ك
إصحاح
G454
G455. anoígō
G456
المعنى المختصر للكلمة
anoígō: to open up (literally or figuratively, in various applications)
اللفظ الأصلي ἀνοίγω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anoígō (an-oy-go)
تكرار الورود في الكتاب 73 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to open up (literally or figuratively, in various applications)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
open

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἤνοιξεν (10×) ἀνοῖξαι (5×) ἀνοίξαντες (3×) καὶ ; ἤνοιξεν (3×) ἠνέῳξέν (2×) ἠνεῳγμένον (2×) ἄνοιξον (2×) ἀνέῳγεν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (73 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ: هَا أَنَا أَنْظُرُ السَّمَاوَاتِ مَفْتُوحَةً، وَابْنَ الإِنْسَانِ قَائِمًا عَنْ يَمِينِ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς ; οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ; τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
وَأَمَّا فَصْلُ الْكِتَابِ الَّذِي كَانَ يَقْرَأُهُ فَكَانَ هذَا: مِثْلَ شَاةٍ سِيقَ إِلَى الذَّبْحِ، وَمِثْلَ خَرُوفٍ صَامِتٍ أَمَامَ الَّذِي يَجُزُّهُ هكَذَا لَمْ يَفْتَحْ فَاهُ.
ἡ ; δὲ ; περιοχὴ τῆς ; γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἤχθη, ἐπὶ σφαγὴν καὶ ; ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἐναντίον τοῦ κείροντος; αὐτὸν οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ.
فَأَخْرَجَ بُطْرُسُ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى، ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْجَسَدِ وَقَالَ: يَا طَابِيثَا، قُومِي. فَفَتَحَتْ عَيْنَيْهَا. وَلَمَّا أَبْصَرَتْ بُطْرُسَ جَلَسَتْ،
ἐκβαλὼν ; δὲ ὁ ; Πέτρος πάντας ἔξω καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύξατο· καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ ; σῶμα εἶπεν· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ ; δὲ ; ἤνοιξεν αὐτῆς ; ὀφθαλμοὺς ; τοὺς καὶ ἰδοῦσα τὸν ; Πέτρον ἀνεκάθισεν.
فَرَأَى السَّمَاءَ مَفْتُوحَةً، وَإِنَاءً نَازِلاً عَلَيْهِ مِثْلَ مُلاَءَةٍ عَظِيمَةٍ مَرْبُوطَةٍ بِأَرْبَعَةِ أَطْرَافٍ وَمُدَّلاَةٍ عَلَى الأَرْضِ.
καὶ ; θεωρεῖ τὸν ; οὐρανὸν ἀνεῳγμένον σκεῦός ; τι ; καὶ καταβαῖνον ἐπ᾽ ; αὐτὸν ὡς ὀθόνην μεγάλην δεδεμένον τέσσαρσιν ἀρχαῖς καὶ ; καθιέμενον ἐπὶ τῆς ; γῆς·
فَجَازَا الْمَحْرَسَ الأَوَّلَ وَالثَّانِيَ، وَأَتَيَا إِلَى بَابِ الْحَدِيدِ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْمَدِينَةِ، فَانْفَتَحَ لَهُمَا مِنْ ذَاتِهِ، فَخَرَجَا وَتَقَدَّمَا زُقَاقًا وَاحِدًا، وَلِلْوَقْتِ فَارَقَهُ الْمَلاَكُ.
διελθόντες ; δὲ φυλακὴν πρώτην καὶ ; δευτέραν ἦλθαν ἐπὶ τὴν ; πύλην τὴν ; σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν ; πόλιν, ἠνοίχθη αὐτοῖς, αὐτομάτη καὶ ; ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν καὶ ; εὐθέως ἀπέστη ; ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ὁ ; ἄγγελος
فَلَمَّا عَرَفَتْ صَوْتَ بُطْرُسَ لَمْ تَفْتَحِ الْبَابَ مِنَ الْفَرَحِ، بَلْ رَكَضَتْ إِلَى دَاخِل وَأَخْبَرَتْ أَنَّ بُطْرُسَ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν ; φωνὴν τοῦ ; Πέτρου οὐκ ἤνοιξεν τὸν ; πυλῶνα ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς δὲ εἰσδραμοῦσα ἀπήγγειλεν τὸν ; Πέτρον ἑστάναι πρὸ τοῦ ; πυλῶνος.
