ك
إصحاح
G4326
G4327. prosdéchomai
G4328
المعنى المختصر للكلمة
prosdéchomai: to admit (to intercourse, hospitality, credence, or (figuratively) endurance)
اللفظ الأصلي προσδέχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق prosdéchomai (pros-dekh-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 13 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to admit (to intercourse, hospitality, credence, or (figuratively) endurance)
2 by implication, to await (with confidence or patience)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
accept allow look (wait) for take

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

προσδεχόμενοι (3×) ἦν ; προσδεχόμενος (1×) τοῖς ; προσδεχομένοις (1×) προσεδέχετο (1×) προσδέχονται, (1×) προσδέχεται (1×) προσδεχόμενος (1×) προσδεχομένοις (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (13 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
جَاءَ يُوسُفُ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، مُشِيرٌ شَرِيفٌ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا مُنْتَظِرًا مَلَكُوتَ اللهِ، فَتَجَاسَرَ وَدَخَلَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ.
ἦλθεν Ἰωσὴφ ὁ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας, βουλευτὴς εὐσχήμων ὃς αὐτὸς καὶ ἦν ; προσδεχόμενος τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθεν πρὸς Πιλᾶτον καὶ ; ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ.
وَكَانَ رَجُلٌ فِي أُورُشَلِيمَ اسْمُهُ سِمْعَانُ، وَهَذَا الرَّجُلُ كَانَ بَارًّا تَقِيًّا يَنْتَظِرُ تَعْزِيَةَ إِسْرَائِيلَ، وَالرُّوحُ الْقُدُسُ كَانَ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ἰδοὺ ; ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἰερουσαλὴμ ᾧ ; ὄνομα Συμεὼν καὶ ; οὗτος ὁ ; ἄνθρωπος δίκαιος καὶ ; εὐλαβὴς προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ; Ἰσραήλ· καὶ ; πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ᾽ ; αὐτόν.
فَهِيَ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ وَقَفَتْ تُسَبِّحُ الرَّبَّ، وَتَكَلَّمَتْ عَنْهُ مَعَ جَمِيعِ الْمُنْتَظِرِينَ فِدَاءً فِي أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; αὕτη ; αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ πᾶσιν τοῖς ; προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἰερουσαλήμ.¶
وَأَنْتُمْ مِثْلُ أُنَاسٍ يَنْتَظِرُونَ سَيِّدَهُمْ مَتَى يَرْجعُ مِنَ الْعُرْسِ، حَتَّى إِذَا جَاءَ وَقَرَعَ يَفْتَحُونَ لَهُ لِلْوَقْتِ.
καὶ ; ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν ; κύριον ; ἑαυτῶν πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν ; γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ ; κρούσαντος ἀνοίξωσιν αὐτῷ. εὐθέως
فَتَذَمَّرَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَالْكَتَبَةُ قَائِلِينَ: هذَا يَقْبَلُ خُطَاةً وَيَأْكُلُ مَعَهُمْ..
καὶ ; διεγόγγυζον οἵ ; Φαρισαῖοι καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς λέγοντες ὅτι ; οὗτος προσδέχεται ἁμαρτωλοὺς καὶ ; συνεσθίει αὐτοῖς.¶
هذَا لَمْ يَكُنْ مُوافِقًا لِرَأْيِهِمْ وَعَمَلِهِمْ، وَهُوَ مِنَ الرَّامَةِ مَدِينَةٍ لِلْيَهُودِ. وَكَانَ هُوَ أَيْضًا يَنْتَظِرُ مَلَكُوتَ اللهِ.
οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ ; βουλῇ καὶ ; τῇ ; πράξει ; αὐτῶν· καὶ ; ἀπὸ Ἁριμαθαίας πόλεως τῶν ; Ἰουδαίων, ὃς καὶ προσεδέχετο τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ,
فَلاَ تَنْقَدْ إِلَيْهِمْ، لأَنَّ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ رَجُلاً مِنْهُمْ كَامِنُونَ لَهُ، قَدْ حَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ أَنْ لاَ يَأْكُلُوا وَلاَ يَشْرَبُوا حَتَّى يَقْتُلُوهُ. وَهُمُ الآنَ مُسْتَعِدُّونَ مُنْتَظِرُونَ الْوَعْدَ مِنْكَ.
