ك
إصحاح
G3755
G3756. ou
G3757
المعنى المختصر للكلمة
ou: the absolute negative (compare ) adverb
اللفظ الأصلي οὐ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ou (oo)
تكرار الورود في الكتاب 1412 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 the absolute negative (compare ) adverb
2 no or not
الإنجليزية — KJV Translation Tags
+ long nay neither never no (X man) none (can-)not + nothing + special un(-worthy) when + without + yet but

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

οὐκ (564×) οὐ (485×) καὶ ; οὐκ (123×) οὐχ (80×) καὶ ; οὐ (55×) καὶ ; οὐχ (16×) Οὐ (14×) Οὐκ (7×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1412 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَيْسَ كَمَا رَجَوْنَا، بَلْ أَعْطَوْا أَنْفُسَهُمْ أَوَّلاً لِلرَّبِّ، وَلَنَا، بِمَشِيئَةِ اللهِ.
καὶ ; οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ᾽ ἔδωκαν ἑαυτοὺς πρῶτον τῷ ; κυρίῳ καὶ ; ἡμῖν διὰ ; θελήματος θεοῦ
لَسْتُ أَقُولُ عَلَى سَبِيلِ الأَمْرِ، بَلْ بِاجْتِهَادِ آخَرِينَ، مُخْتَبِرًا إِخْلاَصَ مَحَبَّتِكُمْ أَيْضًا.
οὐ λέγω κατ᾽ ἐπιταγὴν ἀλλὰ σπουδῆς διὰ ; τῆς ; ἑτέρων δοκιμάζων· τῆς ; γνήσιον ὑμετέρας ; ἀγάπης καὶ
أُعْطِي رَأْيًا فِي هذَا أَيْضًا، لأَنَّ هذَا يَنْفَعُكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ سَبَقْتُمْ فَابْتَدَأْتُمْ مُنْذُ الْعَامِ الْمَاضِي، لَيْسَ أَنْ تَفْعَلُوا فَقَطْ بَلْ أَنْ تُرِيدُوا أَيْضًا.
δίδωμι· γνώμην ἐν τούτῳ καὶ γὰρ συμφέρει, ὑμῖν οἵτινες προενήρξασθε ἀπὸ πέρυσι. οὐ τὸ ; ποιῆσαι μόνον ἀλλὰ τὸ ; θέλειν καὶ
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ النَّشَاطُ مَوْجُودًا فَهُوَ مَقْبُولٌ عَلَى حَسَبِ مَا لِلإِنْسَانِ، لاَ عَلَى حَسَبِ مَا لَيْسَ لَهُ.
γὰρ εἰ ἡ ; προθυμία πρόκειται, εὐπρόσδεκτος, καθὸ ἐὰν ; ἔχῃ τις, οὐ καθὸ οὐκ ἔχει.
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ النَّشَاطُ مَوْجُودًا فَهُوَ مَقْبُولٌ عَلَى حَسَبِ مَا لِلإِنْسَانِ، لاَ عَلَى حَسَبِ مَا لَيْسَ لَهُ.
γὰρ εἰ ἡ ; προθυμία πρόκειται, εὐπρόσδεκτος, καθὸ ἐὰν ; ἔχῃ τις, οὐ καθὸ οὐκ ἔχει.
فَإِنَّهُ لَيْسَ لِكَيْ يَكُونَ لِلآخَرِينَ رَاحَةٌ وَلَكُمْ ضِيقٌ،
γὰρ οὐ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν ; δὲ θλῖψις,
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: الَّذِي جَمَعَ كَثِيرًا لَمْ يُفْضِلْ، وَالَّذِي جَمَعَ قَلِيلاً لَمْ يُنْقِصْ.
καθὼς γέγραπται· ὁ ; τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασεν καὶ ; ὁ ; τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησεν.¶
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: الَّذِي جَمَعَ كَثِيرًا لَمْ يُفْضِلْ، وَالَّذِي جَمَعَ قَلِيلاً لَمْ يُنْقِصْ.
καθὼς γέγραπται· ὁ ; τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασεν καὶ ; ὁ ; τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησεν.¶
وَلَيْسَ ذلِكَ فَقَطْ، بَلْ هُوَ مُنْتَخَبٌ أَيْضًا مِنَ الْكَنَائِسِ رَفِيقًا لَنَا فِي السَّفَرِ، مَعَ هذِهِ النِّعْمَةِ الْمَخْدُومَةِ مِنَّا لِمَجْدِ ذَاتِ الرَّبِّ وَلِنَشَاطِكُمْ.