وَأَمَّا بُطْرُسُ فَلَبِثَ يَقْرَعُ. فَلَمَّا فَتَحُوا وَرَأَوْهُ انْدَهَشُوا.
δὲ ὁ ; Πέτρος ἐπέμενεν κρούων· δὲ ἀνοίξαντες εἶδαν ; αὐτὸν καὶ ; ἐξέστησαν.
وَلَمَّا حَضَرَا وَجَمَعَا الْكَنِيسَةَ، أَخْبَرَا بِكُلِّ مَا صَنَعَ اللهُ مَعَهُمَا، وَأَنَّهُ فَتَحَ لِلأُمَمِ بَابَ الإِيمَانِ.
παραγενόμενοι ; δὲ καὶ ; συναγαγόντες τὴν ; ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ ; θεὸς μετ᾽ ; αὐτῶν καὶ ; ὅτι ἤνοιξεν τοῖς ; ἔθνεσιν θύραν πίστεως.
وَلَمَّا اسْتَيْقَظَ حَافِظُ السِّجْنِ، وَرَأَى أَبْوَابَ السِّجْنِ مَفْتُوحَةً، اسْتَلَّ سَيْفَهُ وَكَانَ مُزْمِعًا أَنْ يَقْتُلَ نَفْسَهُ، ظَانًّا أَنَّ الْمَسْجُونِينَ قَدْ هَرَبُوا.
δὲ ἔξυπνος ; γενόμενος ὁ ; δεσμοφύλαξ καὶ ; ἰδὼν τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἀνεῳγμένας σπασάμενος τὴν ; μάχαιραν ἤμελλεν ἀναιρεῖν ἑαυτὸν νομίζων τοὺς ; δεσμίους.¶ ἐκπεφευγέναι
وَإِذْ كَانَ بُولُسُ مُزْمِعًا أَنْ يَفْتَحَ فَاهُ قَالَ غَالِيُونُ لِلْيَهُودِ: لَوْ كَانَ ظُلْمًا أَوْ خُبْثًا رَدِيًّا أَيُّهَا الْيَهُودُ، لَكُنْتُ بِالْحَقِّ قَدِ احْتَمَلْتُكُمْ.
δὲ τοῦ ; Παύλου Μέλλοντος ἀνοίγειν τὸ ; στόμα εἶπεν ὁ ; Γαλλίων πρὸς ; τοὺς ; Ἰουδαίους· εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν ἀδίκημά ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἂν κατὰ ; λόγον ἠνεσχόμην; ὑμῶν·
لِتَفْتَحَ عُيُونَهُمْ كَيْ يَرْجِعُوا مِنْ ظُلُمَاتٍ إِلَى نُورٍ، وَمِنْ سُلْطَانِ الشَّيْطَانِ إِلَى اللهِ، حَتَّى يَنَالُوا بِالإِيمَانِ بِي غُفْرَانَ الْخَطَايَا وَنَصِيبًا مَعَ الْمُقَدَّسِينَ.
ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ ; τῆς ἐξουσίας τοῦ ; σατανᾶ ἐπὶ τὸν ; θεόν, τοῦ λαβεῖν ; αὐτοὺς πίστει τῇ ; εἰς ; ἐμέ.¶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ; κλῆρον ἐν τοῖς ; ἡγιασμένοις
حَنْجَرَتُهُمْ قَبْرٌ مَفْتُوحٌ. بِأَلْسِنَتِهِمْ قَدْ مَكَرُوا. سِمُّ الأَصْلاَلِ تَحْتَ شِفَاهِهِمْ.
