ك
إصحاح
G4904
G4905. synérchomai
G4906
المعنى المختصر للكلمة
synérchomai: to convene, depart in company with, associate with, or (specially), cohabit (conjugally)
اللفظ الأصلي συνέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق synérchomai (soon-er-khom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 25 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to convene, depart in company with, associate with, or (specially), cohabit (conjugally)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
accompany assemble (with) come (together) come (company, go) with resort

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

συνελθεῖν (3×) συνῆλθεν (2×) συνελθόντων (2×) ὅτι ; συνέρχεσθε.¶ (1×) συνῆλθον (1×) συνῆλθαν (1×) συνέρχονται, (1×) συνέρχησθε. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (25 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَمَّا وِلاَدَةُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَكَانَتْ هكَذَا: لَمَّا كَانَتْ مَرْيَمُ أُمُّهُ مَخْطُوبَةً لِيُوسُفَ، قَبْلَ أَنْ يَجْتَمِعَا، وُجِدَتْ حُبْلَى مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
δὲ ἡ ; γέννησις Τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἦν· οὕτως γὰρ Μαρίας μητρὸς ; αὐτοῦ μνηστευθείσης τῷ ; Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν εὑρέθη ἐν ; γαστρὶ ; ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου.
فَاجْتَمَعَ أَيْضًا جَمْعٌ حَتَّى لَمْ يَقْدِرُوا وَلاَ عَلَى أَكْلِ خُبْزٍ.
καὶ ; συνέρχεται πάλιν ὄχλος ὥστε μὴ δύνασθαι ; αὐτοὺς μήτε φαγεῖν. ἄρτον
فَرَآهُمُ الْجُمُوعُ مُنْطَلِقِينَ، وَعَرَفَهُ كَثِيرُونَ. فَتَرَاكَضُوا إِلَى هُنَاكَ مِنْ جَمِيعِ الْمُدُنِ مُشَاةً، وَسَبَقُوهُمْ وَاجْتَمَعُوا إِلَيْهِ.
καὶ ; εἶδον ; αὐτοὺς οἱ ; ὄχλοι, ὑπάγοντας καὶ ; αὐτὸν ; ἐπέγνωσαν πολλοὶ καὶ ; συνέδραμον ἐκεῖ ἀπὸ πασῶν τῶν ; πόλεων πεζῇ προῆλθον ; αὐτούς συνῆλθον πρὸς ; αὐτόν.
فَمَضَوْا بِيَسُوعَ إِلَى رَئِيسِ الْكَهَنَةِ، فَاجْتَمَعَ مَعَهُ جَمِيعُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْكَتَبَةُ.
Καὶ ; ἀπήγαγον τὸν ; Ἰησοῦν πρὸς τὸν ; ἀρχιερέα καὶ ; συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; πρεσβύτεροι καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς.
فَذَاعَ الْخَبَرُ عَنْهُ أَكْثَرَ. فَاجْتَمَعَ جُمُوعٌ كَثِيرَةٌ لِكَيْ يَسْمَعُوا وَيُشْفَوْا بِهِ مِنْ أَمْرَاضِهِمْ.
Διήρχετο ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτοῦ· μᾶλλον καὶ ; συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ ; θεραπεύεσθαι ὑπ᾽ ; αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ; ἀσθενειῶν ; αὐτῶν·
وَتَبِعَتْهُ نِسَاءٌ كُنَّ قَدْ أَتَيْنَ مَعَهُ مِنَ الْجَلِيلِ، وَنَظَرْنَ الْقَبْرَ وَكَيْفَ وُضِعَ جَسَدُهُ.
κατακολουθήσασαι ; δὲ ; καὶ γυναῖκες αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ, ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐθεάσαντο τὸ ; μνημεῖον καὶ ; ὡς ἐτέθη τὸ ; σῶμα ; αὐτοῦ.
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
أَمَّا هُمُ الْمُجْتَمِعُونَ فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا رَبُّ، هَلْ فِي هذَا الْوَقْتِ تَرُدُّ الْمُلْكَ إِلَى إِسْرَائِيلَ.
