المعنى المختصر للكلمة
sý:
thou
اللفظ الأصلي
σύ
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
sý
(soo)
تكرار الورود في الكتاب
2627
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G4571
σέ
•
seh
•
(thee)
المعنى والشرح المفصل
thou
الإنجليزية — KJV Translation Tags
thou
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὑμῖν (233×)
ὑμεῖς (149×)
σὺ (87×)
ὑμῖν· (67×)
σοι (63×)
ὑμῶν (55×)
ἐν ; ὑμῖν (49×)
ὑμῖν, (45×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2627 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 6: 47
Luk.6.47
كُلُّ مَنْ يَأْتِي إِلَيَّ وَيَسْمَعُ كَلاَمِي وَيَعْمَلُ بِهِ أُرِيكُمْ مَنْ يُشْبِهُ.
Πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός ; με καὶ ; ἀκούων μου ; τῶν ; λόγων καὶ ; ποιῶν αὐτούς, ὑποδείξω ; ὑμῖν τίνι ἐστὶν ; ὅμοιος.
لوقا 7: 7
Luk.7.7
لِذلِكَ لَمْ أَحْسِبْ نَفْسِي أَهْلاً أَنْ آتِيَ إِلَيْكَ. لكِنْ قُلْ كَلِمَةً فَيَبْرَأَ غُلاَمِي.
διὸ οὐδὲ ἠξίωσα ; ἐμαυτὸν ἐλθεῖν. πρὸς ; σὲ ἀλλ᾽ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ; ἰαθήσεται ὁ ; παῖς ; μου.
لوقا 7: 9
Luk.7.9
وَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ هذَا تَعَجَّبَ مِنْهُ، وَالْتَفَتَ إِلَى الْجَمْعِ الَّذِي يَتْبَعُهُ وَقَالَ: أَقُولُ لَكُمْ: أَجِدْ وَلاَ فِي إِسْرَائِيلَ إِيمَانًا بِمِقْدَارِ هذَا..
δὲ ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ταῦτα ἐθαύμασεν αὐτόν· καὶ ; στραφεὶς τῷ ὄχλῳ ἀκολουθοῦντι ; αὐτῷ εἶπεν· λέγω ὑμῖν, εὗρον. οὐδὲ ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ πίστιν τοσαύτην
لوقا 7: 14
Luk.7.14
ثُمَّ تَقَدَّمَ وَلَمَسَ النَّعْشَ، فَوَقَفَ الْحَامِلُونَ. فَقَالَ: أَيُّهَا الشَّابُّ، لَكَ أَقُولُ: قُمْ..
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς ; σοροῦ· δὲ ; ἔστησαν· οἱ ; βαστάζοντες καὶ ; εἶπεν· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
لوقا 7: 19
Luk.7.19
فَدَعَا يُوحَنَّا اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَأَرْسَلَ إِلَى يَسُوعَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
προσκαλεσάμενος ; καὶ ὁ ; Ἰωάννης δύο ; τινὰς τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ ἔπεμψεν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, ἢ προσδοκῶμεν;¶ ἄλλον
لوقا 7: 20
Luk.7.20
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ الرَّجُلاَنِ قَالاَ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ أَرْسَلَنَا إِلَيْكَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
δὲ Παραγενόμενοι πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες εἶπαν· Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν; ἡμᾶς πρὸς ; σὲ λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, ἢ προσδοκῶμεν; ἄλλον
لوقا 7: 20
Luk.7.20
فَلَمَّا جَاءَ إِلَيْهِ الرَّجُلاَنِ قَالاَ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ أَرْسَلَنَا إِلَيْكَ قَائِلاً: أَنْتَ هُوَ الآتِي أَمْ نَنْتَظِرُ آخَرَ.
δὲ Παραγενόμενοι πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; ἄνδρες εἶπαν· Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν; ἡμᾶς πρὸς ; σὲ λέγων· σὺ εἶ ὁ ; ἐρχόμενος, ἢ προσδοκῶμεν; ἄλλον
لوقا 7: 26
Luk.7.26
بَلْ مَاذَا خَرَجْتُمْ لِتَنْظُرُوا. أَنَبِيًّا. نَعَمْ، أَقُولُ لَكُمْ: وَأَفْضَلَ مِنْ نَبِيٍّ.
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν· καὶ ; περισσότερον προφήτου.