ὁ ; λάρυγξ ; αὐτῶν, τάφος ἀνεῳγμένος ταῖς ; γλώσσαις ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ ; χείλη ; αὐτῶν·
لأَنَّهُ قَدِ انْفَتَحَ لِي بَابٌ عَظِيمٌ فَعَّالٌ، وَيُوجَدُ مُعَانِدُونَ كَثِيرُونَ.
γάρ ἀνέῳγεν μοι θύρα μεγάλη καὶ ; ἐνεργὴς καὶ ; ἀντικείμενοι πολλοί.¶
وَلكِنْ لَمَّا جِئْتُ إِلَى تَرُوَاسَ، لأَجْلِ إِنْجِيلِ الْمَسِيحِ، وَانْفَتَحَ لِي بَابٌ فِي الرَّبِّ،
δὲ Ἐλθὼν εἰς τὴν ; Τρῳάδα εἰς τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; Χριστοῦ καὶ ; ἀνεῳγμένης μοι θύρας ἐν κυρίῳ,
فَمُنَا مَفْتُوحٌ إِلَيْكُمْ أَيُّهَا الْكُورِنْثِيُّونَ. قَلْبُنَا مُتَّسِعٌ.
Τὸ ; στόμα ; ἡμῶν ἀνέῳγεν πρὸς ; ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ ; καρδία ; ἡμῶν πεπλάτυνται·
مُصَلِّينَ فِي ذلِكَ لأَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، لِيَفْتَحَ الرَّبُّ لَنَا بَابًا لِلْكَلاَمِ، لِنَتَكَلَّمَ بِسِرِّ الْمَسِيحِ، الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ أَنَا مُوثَقٌ أَيْضًا،
προσευχόμενοι ἅμα περὶ ἡμῶν καὶ ἀνοίξῃ ὁ ; θεὸς ἡμῖν θύραν τοῦ ; λόγου λαλῆσαι τὸ ; μυστήριον τοῦ ; Χριστοῦ, ὃ δι᾽ δέδεμαι, καὶ
وَاكْتُبْ إِلَى مَلاَكِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي فِيلاَدَلْفِيَا: هذَا يَقُولُهُ الْقُدُّوسُ الْحَقُّ، الَّذِي لَهُ مِفْتَاحُ دَاوُدَ، الَّذِي يَفْتَحُ وَلاَ أَحَدٌ يُغْلِقُ، وَيُغْلِقُ وَلاَ أَحَدٌ يَفْتَحُ:
Καὶ ; γράψον· τῷ ; ἀγγέλῳ τῆς ; ἐκκλησίας ἐν Φιλαδελφείᾳ τάδε λέγει ὁ ; ἅγιος, ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; ἔχων τὴν ; κλεῖν τοῦ ; Δαυίδ, ὁ ; ἀνοίγων καὶ ; οὐδεὶς κλείει καὶ ; κλείει καὶ ; οὐδεὶς ἀνοίγει·
وَاكْتُبْ إِلَى مَلاَكِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي فِيلاَدَلْفِيَا: هذَا يَقُولُهُ الْقُدُّوسُ الْحَقُّ، الَّذِي لَهُ مِفْتَاحُ دَاوُدَ، الَّذِي يَفْتَحُ وَلاَ أَحَدٌ يُغْلِقُ، وَيُغْلِقُ وَلاَ أَحَدٌ يَفْتَحُ:
Καὶ ; γράψον· τῷ ; ἀγγέλῳ τῆς ; ἐκκλησίας ἐν Φιλαδελφείᾳ τάδε λέγει ὁ ; ἅγιος, ὁ ; ἀληθινός, ὁ ; ἔχων τὴν ; κλεῖν τοῦ ; Δαυίδ, ὁ ; ἀνοίγων καὶ ; οὐδεὶς κλείει καὶ ; κλείει καὶ ; οὐδεὶς ἀνοίγει·
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ. هَأنَذَا قَدْ جَعَلْتُ أَمَامَكَ بَابًا مَفْتُوحًا وَلاَ يَسْتَطِيعُ أَحَدٌ أَنْ يُغْلِقَهُ، لأَنَّ لَكَ قُوَّةً يَسِيرَةً، وَقَدْ حَفِظْتَ كَلِمَتِي وَلَمْ تُنْكِرِ اسْمِي.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα. ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν ; σου θύραν ἠνεῳγμένην καὶ; οὐδεὶς ; δύναται κλεῖσαι ; αὐτήν· ὅτι ἔχεις δύναμιν μικρὰν καὶ ἐτήρησάς μου ; τὸν ; λόγον καὶ ; οὐκ ἠρνήσω τὸ ; ὄνομά ; μου.