μὲν ; οὖν Οἱ συνελθόντες ἐπηρώτων; αὐτὸν λέγοντες· κύριε, εἰ ἐν τούτῳ τῷ ; χρόνῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν ; βασιλείαν τῷ ; Ἰσραήλ;
فَيَنْبَغِي أَنَّ الرِّجَالَ الَّذِينَ اجْتَمَعُوا مَعَنَا كُلَّ الزَّمَانِ الَّذِي فِيهِ دَخَلَ إِلَيْنَا الرَّبُّ يَسُوعُ وَخَرَجَ،
δεῖ οὖν ἀνδρῶν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἐν ; παντὶ χρόνῳ ᾧ ἐν εἰσῆλθεν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς ὁ ; κύριος Ἰησοῦς, ἐξῆλθεν
فَلَمَّا صَارَ هذَا الصَّوْتُ، اجْتَمَعَ الْجُمْهُورُ وَتَحَيَّرُوا، لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ كَانَ يَسْمَعُهُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِلُغَتِهِ.
γενομένης ; δὲ ταύτης τῆς ; φωνῆς συνῆλθεν τὸ ; πλῆθος καὶ ; συνεχύθη, ὅτι ἕκαστος εἷς ἤκουον ; αὐτῶν. λαλούντων τῇ ; ἰδίᾳ ; διαλέκτῳ
فَقَامَ بُطْرُسُ وَجَاءَ مَعَهُمَا. فَلَمَّا وَصَلَ صَعِدُوا بِهِ إِلَى الْعِلِّيَّةِ، فَوَقَفَتْ لَدَيْهِ جَمِيعُ الأَرَامِلِ يَبْكِينَ وَيُرِينَ أَقْمِصَةً وَثِيَابًا مِمَّا كَانَتْ تَعْمَلُ غَزَالَةُ وَهِيَ مَعَهُنَّ.
ἀναστὰς ; δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν ; παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ; ὑπερῷον, καὶ ; παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ ; χῆραι κλαίουσαι καὶ ; ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ; ἱμάτια ὅσα ἐποίει ἡ ; Δορκάς. οὖσα μετ᾽ ; αὐτῶν
ثُمَّ دَخَلَ وَهُوَ يَتَكَلَّمُ مَعَهُ وَوَجَدَ كَثِيرِينَ مُجْتَمِعِينَ.
καὶ εἰσῆλθεν συνομιλῶν αὐτῷ καὶ ; εὑρίσκει πολλούς, συνεληλυθότας
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
وَأَمَّا بُولُسُ فَكَانَ يَسْتَحْسِنُ أَنَّ الَّذِي فَارَقَهُمَا مِنْ بَمْفِيلِيَّةَ وَلَمْ يَذْهَبْ مَعَهُمَا لِلْعَمَلِ، لاَ يَأْخُذَانِهِ مَعَهُمَا.
δὲ Παῦλος ἠξίου τὸν ἀποστάντα ; ἀπ᾽ ; αὐτῶν ἀπὸ Παμφυλίας καὶ ; μὴ συνελθόντα αὐτοῖς εἰς ; τὸ ; ἔργον μὴ συμπαραλαβεῖν; τοῦτον.¶
وَفِي يَوْمِ السَّبْتِ خَرَجْنَا إِلَى خَارِجِ الْمَدِينَةِ عِنْدَ نَهْرٍ، حَيْثُ جَرَتِ الْعَادَةُ أَنْ تَكُونَ صَلاَةٌ، فَجَلَسْنَا وَكُنَّا نُكَلِّمُ النِّسَاءَ اللَّوَاتِي اجْتَمَعْنَ.
τῇ ; τε ἡμέρᾳ τῶν ; σαββάτων ἐξήλθομεν ἔξω τῆς ; πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο εἶναι, προσευχὴ καὶ ; καθίσαντες ἐλαλοῦμεν γυναιξίν.¶ ταῖς συνελθούσαις
وَكَانَ الْبَعْضُ يَصْرُخُونَ بِشَيْءٍ وَالْبَعْضُ بِشَيْءٍ آخَرَ، لأَنَّ الْمَحْفِلَ كَانَ مُضْطَرِبًا، وَأَكْثَرُهُمْ لاَ يَدْرُونَ لأَيِّ شَيْءٍ كَانُوا قَدِ اجْتَمَعُوا.
μὲν ; οὖν ἄλλοι ἔκραζον· τι ἄλλο γὰρ ἡ ; ἐκκλησία ἦν συγκεχυμένη, καὶ ; οἱ ; πλείους οὐκ ᾔδεισαν τίνος ἕνεκα συνεληλύθεισαν.
وَجَاءَ أَيْضًا مَعَنَا مِنْ قَيْصَرِيَّةَ مِنَ التَّلاَمِيذِ ذَاهِبِينَ مَنَاسُونَ، وَهُوَ رَجُلٌ قُبْرُسِيٌّ، تِلْمِيذٌ قَدِيمٌ، لِنَنْزِلَ عِنْدَهُ.