οὖν ; μὴ σὺ ; πεισθῇς αὐτοῖς, γὰρ πλείους τεσσεράκοντα, ἄνδρες ἐξ ; αὐτῶν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν οἵτινες ; ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ; ἀνέλωσιν ; αὐτὸν καὶ ; εἰσιν νῦν ἕτοιμοι προσδεχόμενοι τὴν ; ἐπαγγελίαν.¶ ἀπὸ ; σοῦ
وَلِي رَجَاءٌ بِاللهِ فِي مَا هُمْ أَيْضًا يَنْتَظِرُونَهُ: أَنَّهُ سَوْفَ تَكُونُ قِيَامَةٌ لِلأَمْوَاتِ، الأَبْرَارِ وَالأَثَمَةِ.
ἔχων ἐλπίδα εἰς ; τὸν ; θεὸν ἣν αὐτοὶ καὶ προσδέχονται, μέλλειν ; ἔσεσθαι ἀνάστασιν νεκρῶν δικαίων ; τε καὶ ; ἀδίκων·
كَيْ تَقْبَلُوهَا فِي الرَّبِّ كَمَا يَحِقُّ لِلْقِدِّيسِينَ، وَتَقُومُوا لَهَا فِي أَيِّ شَيْءٍ احْتَاجَتْهُ مِنْكُمْ، لأَنَّهَا صَارَتْ مُسَاعِدَةً لِكَثِيرِينَ وَلِي أَنَا أَيْضًا.
ἵνα αὐτὴν ; προσδέξησθε ἐν κυρίῳ ἀξίως τῶν ; ἁγίων καὶ ; παραστῆτε αὐτῇ ἐν πράγματι· ᾧ ; ἂν ; χρῄζῃ ὑμῶν γὰρ ; αὐτὴ ἐγενήθη προστάτις πολλῶν καὶ ; ἐμοῦ ; αὐτοῦ.¶ καὶ
مُنْتَظِرِينَ الرَّجَاءَ الْمُبَارَكَ وَظُهُورَ مَجْدِ اللهِ الْعَظِيمِ وَمُخَلِّصِنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
προσδεχόμενοι ἐλπίδα μακαρίαν καὶ ; ἐπιφάνειαν δόξης θεοῦ μεγάλου καὶ ; σωτῆρος ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
لأَنَّكُمْ رَثَيْتُمْ لِقُيُودِي أَيْضًا، وَقَبِلْتُمْ سَلْبَ أَمْوَالِكُمْ بِفَرَحٍ، عَالِمِينَ فِي أَنْفُسِكُمْ أَنَّ لَكُمْ مَالاً أَفْضَلَ فِي السَّمَاوَاتِ وَبَاقِيًا.
γὰρ συνεπαθήσατε τοῖς ; δεσμοῖς μου καὶ καὶ ; προσεδέξασθε τὴν ; ἁρπαγὴν τῶν ; ὑπαρχόντων ; ὑμῶν μετὰ ; χαρᾶς γινώσκοντες ἐν ἑαυτοῖς ἔχειν ὕπαρξιν κρείττονα ἐν οὐρανοῖς καὶ ; μένουσαν.
أَخَذَتْ نِسَاءٌ أَمْوَاتَهُنَّ بِقِيَامَةٍ. وَآخَرُونَ عُذِّبُوا وَلَمْ يَقْبَلُوا النَّجَاةَ لِكَيْ يَنَالُوا قِيَامَةً أَفْضَلَ.
ἔλαβον γυναῖκες τοὺς ; νεκροὺς ; αὐτῶν· ἐξ ; ἀναστάσεως ἄλλοι ; δὲ ἐτυμπανίσθησαν οὐ προσδεξάμενοι τὴν ; ἀπολύτρωσιν, ἵνα τύχωσιν· ἀναστάσεως κρείττονος
وَاحْفَظُوا أَنْفُسَكُمْ فِي مَحَبَّةِ اللهِ، مُنْتَظِرِينَ رَحْمَةَ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ.
τηρήσατε, ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ θεοῦ προσδεχόμενοι ἔλεος κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ; ζωὴν αἰώνιον.