هأنَذَا وَاقِفٌ عَلَى الْبَابِ وَأَقْرَعُ. إِنْ سَمِعَ أَحَدٌ صَوْتِي وَفَتَحَ الْبَابَ، أَدْخُلُ إِلَيْهِ وَأَتَعَشَّى مَعَهُ وَهُوَ مَعِي.
ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν ; θύραν καὶ ; κρούω. ἐάν ἀκούσῃ τις τῆς ; φωνῆς ; μου καὶ ; ἀνοίξῃ τὴν ; θύραν, εἰσελεύσομαι πρὸς ; αὐτὸν καὶ ; δειπνήσω μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; αὐτὸς μετ᾽ ; ἐμοῦ.
بَعْدَ هذَا نَظَرْتُ وَإِذَا بَابٌ مَفْتُوحٌ فِي السَّمَاءِ، وَالصَّوْتُ الأَوَّلُ الَّذِي سَمِعْتُهُ كَبُوق يَتَكَلَّمُ مَعِي قَائِلاً: اصْعَدْ إِلَى هُنَا فَأُرِيَكَ مَا لاَ بُدَّ أَنْ يَصِيرَ بَعْدَ هذَا.
Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ; ἰδοὺ θύρα ἠνεῳγμένη ἐν τῷ ; οὐρανῷ, καὶ ; ἡ ; φωνὴ ἡ ; πρώτη ἣν ἤκουσα ὡς ; σάλπιγγος λαλούσης μετ᾽ ; ἐμοῦ λέγουσα ἀνάβα ὧδε, καὶ ; δείξω ; σοι ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα.
وَرَأَيْتُ مَلاَكًا قَوِيًّا يُنَادِي بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: مَنْ هُوَ مُسْتَحِقٌّ أَنْ يَفْتَحَ السِّفْرَ وَيَفُكَّ خُتُومَهُ.
Καὶ ; εἶδον ἄγγελον ἰσχυρὸν κηρύσσοντα ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ· τίς ; ἐστιν ἄξιος ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον καὶ ; λῦσαι τὰς ; σφραγῖδας ; αὐτοῦ;
فَلَمْ يَسْتَطِعْ أَحَدٌ فِي السَّمَاءِ وَلاَ عَلَى الأَرْضِ وَلاَ تَحْتَ الأَرْضِ أَنْ يَفْتَحَ السِّفْرَ وَلاَ أَنْ يَنْظُرَ إِلَيْهِ.
καὶ ; οὐδεὶς ; ἐδύνατο ἐν τῷ ; οὐρανῷ οὐδὲ ἐπὶ τῆς ; γῆς οὐδὲ ὑποκάτω τῆς ; γῆς ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον οὐδὲ βλέπειν αὐτό.
فَصِرْتُ أَنَا أَبْكِي كَثِيرًا، لأَنَّهُ لَمْ يُوجَدْ أَحَدٌ مُسْتَحِقًّا أَنْ يَفْتَحَ السِّفْرَ وَيَقْرَأَهُ وَلاَ أَنْ يَنْظُرَ إِلَيْهِ.
καὶ ; ἐγὼ ἔκλαιον πολλὰ ὅτι οὐδεὶς ; εὑρέθη ἄξιος ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον καὶ ; ἀναγνῶναι οὔτε βλέπειν αὐτό.
