ك
إصحاح
G4073
G4074. pétros
G4075
المعنى المختصر للكلمة
pétros: a (piece of) rock (larger than )
اللفظ الأصلي Πέτρος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pétros (pet-ros)
تكرار الورود في الكتاب 161 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 a (piece of) rock (larger than )
2 as a name, Petrus, an apostle
الإنجليزية — KJV Translation Tags
Peter rock

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; Πέτρος (44×) Πέτρος (33×) τὸν ; Πέτρον (10×) Πέτρος· (9×) Πέτρον (9×) ὁ ; Πέτρος· (8×) τῷ ; Πέτρῳ· (7×) τοῦ ; Πέτρου (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (161 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَامَ بُطْرُسُ وَجَاءَ مَعَهُمَا. فَلَمَّا وَصَلَ صَعِدُوا بِهِ إِلَى الْعِلِّيَّةِ، فَوَقَفَتْ لَدَيْهِ جَمِيعُ الأَرَامِلِ يَبْكِينَ وَيُرِينَ أَقْمِصَةً وَثِيَابًا مِمَّا كَانَتْ تَعْمَلُ غَزَالَةُ وَهِيَ مَعَهُنَّ.
ἀναστὰς ; δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν ; παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ; ὑπερῷον, καὶ ; παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ ; χῆραι κλαίουσαι καὶ ; ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ; ἱμάτια ὅσα ἐποίει ἡ ; Δορκάς. οὖσα μετ᾽ ; αὐτῶν
فَأَخْرَجَ بُطْرُسُ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى، ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْجَسَدِ وَقَالَ: يَا طَابِيثَا، قُومِي. فَفَتَحَتْ عَيْنَيْهَا. وَلَمَّا أَبْصَرَتْ بُطْرُسَ جَلَسَتْ،
ἐκβαλὼν ; δὲ ὁ ; Πέτρος πάντας ἔξω καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύξατο· καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ ; σῶμα εἶπεν· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ ; δὲ ; ἤνοιξεν αὐτῆς ; ὀφθαλμοὺς ; τοὺς καὶ ἰδοῦσα τὸν ; Πέτρον ἀνεκάθισεν.
فَأَخْرَجَ بُطْرُسُ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى، ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْجَسَدِ وَقَالَ: يَا طَابِيثَا، قُومِي. فَفَتَحَتْ عَيْنَيْهَا. وَلَمَّا أَبْصَرَتْ بُطْرُسَ جَلَسَتْ،
ἐκβαλὼν ; δὲ ὁ ; Πέτρος πάντας ἔξω καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύξατο· καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ ; σῶμα εἶπεν· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ ; δὲ ; ἤνοιξεν αὐτῆς ; ὀφθαλμοὺς ; τοὺς καὶ ἰδοῦσα τὸν ; Πέτρον ἀνεκάθισεν.
وَالآنَ أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ.
καὶ ; νῦν πέμψον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνά ὃς ; ἐπικαλεῖται Πέτρος·
ثُمَّ فِي الْغَدِ فِيمَا هُمْ يُسَافِرُونَ وَيَقْتَرِبُونَ إِلَى الْمَدِينَةِ، صَعِدَ بُطْرُسُ عَلَى السَّطْحِ لِيُصَلِّيَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
δὲ Τῇ ἐπαύριον ἐκείνων ; ὁδοιπορούντων καὶ ; ἐγγιζόντων, τῇ πόλει ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ ; δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.
وَصَارَ إِلَيْهِ صَوْتٌ: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
καὶ ; ἐγένετο πρὸς ; αὐτόν· φωνὴ ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
فَقَالَ بُطْرُسُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنِّي لَمْ آكُلْ قَطُّ شَيْئًا دَنِسًا أَوْ نَجِسًا.
δὲ ; εἶπεν· ὁ ; Πέτρος μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε ; ἔφαγον πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον.
