا أَكْثَرُ مِنْ خَمْسَةِ أَرْغِفَةٍ وَسَمَكَتَيْنِ، إِلاَّ أَنْ نَذْهَبَ وَنَبْتَاعَ طَعَامًا لِهذَا الشَّعْبِ كُلِّهِ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οὐκ εἰσὶν ; ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ; ἰχθύες ; δύο, εἰ ; μήτι πορευθέντες ; ἡμεῖς ἀγοράσωμεν βρώματα. εἰς ; τοῦτον τὸν ; λαὸν πάντα
لوقا 9: 17
Luk.9.17
فَأَكَلُوا وَشَبِعُوا جَمِيعًا. ثُمَّ رُفِعَ مَا فَضَلَ عَنْهُمْ مِنَ الْكِسَرِ اثْنَتَا عَشْرَةَ قُفَّةً.
καὶ ; ἔφαγον καὶ ; ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων δώδεκα.¶ κόφινοι
لوقا 12: 19
Luk.12.19
وَأَقُولُ لِنَفْسِي: يَا نَفْسُ لَكِ خَيْرَاتٌ كَثِيرَةٌ، مَوْضُوعَةٌ لِسِنِينَ كَثِيرَةٍ. اِسْتَرِيحِي وَكُلِي وَاشْرَبِي وَافْرَحِي.
καὶ ; ἐρῶ τῇ ; ψυχῇ ; μου· ψυχή, ἔχεις ἀγαθὰ πολλὰ κείμενα εἰς ; ἔτη πολλά. ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.
لوقا 12: 22
Luk.12.22
وَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: مِنْ أَجْلِ هذَا أَقُولُ لَكُمْ: لاَ تَهْتَمُّوا لِحَيَاتِكُمْ بِمَا تَأْكُلُونَ، وَلاَ لِلْجَسَدِ بِمَا تَلْبَسُونَ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ· διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν· μὴ μεριμνᾶτε τῇ ; ψυχῇ ; ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ ; σώματι τί ἐνδύσησθε.
لوقا 12: 29
Luk.12.29
فَلاَ تَطْلُبُوا أَنْتُمْ مَا تَأْكُلُونَ وَمَا تَشْرَبُونَ وَلاَ تَقْلَقُوا،
καὶ ; μὴ ζητεῖτε ὑμεῖς τί φάγητε ἢ; τί πίητε, καὶ ; μὴ μετεωρίζεσθε.
لوقا 13: 26
Luk.13.26
حِينَئِذٍ تَبْتَدِئُونَ تَقُولُونَ: أَكَلْنَا قُدَّامَكَ وَشَرِبْنَا، وَعَلَّمْتَ فِي شَوَارِعِنَا.
τότε ἄρξεσθε λέγειν· ἐφάγομεν ἐνώπιόν ; σου καὶ ; ἐπίομεν, καὶ ; ἐδίδαξας· ἐν ταῖς ; πλατείαις ; ἡμῶν
لوقا 14: 1
Luk.14.1
وَإِذْ جَاءَ إِلَى بَيْتِ أَحَدِ رُؤَسَاءِ الْفَرِّيسِيِّينَ فِي السَّبْتِ لِيَأْكُلَ خُبْزًا، كَانُوا يُرَاقِبُونَهُ.
Καὶ ; ἐγένετο ἐν ; τῷ ; ἐλθεῖν ; αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ; ἀρχόντων τῶν ; Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον καὶ ; αὐτοὶ ἦσαν ; παρατηρούμενοι ; αὐτόν.
لوقا 14: 15
Luk.14.15
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ وَاحِدٌ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ قَالَ لَهُ: طُوبَى لِمَنْ يَأْكُلُ خُبْزًا فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
δέ Ἀκούσας ταῦτα τις τῶν συνανακειμένων εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄρτον ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 15: 23
Luk.15.23
وَقَدِّمُوا الْعِجْلَ الْمُسَمَّنَ وَاذْبَحُوهُ فَنَأْكُلَ وَنَفْرَحَ،
καὶ ; ἐνέγκαντες τὸν ; μόσχον τὸν ; σιτευτόν, θύσατε, καὶ ; φαγόντες εὐφρανθῶμεν,
لوقا 17: 8
Luk.17.8
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
لوقا 17: 8
Luk.17.8
بَلْ أَلاَ يَقُولُ لَهُ: أَعْدِدْ مَا أَتَعَشَّى بِهِ، وَتَمَنْطَقْ وَاخْدِمْنِي حَتَّى آكُلَ وَأَشْرَبَ، وَبَعْدَ ذلِكَ تَأْكُلُ وَتَشْرَبُ أَنْتَ.
ἀλλ᾽ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ ; περιζωσάμενος διακόνει ; μοι ἕως φάγω καὶ ; πίω, καὶ ; μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ ; πίεσαι σύ;
لوقا 22: 8
Luk.22.8
فَأَرْسَلَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا قَائِلاً: اذْهَبَا وَأَعِدَّا لَنَا الْفِصْحَ لِنَأْكُلَ.
καὶ ; ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ ; πάσχα ἵνα ; φάγωμεν.
لوقا 22: 11
Luk.22.11
وَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: يَقُولُ لَكَ الْمُعَلِّمُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ἐρεῖτε τῷ ; οἰκοδεσπότῃ τῆς ; οἰκίας· λέγει σοι ὁ ; διδάσκαλος· ποῦ ; ἐστιν τὸ ; κατάλυμα ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
لوقا 22: 15
Luk.22.15
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
لوقا 22: 16
Luk.22.16
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنِّي لاَ آكُلُ مِنْهُ بَعْدُ حَتَّى يُكْمَلَ فِي مَلَكُوتِ اللهِ.
γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ ; μὴ φάγω ἐξ ; αὐτοῦ οὐκέτι ἕως πληρωθῇ ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ.
يوحنا 4: 31
Jhn.4.31
وَفِي أَثْنَاءِ ذلِكَ سَأَلَهُ تَلاَمِيذُهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، كُلْ
Ἐν ; δὲ τῷ ; μεταξὺ ἠρώτων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ λέγοντες· ῥαββί, φάγε.
يوحنا 4: 32
Jhn.4.32
فَقَالَ لَهُمْ: أَنَا لِي طَعَامٌ لآكُلَ لَسْتُمْ تَعْرِفُونَهُ أَنْتُمْ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ ἔχω βρῶσιν φαγεῖν ἣν ; οὐκ οἴδατε. ὑμεῖς
يوحنا 4: 33
Jhn.4.33
فَقَالَ التَّلاَمِيذُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: أَلَعَلَّ أَحَدًا أَتَاهُ بِشَيْءٍ لِيَأْكُلَ.
ἔλεγον ; οὖν οἱ ; μαθηταὶ πρὸς ; ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν ; αὐτῷ φαγεῖν;
يوحنا 6: 5
Jhn.6.5
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;
يوحنا 6: 23
Jhn.6.23
غَيْرَ أَنَّهُ جَاءَتْ سُفُنٌ مِنْ طَبَرِيَّةَ إِلَى قُرْبِ الْمَوْضِعِ الَّذِي أَكَلُوا فِيهِ الْخُبْزَ، إِذْ شَكَرَ الرَّبُّ.
ἄλλα ; δὲ ἦλθεν πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ ; τόπου ὅπου ἔφαγον τὸν ; ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ ; κυρίου.
يوحنا 6: 26
Jhn.6.26
أَجَابَهُمْ يَسُوعُ وَقَالَ: الْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: أَنْتُمْ تَطْلُبُونَنِي لَيْسَ لأَنَّكُمْ رَأَيْتُمْ آيَاتٍ، بَلْ لأَنَّكُمْ أَكَلْتُمْ مِنَ الْخُبْزِ فَشَبِعْتُمْ.
Ἀπεκρίθη ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ζητεῖτέ ; με οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφάγετε ἐκ ἄρτων ; τῶν καὶ ; ἐχορτάσθητε.
يوحنا 6: 31
Jhn.6.31
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
يوحنا 6: 31
Jhn.6.31
آبَاؤُنَا أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ، كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَنَّهُ أَعْطَاهُمْ خُبْزًا مِنَ السَّمَاءِ لِيَأْكُلُوا.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καθώς ἐστιν γεγραμμένον· ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἄρτον ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ φαγεῖν.¶
يوحنا 6: 49
Jhn.6.49
آبَاؤُكُمْ أَكَلُوا الْمَنَّ فِي الْبَرِّيَّةِ وَمَاتُوا.
οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν ἔφαγον τὸ ; μάννα ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; ἀπέθανον·
يوحنا 6: 50
Jhn.6.50
هذَا هُوَ الْخُبْزُ النَّازِلُ مِنَ السَّمَاءِ، لِكَيْ يَأْكُلَ مِنْهُ الإِنْسَانُ وَلاَ يَمُوتَ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ ; καταβαίνων, ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἵνα φάγῃ ἐξ ; αὐτοῦ τις καὶ ; μὴ ἀποθάνῃ.¶