فَقَالَ لِي وَاحِدٌ مِنَ الشُّيُوخِ: لاَ تَبْكِ. هُوَذَا قَدْ غَلَبَ الأَسَدُ الَّذِي مِنْ سِبْطِ يَهُوذَا، أَصْلُ دَاوُدَ، لِيَفْتَحَ السِّفْرَ وَيَفُكَّ خُتُومَهُ السَّبْعَةَ.
καὶ ; λέγει μοι· εἷς ἐκ πρεσβυτέρων μὴ κλαῖε. ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ ; λέων ὁ ὢν ; ἐκ τῆς ; φυλῆς Ἰούδα, ἡ ; ῥίζα Δαυίδ, ἀνοῖξαι τὸ ; βιβλίον καὶ ; λῦσαι σφραγῖδας ; αὐτοῦ. τὰς ; ἑπτὰ
وَهُمْ يَتَرَنَّمُونَ تَرْنِيمَةً جَدِيدَةً قَائِلِينَ: مُسْتَحِق أَنْتَ أَنْ تَأْخُذَ السِّفْرَ وَتَفْتَحَ خُتُومَهُ، لأَنَّكَ ذُبِحْتَ وَاشْتَرَيْتَنَا للهِ بِدَمِكَ مِنْ كُلِّ قَبِيلَةٍ وَلِسَانٍ وَشَعْبٍ وَأُمَّةٍ،
καὶ ; ᾄδουσιν ᾠδὴν καινὴν λέγοντες· ἄξιος εἶ λαβεῖν τὸ ; βιβλίον καὶ ; ἀνοῖξαι τὰς ; σφραγῖδας ; αὐτοῦ, ὅτι ἐσφάγης καὶ ; ἠγόρασας ; ἡμᾶς τῷ ; θεῷ ἐν ; τῷ ; αἵματί ; σου ἐκ πάσης φυλῆς καὶ ; γλώσσης καὶ ; λαοῦ καὶ ; ἔθνους
وَنَظَرْتُ لَمَّا فَتَحَ الْخَرُوفُ وَاحِدًا مِنَ الْخُتُومِ السَّبْعَةِ، وَسَمِعْتُ وَاحِدًا مِنَ الأَرْبَعَةِ الْحَيَوَانَاتِ قَائِلاً كَصَوْتِ رَعْدٍ: هَلُمَّ وَانْظُرْ.
Καὶ ; εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὸ ; ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ; σφραγίδων ἑπτὰ καὶ ; ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τεσσάρων τῶν ; ζῴων λέγοντος ὡς ; φωνὴς βροντῆς· ἔρχου καὶ ; βλέπε.¶
وَلَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ الثَّانِيَ، سَمِعْتُ الْحَيَوَانَ الثَّانِيَ قَائِلاً: هَلُمَّ وَانْظُرْ.
Καὶ ; ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; δευτέραν, ἤκουσα τοῦ ; ζῴου δευτέρου λέγοντος· ἔρχου καὶ ; βλέπε.
وَلَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ الثَّالِثَ، سَمِعْتُ الْحَيَوَانَ الثَّالِثَ قَائِلاً: هَلُمَّ وَانْظُرْ. فَنَظَرْتُ وَإِذَا فَرَسٌ أَسْوَدُ، وَالْجَالِسُ عَلَيْهِ مَعَهُ مِيزَانٌ فِي يَدِهِ.
Καὶ ; ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; τρίτην, ἤκουσα τοῦ ; ζῴου τρίτου λέγοντος· ἔρχου καὶ ; βλέπε. καὶ ; εἶδον καὶ ; ἰδοὺ ἵππος μέλας καὶ ; ὁ ; καθήμενος ἐπ᾽ ; αὐτῷ ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا فَتَحَ الْخَتْمَ الرَّابِعَ، سَمِعْتُ صَوْتَ الْحَيَوَانِ الرَّابعِ قَائِلاً: هَلُمَّ وَانْظُرْ.
Καὶ ; ὅτε ἤνοιξεν τὴν ; σφραγῖδα τὴν ; τετάρτην, ἤκουσα φωνὴν τοῦ ; ζῴου τετάρτου λέγουσαν ἔρχου καὶ ; βλέπε.