وَإِذْ كَانَ بُطْرُسُ يَرْتَابُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا عَسَى أَنْ تَكُونَ الرُّؤْيَا الَّتِي رَآهَا.، إِذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ أُرْسِلُوا مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وكَانُوا قَدْ سَأَلُوا عَنْ بَيْتِ سِمْعَانَ وَقَدْ وَقَفُوا عَلَى الْبَابِ
ὡς ; δὲ ὁ ; Πέτρος διηπόρει ἐν ἑαυτῷ τί ἂν εἴη τὸ ; ὅραμα ὃ εἶδεν, καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος, ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν ; πυλῶνα·
وَنَادَوْا يَسْتَخْبِرُونَ: هَلْ سِمْعَانُ الْمُلَقَّبُ بُطْرُسَ نَازِلٌ هُنَاكَ.
καὶ ; φωνήσαντες ἐπυνθάνοντο εἰ Σίμων ὁ ; ἐπικαλούμενος Πέτρος ξενίζεται.¶ ἐνθάδε
وَبَيْنَمَا بُطْرُسُ مُتَفَكِّرٌ فِي الرُّؤْيَا، قَالَ لَهُ الرُّوحُ: هُوَذَا ثَلاَثَةُ رِجَال يَطْلُبُونَكَ.
δὲ Τοῦ ; Πέτρου ἐνθυμουμένου περὶ τοῦ ; ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ ; πνεῦμα· ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ζητοῦσίν; σε·
فَنَزَلَ بُطْرُسُ إِلَى الرِّجَالِ الَّذِينَ أُرْسِلُوا إِلَيْهِ مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وَقَالَ: هَا أَنَا الَّذِي تَطْلُبُونَهُ. مَا هُوَ السَّبَبُ الَّذِي حَضَرْتُمْ لأَجْلِهِ.
καταβὰς ; δὲ Πέτρος πρὸς τοὺς ; ἄνδρας τοὺς ἀπεσταλμενοῦς πρὸς ; αὑτὸν, ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ ; εἰμι ὃν ζητεῖτε· τίς ἡ ; αἰτία πάρεστε; δι᾽ ; ἣν
فَدَعَاهُمْ إِلَى دَاخِل وَأَضَافَهُمْ. ثُمَّ فِي الْغَدِ خَرَجَ بُطْرُسُ مَعَهُمْ، وَأُنَاسٌ مِنَ الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنْ يَافَا رَافَقُوهُ.
εἰσκαλεσάμενος ; οὖν ; αὐτοὺς ἐξένισεν. δὲ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθεν ὁ ; Πέτρος σὺν ; αὐτοῖς, καί ; τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ τὴς ; Ἰόππης συνῆλθον ; αὐτῷ.
وَلَمَّا دَخَلَ بُطْرُسُ اسْتَقْبَلَهُ كَرْنِيلِيُوسُ وَسَجَدَ وَاقِعًا عَلَى قَدَمَيْهِ.
ὡς ; δὲ ; ἐγένετο εἰσελθεῖν ; τοῦ τὸν ; Πέτρον, συναντήσας ; αὐτῷ ὁ ; Κορνήλιος προσεκύνησεν. πεσὼν ἐπὶ τοὺς ; πόδας
فَأَقَامَهُ بُطْرُسُ قَائِلاً: قُمْ، أَنَا أَيْضًا إِنْسَانٌ.
δὲ ; ἤγειρεν ; αὐτὸν ὁ ; Πέτρος λέγων· ἀνάστηθι· ἐγὼ ; εἰμι. καὶ ; αὐτὸς ἄνθρωπός
فَأَرْسِلْ إِلَى يَافَا وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ. إِنَّهُ نَازِلٌ فِي بَيْتِ سِمْعَانَ رَجُل دَبَّاغٍ عِنْدَ الْبَحْرِ. فَهُوَ مَتَى جَاءَ يُكَلِّمُكَ.
πέμψον ; οὖν εἰς Ἰόππην καὶ ; μετακάλεσαι Σίμωνα ὃς ; ἐπικαλεῖται Πέτρος· οὗτος ξενίζεται ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος βυρσέως παρὰ θάλασσαν ὃς παραγενόμενος λαλήσει ; σοι.