οὐ δέ, μόνον ἀλλὰ χειροτονηθεὶς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἐκκλησιῶν συνέκδημος ; ἡμῶν σὺν ταύτῃ τῇ ; χάριτι τῇ ; διακονουμένῃ ὑφ᾽ ; ἡμῶν πρὸς ; τὴν ; δόξαν αὐτοῦ τοῦ ; κυρίου καὶ ; προθυμίαν ; ἡμῶν
مُعْتَنِينَ بِأُمُورٍ حَسَنَةٍ، لَيْسَ قُدَّامَ الرَّبِّ فَقَطْ، بَلْ قُدَّامَ النَّاسِ أَيْضًا.
προνοούμενοι καλὰ οὐ ἐνώπιον κυρίου μόνον ἀλλὰ ἐνώπιον ἀνθρώπων. καὶ
لأَنَّ افْتِعَالَ هذِهِ الْخِدْمَةِ لَيْسَ يَسُدُّ إِعْوَازَ الْقِدِّيسِينَ فَقَطْ، بَلْ يَزِيدُ بِشُكْرٍ كَثِيرٍ ِللهِ
ὅτι ἡ ; διακονία ταύτης τῆς ; λειτουργίας οὐ προσαναπληροῦσα τὰ ; ὑστερήματα τῶν ; ἁγίων μόνον ἀλλὰ ; καὶ περισσεύουσα διὰ ; εὐχαριστιῶν πολλῶν τῷ ; θεῷ·
لأَنَّنَا وَإِنْ كنَّا نَسْلُكُ فِي الْجَسَدِ، لَسْنَا حَسَبَ الْجَسَدِ نُحَارِبُ.
γὰρ περιπατοῦντες ἐν σαρκὶ οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα,
إِذْ أَسْلِحَةُ مُحَارَبَتِنَا لَيْسَتْ جَسَدِيَّةً، بَلْ قَادِرَةٌ بِاللهِ عَلَى هَدْمِ حُصُونٍ.
γὰρ τὰ ; ὅπλα τῆς ; στρατείας ; ἡμῶν οὐ σαρκικὰ ἀλλὰ δυνατὰ τῷ ; θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων,
فَإِنِّي وَإِنِ افْتَخَرْتُ شَيْئًا أَكْثَرَ بِسُلْطَانِنَا الَّذِي أَعْطَانَا إِيَّاهُ الرَّبُّ لِبُنْيَانِكُمْ لاَ لِهَدْمِكُمْ، لاَ أُخْجَلُ.
γὰρ ; καὶ ἐάν ; τε καυχήσωμαι τι περισσότερόν τῆς ; ἐξουσίας ; ἡμῶν ἧς ἔδωκεν ; ἡμῖν ὁ ; κύριος εἰς ; οἰκοδομὴν καὶ ; οὐκ εἰς ; καθαίρεσιν ; ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι·
فَإِنِّي وَإِنِ افْتَخَرْتُ شَيْئًا أَكْثَرَ بِسُلْطَانِنَا الَّذِي أَعْطَانَا إِيَّاهُ الرَّبُّ لِبُنْيَانِكُمْ لاَ لِهَدْمِكُمْ، لاَ أُخْجَلُ.
γὰρ ; καὶ ἐάν ; τε καυχήσωμαι τι περισσότερόν τῆς ; ἐξουσίας ; ἡμῶν ἧς ἔδωκεν ; ἡμῖν ὁ ; κύριος εἰς ; οἰκοδομὴν καὶ ; οὐκ εἰς ; καθαίρεσιν ; ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι·
لأَنَّنَا لاَ نَجْتَرِئُ أَنْ نَعُدَّ أَنْفُسَنَا بَيْنَ قَوْمٍ مِنَ الَّذِينَ يَمْدَحُونَ أَنْفُسَهُمْ، وَلاَ أَنْ نُقَابِلَ أَنْفُسَنَا بِهِمْ. بَلْ هُمْ إِذْ يَقِيسُونَ أَنْفُسَهُمْ عَلَى أَنْفُسِهِمْ، وَيُقَابِلُونَ أَنْفُسَهُمْ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَفْهَمُونَ.
γὰρ Οὐ τολμῶμεν ἐγκρῖναι τισιν τῶν ; συνιστανόντων· ἑαυτοὺς ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς ἀλλ᾽ αὐτοὶ μετροῦντες ἑαυτοὺς ἐν ἑαυτοῖς καὶ ; συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιᾶσιν.
لأَنَّنَا لاَ نَجْتَرِئُ أَنْ نَعُدَّ أَنْفُسَنَا بَيْنَ قَوْمٍ مِنَ الَّذِينَ يَمْدَحُونَ أَنْفُسَهُمْ، وَلاَ أَنْ نُقَابِلَ أَنْفُسَنَا بِهِمْ. بَلْ هُمْ إِذْ يَقِيسُونَ أَنْفُسَهُمْ عَلَى أَنْفُسِهِمْ، وَيُقَابِلُونَ أَنْفُسَهُمْ بِأَنْفُسِهِمْ، لاَ يَفْهَمُونَ.
γὰρ Οὐ τολμῶμεν ἐγκρῖναι τισιν τῶν ; συνιστανόντων· ἑαυτοὺς ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς ἀλλ᾽ αὐτοὶ μετροῦντες ἑαυτοὺς ἐν ἑαυτοῖς καὶ ; συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιᾶσιν.
لأَنَّنَا لاَ نُمَدِّدُ أَنْفُسَنَا كَأَنَّنَا لَسْنَا نَبْلُغُ إِلَيْكُمْ. إِذْ قَدْ وَصَلْنَا إِلَيْكُمْ أَيْضًا فِي إِنْجِيلِ الْمَسِيحِ.
γὰρ οὐ ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ; ὑμᾶς ἐφθάσαμεν ἄχρι ; γὰρ ; ὑμῶν καὶ ἐν τῷ ; εὐαγγελίῳ τοῦ ; Χριστοῦ·
غَيْرَ مُفْتَخِرِينَ إِلَى مَا لاَ يُقَاسُ فِي أَتْعَابِ آخَرِينَ، بَلْ رَاجِينَ إِذَا نَمَا إِيمَانُكُمْ أَنْ نَتَعَظَّمَ بَيْنَكُمْ حَسَبَ قَانُونِنَا بِزِيَادَةٍ،
οὐκ καυχώμενοι εἰς τὰ ἄμετρα ἐν κόποις, ἀλλοτρίοις δὲ ἐλπίδα ἔχοντες αὐξανομένης τῆς ; πίστεως μεγαλυνθῆναι ἐν ; ὑμῖν κατὰ τὸν ; κανόνα ; ἡμῶν εἰς ; περισσείαν,
لِنُبَشِّرَ إِلَى مَا وَرَاءَكُمْ. لاَ لِنَفْتَخِرَ بِالأُمُورِ الْمُعَدَّةِ فِي قَانُونِ غَيْرِنَا.
εὐαγγελίσασθαι, εἰς τὰ ὑπερέκεινα ; ὑμῶν οὐκ καυχήσασθαι. εἰς ; τὰ ἕτοιμα ἐν κανόνι ἀλλοτρίῳ
لأَنَّهُ لَيْسَ مَنْ مَدَحَ نَفْسَهُ هُوَ الْمُزَكَّى، بَلْ مَنْ يَمْدَحُهُ الرَّبُّ.
γὰρ οὐ ὁ συνιστάνων, ἑαυτὸν ἐκεῖνός ; ἐστιν δόκιμος, ἀλλ᾽ ὃν συνίστησιν.¶ ὁ ; κύριος
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ الآتِي يَكْرِزُ بِيَسُوعَ آخَرَ لَمْ نَكْرِزْ بِهِ، أَوْ كُنْتُمْ تَأْخُذُونَ رُوحًا آخَرَ لَمْ تَأْخُذُوهُ، أَوْ إِنْجِيلاً آخَرَ لَمْ تَقْبَلُوهُ، فَحَسَنًا كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ.
μὲν ; γὰρ εἰ ὁ ; ἐρχόμενος κηρύσσει Ἰησοῦν ἄλλον οὐκ ἐκηρύξαμεν, ὃν ἢ λαμβάνετε πνεῦμα ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐδέξασθε, καλῶς ἠνείχεσθε
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ الآتِي يَكْرِزُ بِيَسُوعَ آخَرَ لَمْ نَكْرِزْ بِهِ، أَوْ كُنْتُمْ تَأْخُذُونَ رُوحًا آخَرَ لَمْ تَأْخُذُوهُ، أَوْ إِنْجِيلاً آخَرَ لَمْ تَقْبَلُوهُ، فَحَسَنًا كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ.
μὲν ; γὰρ εἰ ὁ ; ἐρχόμενος κηρύσσει Ἰησοῦν ἄλλον οὐκ ἐκηρύξαμεν, ὃν ἢ λαμβάνετε πνεῦμα ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐδέξασθε, καλῶς ἠνείχεσθε
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ الآتِي يَكْرِزُ بِيَسُوعَ آخَرَ لَمْ نَكْرِزْ بِهِ، أَوْ كُنْتُمْ تَأْخُذُونَ رُوحًا آخَرَ لَمْ تَأْخُذُوهُ، أَوْ إِنْجِيلاً آخَرَ لَمْ تَقْبَلُوهُ، فَحَسَنًا كُنْتُمْ تَحْتَمِلُونَ.
μὲν ; γὰρ εἰ ὁ ; ἐρχόμενος κηρύσσει Ἰησοῦν ἄλλον οὐκ ἐκηρύξαμεν, ὃν ἢ λαμβάνετε πνεῦμα ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον οὐκ ὃ ; ἐδέξασθε, καλῶς ἠνείχεσθε
وَإِنْ كُنْتُ عَامِّيًّا فِي الْكَلاَمِ، فَلَسْتُ فِي الْعِلْمِ، بَلْ فِي كُلِّ شَيْءٍ ظَاهِرُونَ لَكُمْ بَيْنَ الْجَمِيعِ.
εἰ ; δὲ ; καὶ ἰδιώτης τῷ ; λόγῳ, ἀλλ᾽ ; οὐ τῇ ; γνώσει, ἀλλ᾽ ἐν παντὶ φανερωθέντες εἰς ; ὑμᾶς. ἐν πᾶσιν
سَلَبْتُ كَنَائِسَ أُخْرَى آخِذًا أُجْرَةً لأَجْلِ خِدْمَتِكُمْ، وَإِذْ كُنْتُ حَاضِرًا عِنْدَكُمْ وَاحْتَجْتُ، لَمْ أُثَقِّلْ عَلَى أَحَدٍ.
ἐσύλησα ἐκκλησίας ἄλλας λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ; ὑμῶν ; διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ; ὑμᾶς καὶ ; ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐθενός·
حَقُّ الْمَسِيحِ فِيَّ. إِنَّ هذَا الافْتِخَارَ لاَ يُسَدُّ عَنِّي فِي أَقَالِيمِ أَخَائِيَةَ.
ἔστιν ; ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ; ἐμοὶ ὅτι αὕτη ἡ ; καύχησις οὐ φραγήσεται εἰς ; ἐμὲ ἐν τοῖς ; κλίμασιν τῆς ; Ἀχαΐας.
لِمَاذَا. أَلأَنِّي لاَ أُحِبُّكُمْ. اَللهُ يَعْلَمُ.
διὰ ; τί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ; ὑμᾶς; ὁ ; θεὸς οἶδεν·
وَلاَ عَجَبَ. لأَنَّ الشَّيْطَانَ نَفْسَهُ يُغَيِّرُ شَكْلَهُ إِلَى شِبْهِ مَلاَكِ نُورٍ.
καὶ ; οὐ θαυμαστόν γὰρ ὁ ; σατανᾶς αὐτὸς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός·
فَلَيْسَ عَظِيمًا إِنْ كَانَ خُدَّامُهُ أَيْضًا يُغَيِّرُونَ شَكْلَهُمْ كَخُدَّامٍ لِلْبِرِّ. الَّذِينَ نِهَايَتُهُمْ تَكُونُ حَسَبَ أَعْمَالِهِمْ.
οὐ μέγα εἰ οὖν οἱ ; διάκονοι ; αὐτοῦ καὶ μετασχηματίζονται ὡς ; διάκονοι δικαιοσύνης ὧν τὸ ; τέλος ἔσται κατὰ τὰ ; ἔργα ; αὐτῶν.¶