ك
إصحاح
G4177
G4178. pollákis
G4179
المعنى المختصر للكلمة
pollákis: many times, i.e. frequently
اللفظ الأصلي πολλάκις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pollákis (pol-lak-is)
تكرار الورود في الكتاب 18 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

many times, i.e. frequently

الإنجليزية — KJV Translation Tags
oft(-en, -entimes, -times)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πολλάκις (12×) πολλάκις, (3×) καὶ ; πολλάκις (2×) πολλάκις. (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (18 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 17: 15 Mat.17.15
وَقَائِلاً: يَا سَيِّدُ، ارْحَمِ ابْني فَإِنَّهُ يُصْرَعُ وَيَتَأَلَّمُ شَدِيدًا، وَيَقَعُ كَثِيرًا فِي النَّارِ وَكَثِيرًا فِي الْمَاءِ.
καὶ ; λέγων· κύριε, ἐλέησόν μου ; τὸν ; υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ ; πάσχει· κακῶς γὰρ ; πίπτει πολλάκις εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; πολλάκις εἰς τὸ ; ὕδωρ.
متى 17: 15 Mat.17.15
وَقَائِلاً: يَا سَيِّدُ، ارْحَمِ ابْني فَإِنَّهُ يُصْرَعُ وَيَتَأَلَّمُ شَدِيدًا، وَيَقَعُ كَثِيرًا فِي النَّارِ وَكَثِيرًا فِي الْمَاءِ.
καὶ ; λέγων· κύριε, ἐλέησόν μου ; τὸν ; υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ ; πάσχει· κακῶς γὰρ ; πίπτει πολλάκις εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; πολλάκις εἰς τὸ ; ὕδωρ.
لأَنَّهُ قَدْ رُبِطَ كَثِيرًا بِقُيُودٍ وَسَلاَسِلَ فَقَطَّعَ السَّلاَسِلَ وَكَسَّرَ الْقُيُودَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَحَدٌ أَنْ يْذَلِّـلَهُُ.
διὰ αὐτὸν ; δεδέσθαι πολλάκις πέδαις καὶ ; ἁλύσεσιν καὶ ; διεσπάσθαι ; ὑπ᾽ ; αὐτοῦ τὰς ; ἁλύσεις καὶ ; συντετρῖφθαι, τὰς ; πέδας καὶ ; οὐδεὶς ; ἴσχυεν αὐτὸν ; δαμάσαι.
وَكَثِيرًا مَا أَلْقَاهُ فِي النَّارِ وَفِي الْمَاءِ لِيُهْلِكَهُ. لكِنْ إِنْ كُنْتَ تَسْتَطِيعُ شَيْئًا فَتَحَنَّنْ عَلَيْنَا وَأَعِنَّا.
καὶ ; πολλάκις αὐτὸν ; ἔβαλεν εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; εἰς ὕδατα ἵνα ; ἀπολέσῃ ; αὐτόν· ἀλλ᾽ εἴ δύνῃ, τι σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾽ ; ἡμᾶς.¶ βοήθησον ; ἡμῖν,
وَكَانَ يَهُوذَا مُسَلِّمُهُ يَعْرِفُ الْمَوْضِعَ، لأَنَّ يَسُوعَ اجْتَمَعَ هُنَاكَ كَثِيرًا مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
δὲ ; καὶ Ἰούδας ὁ ; παραδιδοὺς ; αὐτὸν ἤιδει τὸν ; τόπον, ὅτι ὁ ; Ἰησοῦς συνήχθη ἐκεῖ πολλάκις μετὰ τῶν ; μαθητῶν
وَفِي كُلِّ الْمَجَامِعِ كُنْتُ أُعَاقِبُهُمْ مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَضْطَرُّهُمْ إِلَى التَّجْدِيفِ. وَإِذْ أَفْرَطَ حَنَقِي عَلَيْهِمْ كُنْتُ أَطْرُدُهُمْ إِلَى الْمُدُنِ الَّتِي فِي الْخَارِجِ.
καὶ ; κατὰ πάσας τὰς ; συναγωγὰς τιμωρῶν ; αὐτοὺς πολλάκις ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, τε περισσῶς ἐμμαινόμενος αὐτοῖς ἐδίωκον ἕως ; καὶ ; εἰς τὰς ; πόλεις. ἔξω
ثُمَّ لَسْتُ أُرِيدُ أَنْ تَجْهَلُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنَّنِي مِرَارًا كَثِيرَةً قَصَدْتُ أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ، وَمُنِعْتُ حَتَّى الآنَ، لِيَكُونَ لِي ثَمَرٌ فِيكُمْ أَيْضًا كَمَا فِي سَائِرِ الأُمَمِ.
δὲ Οὐ θέλω ὑμᾶς ; ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι πολλάκις προεθέμην ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ἐκωλύθην ἄχρι τοῦ ; δεῦρο, ἵνα σχῶ τινὰ ; καρπὸν ἐν ; ὑμῖν καὶ καθὼς καὶ ; ἐν τοῖς ; λοιποῖς ἔθνεσιν.
وَأَرْسَلْنَا مَعَهُمَا أَخَانَا، الَّذِي اخْتَبَرْنَا مِرَارًا فِي أُمُورٍ كَثِيرَةٍ أَنَّهُ مُجْتَهِدٌ، وَلكِنَّهُ الآنَ أَشَدُّ اجْتِهَادًا كَثِيرًا بِالثِّقَةِ الْكَثِيرَةِ بِكُمْ.