فَفَتَحَ بُطْرُسُ فَاهُ وَقَالَ: بِالْحَقِّ أَنَا أَجِدُ أَنَّ اللهَ لاَ يَقْبَلُ الْوُجُوهَ.
Ἀνοίξας ; δὲ Πέτρος τὸ ; στόμα εἶπεν· ἐπ᾽ ; ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι ὁ ; θεός, οὐκ ; ἔστιν προσωπολήμπτης
فَبَيْنَمَا بُطْرُسُ يَتَكَلَّمُ بِهذِهِ الأُمُورِ حَلَّ الرُّوحُ الْقُدُسُ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ الْكَلِمَةَ.
Ἔτι τοῦ ; Πέτρου λαλοῦντος ταῦτα τὰ ; ῥήματα ἐπέπεσεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν ; λόγον.
فَانْدَهَشَ الْمُؤْمِنُونَ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ، كُلُّ مَنْ جَاءَ مَعَ بُطْرُسَ، لأَنَّ مَوْهِبَةَ الرُّوحِ الْقُدُسِ قَدِ انْسَكَبَتْ عَلَى الأُمَمِ أَيْضًا.
καὶ ; ἐξέστησαν οἱ ; πιστοὶ ἐκ περιτομῆς ὅσοι συνῆλθαν τῷ ; Πέτρῳ, ὅτι ἡ ; δωρεὰ τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐκκέχυται· ἐπὶ τὰ ; ἔθνη καὶ
لأَنَّهُمْ كَانُوا يَسْمَعُونَهُمْ يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ وَيُعَظِّمُونَ اللهَ. حِينَئِذٍ أَجَابَ بُطْرُسُ:
γὰρ ἤκουον ; αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ ; μεγαλυνόντων τὸν ; θεόν. τότε ἀπεκρίθη ὁ ; Πέτρος·
وَلَمَّا صَعِدَ بُطْرُسُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، خَاصَمَهُ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ،
Καὶ ; Ὅτε ἀνέβη Πέτρος εἰς Ἱεροσόλυμα διεκρίνοντο ; πρὸς ; αὐτὸν οἱ ἐκ περιτομῆς
فَابْتَدَأَ بُطْرُسُ يَشْرَحُ لَهُمْ بِالتَّتَابُعِ قَائِلاً:
ἀρξάμενος ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἐξετίθετο αὐτοῖς καθεξῆς λέγων·
وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
ἤκουσα ; δὲ φωνῆς λεγούσης μοι· ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
فَأَخْبَرَنَا كَيْفَ رَأَى الْمَلاَكَ فِي بَيْتِهِ قَائِمًا وَقَائِلاً لَهُ: أَرْسِلْ إِلَى يَافَا رِجَالاً، وَاسْتَدْعِ سِمْعَانَ الْمُلَقَّبَ بُطْرُسَ،
ἀπήγγειλεν ; τε; ἡμῖν πῶς εἶδεν τὸν ; ἄγγελον ἐν τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ σταθέντα καὶ ; εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ ; μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ; ἐπικαλούμενον Πέτρον,
وَإِذْ رَأَى أَنَّ ذلِكَ يُرْضِي الْيَهُودَ، عَادَ فَقَبَضَ عَلَى بُطْرُسَ أَيْضًا. وَكَانَتْ أَيَّامُ الْفَطِيرِ.
Καὶ ; ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ; ἐστιν τοῖς ; Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν Πέτρον, καὶ ἦσαν ; δὲ αἱ ; ἡμέραι τῶν ; ἀζύμων,
فَكَانَ بُطْرُسُ مَحْرُوسًا فِي السِّجْنِ، وَأَمَّا الْكَنِيسَةُ فَكَانَتْ تَصِيرُ مِنْهَا صَلاَةٌ بِلَجَاجَةٍ إِلَى اللهِ مِنْ أَجْلِهِ.
μὲν ; οὖν Ὁ ; Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ ; φυλακῇ· δὲ τῆς ; ἐκκλησίας ἦν γινομένη ὑπὸ προσευχὴ ἐκτενὴς πρὸς τὸν ; θεὸν ὑπὲρ; αὐτοῦ.
وَلَمَّا كَانَ هِيرُودُسُ مُزْمِعًا أَنْ يُقَدِّمَهُ، كَانَ بُطْرُسُ فِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ نَائِمًا بَيْنَ عَسْكَرِيَّيْنِ مَرْبُوطًا بِسِلْسِلَتَيْنِ، وَكَانَ قُدَّامَ الْبَابِ حُرَّاسٌ يَحْرُسُونَ السِّجْنَ.
ὅτε ; δὲ ὁ ; Ἡρῴδης, ἤμελλεν προάγειν; αὐτὸν ἦν ὁ ; Πέτρος ἐκείνῃ ; τῇ νυκτὶ κοιμώμενος μεταξὺ δύο ; στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσιν ; δυσίν, τε πρὸ τῆς ; θύρας φύλακές ἐτήρουν τὴν ; φυλακήν.
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ أَقْبَلَ، وَنُورٌ أَضَاءَ فِي الْبَيْتِ، فَضَرَبَ جَنْبَ بُطْرُسَ وَأَيْقَظَهُ قَائِلاً: قُمْ عَاجِلاً.. فَسَقَطَتِ السِّلْسِلَتَانِ مِنْ يَدَيْهِ.
καὶ ; ἰδοὺ ἄγγελος κυρίου ἐπέστη καὶ ; φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ ; οἰκήματι· πατάξας ; δὲ τὴν ; πλευρὰν τοῦ ; Πέτρου ἤγειρεν ; αὐτὸν λέγων· ἀνάστα ἐν ; τάχει. καὶ ; ἐξέπεσαν ; αὐτοῦ αἱ ; ἁλύσεις ἐκ τῶν ; χειρῶν.
فَقَالَ بُطْرُسُ، وَهُوَ قَدْ رَجَعَ إِلَى نَفْسِهِ: الآنَ عَلِمْتُ يَقِينًا أَنَّ الرَّبَّ أَرْسَلَ مَلاَكَهُ وَأَنْقَذَنِي مِنْ يَدِ هِيرُودُسَ، وَمِنْ كُلِّ انْتِظَارِ شَعْبِ الْيَهُودِ.
καὶ ; εἶπεν· ὁ ; Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ὁ ; κύριος ἐξαπέστειλεν τὸν ; ἄγγελον ; αὐτοῦ με ; ἐξείλατό ; καὶ ἐκ χειρὸς Ἡρῴδου καὶ πάσης τῆς ; προσδοκίας τοῦ ; λαοῦ τῶν ; Ἰουδαίων.
فَلَمَّا قَرَعَ بُطْرُسُ بَابَ الدِّهْلِيزِ جَاءَتْ جَارِيَةٌ اسْمُهَا رَوْدَا لِتَسْمَعَ.
δὲ κρούσαντος τοῦ ; Πέτρου τὴν ; θύραν τοῦ ; πυλῶνος προσῆλθεν παιδίσκη ὀνόματι Ῥόδη· ὑπακοῦσαι
فَلَمَّا عَرَفَتْ صَوْتَ بُطْرُسَ لَمْ تَفْتَحِ الْبَابَ مِنَ الْفَرَحِ، بَلْ رَكَضَتْ إِلَى دَاخِل وَأَخْبَرَتْ أَنَّ بُطْرُسَ وَاقِفٌ قُدَّامَ الْبَابِ.
καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν ; φωνὴν τοῦ ; Πέτρου οὐκ ἤνοιξεν τὸν ; πυλῶνα ἀπὸ τῆς ; χαρᾶς δὲ εἰσδραμοῦσα ἀπήγγειλεν τὸν ; Πέτρον ἑστάναι πρὸ τοῦ ; πυλῶνος.