δὲ ; συνῆλθον καὶ σὺν ; ἡμῖν, ἀπὸ Καισαρείας τῶν ; μαθητῶν ἄγοντες Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, μαθητῇ.¶ ἀρχαίῳ ξενισθῶμεν, παρ᾽ ; ᾧ
فَإِذًا مَاذَا يَكُونُ. لاَ بُدَّ عَلَى كُلِّ حَال أَنْ يَجْتَمِعَ الْجُمْهُورُ، لأَنَّهُمْ سَيَسْمَعُونَ أَنَّكَ قَدْ جِئْتَ.
οὖν τί ἐστιν; πάντως δεῖ συνελθεῖν πλῆθος γὰρ ἀκούσονται ὅτι ; ἐλήλυθας.
وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ اسْتَدْعَى بُولُسُ الَّذِينَ كَانُوا وُجُوهَ الْيَهُودِ. فَلَمَّا اجْتَمَعُوا قَالَ لَهُمْ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، مَعَ أَنِّي لَمْ أَفْعَلْ شَيْئًا ضِدَّ الشَّعْبِ أَوْ عَوَائِدِ الآبَاءِ، أُسْلِمْتُ مُقَيَّدًا مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَيْدِي الرُّومَانِيِّينَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας συγκαλέσασθαι τὸν ; Παῦλον τοὺς ὄντας πρώτους· τῶν ; Ἰουδαίων δὲ συνελθόντων ἔλεγεν πρὸς ; αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγώ, οὐδὲν ; ποιήσας ἐναντίον τῷ ; λαῷ ἢ τοῖς ; ἔθεσιν τοῖς ; πατρῴοις, παρεδόθην δέσμιος ἐξ Ἱεροσολύμων εἰς τὰς ; χεῖρας τῶν ; Ῥωμαίων,
وَلكِنَّنِي إِذْ أُوصِي بِهذَا، لَسْتُ أَمْدَحُ كَوْنَكُمْ تَجْتَمِعُونَ لَيْسَ لِلأَفْضَلِ، بَلْ لِلأَرْدَإِ.
δὲ παραγγέλλων Τοῦτο οὐκ ἐπαινῶ ὅτι ; συνέρχεσθε.¶ οὐκ εἰς ; τὸ ; κρεῖσσον ἀλλ᾽ εἰς ; τὸ ; ἧττον
إِذًا يَا إِخْوَتِي، حِينَ تَجْتَمِعُونَ لِلأَكْلِ، انْتَظِرُوا بَعْضُكُمْ بَعْضًا.
Ὥστε, ἀδελφοί ; μου, συνερχόμενοι εἰς ; τὸ ; φαγεῖν ἐκδέχεσθε· ἀλλήλους
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَجُوعُ فَلْيَأْكُلْ فِي الْبَيْتِ، كَيْ لاَ تَجْتَمِعُوا لِلدَّيْنُونَةِ. وَأَمَّا الأُمُورُ الْبَاقِيَةُ فَعِنْدَمَا أَجِيءُ أُرَتِّبُهَا.
εἴ ; δέ τις πεινᾷ, ἐσθιέτω, ἐν οἴκῳ ἵνα μὴ συνέρχησθε. εἰς ; κρίμα δὲ λοιπὰ ὡς ; ἂν ἔλθω διατάξομαι.¶
فَإِنِ اجْتَمَعَتِ الْكَنِيسَةُ كُلُّهَا فِي مَكَانٍ وَاحِدٍ، وَكَانَ الْجَمِيعُ يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ، فَدَخَلَ عَامِّيُّونَ أَوْ غَيْرُ مُؤْمِنِينَ، أَفَلاَ يَقُولُونَ إِنَّكُمْ تَهْذُونَ.
ἐὰν ; οὖν συνέλθῃ ἡ ; ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ ; αὐτὸ καὶ πάντες λαλῶσιν γλώσσαις, εἰσέλθωσιν ; δὲ ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε;
فَمَا هُوَ إِذًا أَيُّهَا الإِخْوَةُ. مَتَى اجْتَمَعْتُمْ فَكُلُّ وَاحِدٍ مِنْكُمْ لَهُ مَزْمُورٌ، لَهُ تَعْلِيمٌ، لَهُ لِسَانٌ، لَهُ إِعْلاَنٌ، لَهُ تَرْجَمَةٌ. فَلْيَكُنْ كُلُّ شَيْءٍ لِلْبُنْيَانِ.
Τί ἐστιν, οὖν ἀδελφοί; ὅταν συνέρχησθε, ἕκαστος ὑμῶν ἔχει, ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει· ἑρμηνείαν γενέσθω πάντα πρὸς ; οἰκοδομὴν