συνεπέμψαμεν ; δὲ αὐτοῖς τὸν ; ἀδελφὸν ; ἡμῶν, ὃν ἐδοκιμάσαμεν πολλάκις ἐν πολλοῖς ὄντα, σπουδαῖον δὲ νυνὶ σπουδαιότερον πολὺ πεποιθήσει πολλῇ τῇ ; εἰς ; ὑμᾶς.
أَهُمْ خُدَّامُ الْمَسِيحِ. أَقُولُ كَمُخْتَلِّ الْعَقْلِ، فَأَنَا أَفْضَلُ: فِي الأَتْعَابِ أَكْثَرُ، فِي الضَّرَبَاتِ أَوْفَرُ، فِي السُّجُونِ أَكْثَرُ، فِي الْمِيتَاتِ مِرَارًا كَثِيرَةً.
εἰσιν; διάκονοι Χριστοῦ λαλῶ· παραφρονῶν ἐγώ. ὑπὲρ ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις.
بِأَسْفَارٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، بِأَخْطَارِ سُيُول، بِأَخْطَارِ لُصُوصٍ، بِأَخْطَارٍ مِنْ جِنْسِي، بِأَخْطَارٍ مِنَ الأُمَمِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْمَدِينَةِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْبَرِّيَّةِ، بِأَخْطَارٍ فِي الْبَحْرِ، بِأَخْطَارٍ مِنْ إِخْوَةٍ كَذَبَةٍ.
ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις,
فِي تَعَبٍ وَكَدٍّ، فِي أَسْهَارٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي جُوعٍ وَعَطَشٍ، فِي أَصْوَامٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي بَرْدٍ وَعُرْيٍ.
ἐν κόπῳ καὶ ; μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ ; δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ ; γυμνότητι·
فِي تَعَبٍ وَكَدٍّ، فِي أَسْهَارٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي جُوعٍ وَعَطَشٍ، فِي أَصْوَامٍ مِرَارًا كَثِيرَةً، فِي بَرْدٍ وَعُرْيٍ.
ἐν κόπῳ καὶ ; μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ ; δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ ; γυμνότητι·
لأَنَّ كَثِيرِينَ يَسِيرُونَ مِمَّنْ كُنْتُ أَذْكُرُهُمْ لَكُمْ مِرَارًا، وَالآنَ أَذْكُرُهُمْ أَيْضًا بَاكِيًا، وَهُمْ أَعْدَاءُ صَلِيبِ الْمَسِيحِ،
γὰρ πολλοὶ περιπατοῦσιν οὓς ἔλεγον ὑμῖν, πολλάκις νῦν λέγω, καὶ κλαίων τοὺς ; ἐχθροὺς τοῦ ; σταυροῦ τοῦ ; Χριστοῦ,
لِيُعْطِ الرَّبُّ رَحْمَةً لِبَيْتِ أُنِيسِيفُورُسَ، لأَنَّهُ مِرَارًا كَثِيرَةً أَرَاحَنِي وَلَمْ يَخْجَلْ بِسِلْسِلَتِي،
δῴη ὁ ; κύριος ἔλεος τῷ ; οἴκῳ· Ὀνησιφόρου ὅτι πολλάκις με ; ἀνέψυξεν καὶ ; οὐκ ἐπῆσχύνθη τὴν ; ἅλυσίν ; μου
لأَنَّ أَرْضًا قَدْ شَرِبَتِ الْمَطَرَ الآتِيَ عَلَيْهَا مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَنْتَجَتْ عُشْبًا صَالِحًا لِلَّذِينَ فُلِحَتْ مِنْ أَجْلِهِمْ، تَنَالُ بَرَكَةً مِنَ اللهِ.
γὰρ Γῆ ἡ ; πιοῦσα ὑετὸν τὸν ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτῆς πολλάκις καὶ ; τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις γεωργεῖται, δι᾽ ; οὓς μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ·
وَلاَ لِيُقَدِّمَ نَفْسَهُ مِرَارًا كَثِيرَةً، كَمَا يَدْخُلُ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ إِلَى الأَقْدَاسِ كُلَّ سَنَةٍ بِدَمِ آخَرَ.
οὐδ᾽ ἵνα ; προσφέρῃ ἑαυτόν, πολλάκις ὥσπερ εἰσέρχεται ὁ ; ἀρχιερεὺς εἰς τὰ ; ἅγια κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἐν ; αἵματι ἀλλοτρίῳ·
فَإِذْ ذَاكَ كَانَ يَجِبُ أَنْ يَتَأَلَّمَ مِرَارًا كَثِيرَةً مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، وَلكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ مَرَّةً عِنْدَ انْقِضَاءِ الدُّهُورِ لِيُبْطِلَ الْخَطِيَّةَ بِذَبِيحَةِ نَفْسِهِ.
ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν ; παθεῖν πολλάκις ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, δὲ νῦν πεφανέρωται. ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν ; αἰώνων εἰς ; ἀθέτησιν τῆς ; ἁμαρτίας διὰ ; τῆς ; θυσίας αὐτοῦ
وَكُلُّ كَاهِنٍ يَقُومُ كُلَّ يَوْمٍ يَخْدِمُ وَيُقَدِّمُ مِرَارًا كَثِيرَةً الذَّبَائِحَ عَيْنَهَا، الَّتِي لاَ تَسْتَطِيعُ الْبَتَّةَ أَنْ تَنْزِعَ الْخَطِيَّةَ.
Καὶ ; πᾶς ; μὲν ἱερεὺς ἕστηκεν καθ᾽ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ ; προσφέρων πολλάκις θυσίας, τὰς ; αὐτὰς αἵτινες οὐδέποτε ; δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας·