ك
إصحاح
G4072
G4073. pétra
G4074
المعنى المختصر للكلمة
pétra: a (mass of) rock (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي πέτρα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pétra (pet-ra)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

a (mass of) rock (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
rock

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; πέτραν. (2×) τῆς ; πέτρας, (1×) τῇ ; πέτρᾳ, (1×) τῇ ; πέτρᾳ (1×) τὴν ; πέτραν.¶ (1×) τὴν ; πέτραν, (1×) τὰς ; πέτρας (1×) πέτρας, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَكُلُّ مَنْ يَسْمَعُ أَقْوَالِي هذِهِ وَيَعْمَلُ بِهَا، أُشَبِّهُهُ بِرَجُل عَاقِل، بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الصَّخْرِ.
Πᾶς ; οὖν ὅστις ἀκούει μου ; τοὺς ; λόγους τούτους καὶ ; ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ ὅστις ; ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ ; τὴν ; οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; πέτραν.
متى 16: 18 Mat.16.18
وَأَنَا أَقُولُ لَكَ أَنْتَ بُطْرُسُ، وَعَلَى هذِهِ الصَّخْرَةِ أَبْني كَنِيسَتِي، وَأَبْوَابُ الْجَحِيمِ لَنْ تَقْوَى عَلَيْهَا.
κἀγὼ ; δέ λέγω σοι σὺ ; εἶ Πέτρος καὶ ; ἐπὶ ταύτῃ τῇ ; πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου ; τὴν ; ἐκκλησίαν, καὶ ; πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
متى 27: 51 Mat.27.51
وَإِذَا حِجَابُ الْهَيْكَلِ قَدِ انْشَقَّ إِلَى اثْنَيْنِ، مِنْ فَوْقُ إِلَى أَسْفَلُ. وَالأَرْضُ تَزَلْزَلَتْ، وَالصُّخُورُ تَشَقَّقَتْ،
Καὶ ; ἰδοὺ τὸ ; καταπέτασμα τοῦ ; ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο, ἀπ᾽ ἄνωθεν ἕως κάτω ἡ ; γῆ ἐσείσθη, καὶ ; αἱ ; πέτραι ἐσχίσθησαν,
متى 27: 60 Mat.27.60
وَوَضَعَهُ فِي قَبْرِهِ الْجَدِيدِ الَّذِي كَانَ قَدْ نَحَتَهُ فِي الصَّخْرَةِ، ثُمَّ دَحْرَجَ حَجَرًا كَبِيرًا عَلَى بَاب الْقَبْرِ وَمَضَى.
καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν τῷ ; αὐτοῦ ; μνημείῳ καινῷ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ ; πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ ; μνημείου ἀπῆλθεν.
فَاشْتَرَى كَتَّانًا، فَأَنْزَلَهُ وَكَفَّنَهُ بِالْكَتَّانِ، وَوَضَعَهُ فِي قَبْرٍ كَانَ مَنْحُوتًا فِي صَخْرَةٍ، وَدَحْرَجَ حَجَرًا عَلَى بَابِ الْقَبْرِ.
καὶ ; ἀγοράσας σινδόνα, καὶ ; καθελὼν ; αὐτὸν ἐνείλησεν τῇ ; σινδόνι καὶ ; κατέθηκεν; αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ; ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας καὶ ; προσεκύλισεν λίθον ἐπὶ τὴν ; θύραν τοῦ ; μνημείου.
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
يُشْبِهُ إِنْسَانًا بَنَى بَيْتًا، وَحَفَرَ وَعَمَّقَ وَوَضَعَ الأَسَاسَ عَلَى الصَّخْرِ. فَلَمَّا حَدَثَ سَيْلٌ صَدَمَ النَّهْرُ ذلِكَ الْبَيْتَ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يُزَعْزِعَهُ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
ὅμοιός ; ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς ; ἔσκαψεν καὶ ; ἐβάθυνεν καὶ ; ἔθηκεν θεμέλιον ἐπὶ τὴν ; πέτραν. δὲ γενομένης πλημμύρης προσέρηξεν ὁ ; ποταμὸς ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἴσχυσεν σαλεῦσαι ; αὐτὴν γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ τὴν ; πέτραν.¶
وَسَقَطَ آخَرُ عَلَى الصَّخْرِ، فَلَمَّا نَبَتَ جَفَّ لأَنَّهُ لَمْ تَكُنْ لَهُ رُطُوبَةٌ.