لوقا 7: 27
Luk.7.27
هذَا هُوَ الَّذِي كُتِبَ عَنْهُ: هَا أَنَا أُرْسِلُ أَمَامَ وَجْهِكَ مَلاَكِي الَّذِي يُهَيِّئُ طَرِيقَكَ قُدَّامَكَ.
οὗτός ἐστιν οὗ γέγραπται· περὶ ἰδοὺ ἐγώ ἀποστέλλω πρὸ προσώπου ; σου τὸν ; ἄγγελόν ; μου ὃς κατασκευάσει τὴν ; ὁδόν ; σου ἔμπροσθέν ; σου.¶
لوقا 7: 27
Luk.7.27
هذَا هُوَ الَّذِي كُتِبَ عَنْهُ: هَا أَنَا أُرْسِلُ أَمَامَ وَجْهِكَ مَلاَكِي الَّذِي يُهَيِّئُ طَرِيقَكَ قُدَّامَكَ.
οὗτός ἐστιν οὗ γέγραπται· περὶ ἰδοὺ ἐγώ ἀποστέλλω πρὸ προσώπου ; σου τὸν ; ἄγγελόν ; μου ὃς κατασκευάσει τὴν ; ὁδόν ; σου ἔμπροσθέν ; σου.¶
لوقا 7: 27
Luk.7.27
هذَا هُوَ الَّذِي كُتِبَ عَنْهُ: هَا أَنَا أُرْسِلُ أَمَامَ وَجْهِكَ مَلاَكِي الَّذِي يُهَيِّئُ طَرِيقَكَ قُدَّامَكَ.
οὗτός ἐστιν οὗ γέγραπται· περὶ ἰδοὺ ἐγώ ἀποστέλλω πρὸ προσώπου ; σου τὸν ; ἄγγελόν ; μου ὃς κατασκευάσει τὴν ; ὁδόν ; σου ἔμπροσθέν ; σου.¶
لوقا 7: 28
Luk.7.28
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ بَيْنَ الْمَوْلُودِينَ مِنَ النِّسَاءِ لَيْسَ نَبِيٌّ أَعْظَمَ مِنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ، وَلكِنَّ الأَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ اللهِ أَعْظَمُ مِنْهُ.
γὰρ Λέγω ὑμῖν· ἐν γεννητοῖς γυναικῶν οὐδείς ; ἐστιν. προφήτης μείζων βαπτιστοῦ δὲ μικρότερος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τοῦ ; θεοῦ μείζων ; ἐστιν. αὐτοῦ
لوقا 7: 32
Luk.7.32
يُشْبِهُونَ أَوْلاَدًا جَالِسِينَ فِي السُّوقِ يُنَادُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا وَيَقُولُونَ: زَمَّرْنَا لَكُمْ فَلَمْ تَرْقُصُوا. نُحْنَا لَكُمْ فَلَمْ تَبْكُوا.
ὅμοιοί ; εἰσιν παιδίοις τοῖς ; καθημένοις ἐν ἀγορᾷ καὶ ; προσφωνοῦσιν ἀλλήλοις καὶ ; λέγουσιν ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ ; οὐκ ὠρχήσασθε· ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν καὶ ; οὐκ ἐκλαύσατε.
لوقا 7: 32
Luk.7.32
يُشْبِهُونَ أَوْلاَدًا جَالِسِينَ فِي السُّوقِ يُنَادُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا وَيَقُولُونَ: زَمَّرْنَا لَكُمْ فَلَمْ تَرْقُصُوا. نُحْنَا لَكُمْ فَلَمْ تَبْكُوا.
ὅμοιοί ; εἰσιν παιδίοις τοῖς ; καθημένοις ἐν ἀγορᾷ καὶ ; προσφωνοῦσιν ἀλλήλοις καὶ ; λέγουσιν ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ ; οὐκ ὠρχήσασθε· ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν καὶ ; οὐκ ἐκλαύσατε.
لوقا 7: 40
Luk.7.40
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: يَا سِمْعَانُ، عِنْدِي شَيْءٌ أَقُولُهُ لَكَ. فَقَالَ: قُلْ، يَا مُعَلِّمُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν πρὸς ; αὐτόν· Σίμων, ἔχω τι εἰπεῖν. σοί δέ· ; φησίν. εἰπέ, διδάσκαλε
لوقا 7: 47
Luk.7.47
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ أَقُولُ لَكَ: قَدْ غُفِرَتْ خَطَايَاهَا الْكَثِيرَةُ، لأَنَّهَا أَحَبَّتْ كَثِيرًا. وَالَّذِي يُغْفَرُ لَهُ قَلِيلٌ يُحِبُّ قَلِيلاً.