καὶ ; κατέπεσεν ἕτερον ἐπὶ τὴν ; πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ μὴ ἔχειν τὸ ; ἰκμάδα.
وَالَّذِينَ عَلَى الصَّخْرِ هُمُ الَّذِينَ مَتَى سَمِعُوا يَقْبَلُونَ الْكَلِمَةَ بِفَرَحٍ، وَهؤُلاَءِ لَيْسَ لَهُمْ أَصْلٌ، فَيُؤْمِنُونَ إِلَى حِينٍ، وَفِي وَقْتِ التَّجْرِبَةِ يَرْتَدُّونَ.
οἱ ; δὲ ἐπὶ τῆς ; πέτρας, οἳ ὅταν ἀκούσωσιν δέχονται τὸν ; λόγον· μετὰ ; χαρᾶς καὶ ; οὗτοι οὐκ ἔχουσιν, ῥίζαν οἳ ; πιστεύουσιν πρὸς καιρὸν καὶ ; ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هَا أَنَا أَضَعُ فِي صِهْيَوْنَ حَجَرَ صَدْمَةٍ وَصَخْرَةَ عَثْرَةٍ، وَكُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُخْزَى.
καθὼς γέγραπται· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ ; πέτραν σκανδάλου, καὶ ; πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾽ ; αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.¶
وَجَمِيعَهُمْ شَرَابًا وَاحِدًا رُوحِيًّا، لأَنَّهُمْ كَانُوا يَشْرَبُونَ مِنْ صَخْرَةٍ رُوحِيَّةٍ تَابِعَتِهِمْ، وَالصَّخْرَةُ كَانَتِ الْمَسِيحَ.
καὶ ; πάντες πόμα, τὸ ; αὐτὸ πνευματικὸν γὰρ ἔπινον ἐκ πέτρας, πνευματικῆς ἀκολουθούσης ἡ ; πέτρα ; δὲ ἦν ὁ ; Χριστός·
وَحَجَرَ صَدْمَةٍ وَصَخْرَةَ عَثْرَةٍ. الَّذِينَ يَعْثُرُونَ غَيْرَ طَائِعِينَ لِلْكَلِمَةِ، الأَمْرُ الَّذِي جُعِلُوا لَهُ
καὶ ; λίθος προσκόμματος καὶ ; πέτρα σκανδάλου, οἳ προσκόπτουσιν ἀπειθοῦντες, τῷ ; λόγῳ εἰς ; ὃ ἐτέθησαν·
وَمُلُوكُ الأَرْضِ وَالْعُظَمَاءُ وَالأَغْنِيَاءُ وَالأُمَرَاءُ وَالأَقْوِيَاءُ وَكُلُّ عَبْدٍ وَكُلُّ حُرّ، أَخْفَوْا أَنْفُسَهُمْ فِي الْمَغَايِرِ وَفِي صُخُورِ الْجِبَالِ،
καὶ ; οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; οἱ ; μεγιστᾶνες καὶ ; οἱ ; πλούσιοι καὶ ; οἱ ; χιλίαρχοι καὶ ; οἱ ; δυνατοί καὶ ; πᾶς δοῦλος καὶ ; πᾶς ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ ; σπήλαια καὶ ; εἰς τὰς ; πέτρας τῶν ; ὀρέων
وَهُمْ يَقُولُونَ لِلْجِبَالِ وَالصُّخُورِ: اسْقُطِي عَلَيْنَا وَأَخْفِينَا عَنْ وَجْهِ الْجَالِسِ عَلَى الْعَرْشِ وَعَنْ غَضَبِ الْخَرُوفِ،
καὶ λέγουσιν τοῖς ; ὄρεσιν καὶ ; ταῖς ; πέτραις· πέσετε ἐφ᾽ ; ἡμᾶς καὶ ; κρύψατε ; ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ ; καθημένου ἐπὶ τοῦ ; θρόνου καὶ ; ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς τοῦ ; ἀρνίου,