χάριν, οὗ λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ; ἁμαρτίαι ; αὐτῆς αἱ ; πολλαί, ὅτι ἠγάπησεν πολύ· ᾧ ; δὲ ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. ὀλίγον
لوقا 7: 48
Luk.7.48
ثُمَّ قَالَ لَهَا: مَغْفُورَةٌ لَكِ خَطَايَاكِ.
δὲ εἶπεν αὐτῇ· ἀφέωνταί σου αἱ ; ἁμαρτίαι.
لوقا 7: 50
Luk.7.50
فَقَالَ لِلْمَرْأَةِ: إِيمَانُكِ قَدْ خَلَّصَكِ، اِذْهَبِي بِسَلاَمٍ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε· πορεύου εἰς ; εἰρήνην.¶
لوقا 7: 50
Luk.7.50
فَقَالَ لِلْمَرْأَةِ: إِيمَانُكِ قَدْ خَلَّصَكِ، اِذْهَبِي بِسَلاَمٍ.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὴν ; γυναῖκα· ἡ ; πίστις ; σου σέσωκέν ; σε· πορεύου εἰς ; εἰρήνην.¶
لوقا 8: 10
Luk.8.10
فَقَالَ: لَكُمْ قَدْ أُعْطِيَ أَنْ تَعْرِفُوا أَسْرَارَ مَلَكُوتِ اللهِ، وَأَمَّا لِلْبَاقِينَ فَبِأَمْثَال، حَتَّى إِنَّهُمْ مُبْصِرِينَ لاَ يُبْصِرُونَ، وَسَامِعِينَ لاَ يَفْهَمُونَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ ; μυστήρια τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ, δὲ τοῖς ; λοιποῖς ἐν ; παραβολαῖς ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσιν καὶ ; ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.
لوقا 8: 20
Luk.8.20
فَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ وَاقِفُونَ خَارِجًا، يُرِيدُونَ أَنْ يَرَوْكَ.
Καὶ ; ἀπηγγέλη ; αὐτῷ λέγοντων· ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἑστήκασιν ἔξω θέλοντές ἰδεῖν ; σε.
لوقا 8: 20
Luk.8.20
فَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ وَاقِفُونَ خَارِجًا، يُرِيدُونَ أَنْ يَرَوْكَ.
Καὶ ; ἀπηγγέλη ; αὐτῷ λέγοντων· ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἑστήκασιν ἔξω θέλοντές ἰδεῖν ; σε.
لوقا 8: 20
Luk.8.20
فَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: أُمُّكَ وَإِخْوَتُكَ وَاقِفُونَ خَارِجًا، يُرِيدُونَ أَنْ يَرَوْكَ.
Καὶ ; ἀπηγγέλη ; αὐτῷ λέγοντων· ἡ ; μήτηρ ; σου καὶ ; οἱ ; ἀδελφοί ; σου ἑστήκασιν ἔξω θέλοντές ἰδεῖν ; σε.
لوقا 8: 25
Luk.8.25
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ: أَيْنَ إِيمَانُكُمْ. فَخَافُوا وَتَعَجَّبُوا قَائِلِينَ فِيمَا بَيْنَهُمْ: مَنْ هُوَ هذَا. فَإِنَّهُ يَأْمُرُ الرِّيَاحَ أَيْضًا وَالْمَاءَ فَتُطِيعُهُ..
δὲ Εἶπεν αὐτοῖς· ποῦ ; ἐστιν ἡ ; πίστις ; ὑμῶν; φοβηθέντες δὲ ; ἐθαύμασαν λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· τίς ; ἄρα ἐστιν οὗτός ὅτι ἐπιτάσσει τοῖς ; ἀνέμοις καὶ καὶ ; τῷ ; ὕδατι, καὶ ; ὑπακούουσιν ; αὐτῷ;
لوقا 8: 28
Luk.8.28
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ صَرَخَ وَخَرَّ لَهُ، وَقَالَ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَا لِي وَلَكَ يَا يَسُوعُ ابْنَ اللهِ الْعَلِيِّ. أَطْلُبُ مِنْكَ أَنْ لاَ تُعَذِّبَنِي..
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ ; εἶπεν· φωνῇ μεγάλῃ τί ἐμοὶ καὶ ; σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου; δέομαί σου, μή με ; βασανίσῃς.