ك
إصحاح
G3587
G3588. ho
G3589
المعنى المختصر للكلمة
ho: the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ho (ho)
تكرار الورود في الكتاب 1991 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

the definite article;

المعنى والشرح المفصل

the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
the this that one he she it etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) τῶν (162×) οἱ (133×) τοῖς (114×) τῷ (103×) τὰ (102×) τοῦ (97×) τὸ (90×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1991 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَإِنْ كُنْتُمْ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ تَعْرِفُونَ أَنْ تُعْطُوا أَوْلاَدَكُمْ عَطَايَا جَيِّدَةً، فَكَمْ بِالْحَرِيِّ أَبُوكُمُ الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ، يَهَبُ خَيْرَاتٍ لِلَّذِينَ يَسْأَلُونَهُ.
εἰ ; οὖν ὑμεῖς ὄντες πονηροὶ οἴδατε διδόναι τοῖς ; τέκνοις ; ὑμῶν, δόματα ἀγαθὰ πόσῳ μᾶλλον ὁ ; πατὴρ ; ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς ; οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν ; αὐτόν;¶
اُدْخُلُوا مِنَ الْبَاب الضَّيِّقِ، لأَنَّهُ وَاسِعٌ الْبَابُ وَرَحْبٌ الطَّرِيقُ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْهَلاَكِ، وَكَثِيرُونَ هُمُ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ مِنْهُ.
Εἰσέλθατε διὰ τῆς ; πύλης, στενῆς ὅτι πλατεῖα ; πύλη καὶ ; εὐρύχωρος ἡ ; ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ἀπώλειαν, καὶ ; πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι αὐτῆς. ; δι᾽
اُدْخُلُوا مِنَ الْبَاب الضَّيِّقِ، لأَنَّهُ وَاسِعٌ الْبَابُ وَرَحْبٌ الطَّرِيقُ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْهَلاَكِ، وَكَثِيرُونَ هُمُ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ مِنْهُ.
Εἰσέλθατε διὰ τῆς ; πύλης, στενῆς ὅτι πλατεῖα ἡ ; πύλη καὶ ; εὐρύχωρος ἡ ; ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ἀπώλειαν, καὶ ; πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι αὐτῆς. ; δι᾽
مَا أَضْيَقَ الْبَابَ وَأَكْرَبَ الطَّرِيقَ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْحَيَاةِ، وَقَلِيلُونَ هُمُ الَّذِينَ يَجِدُونَهُ.
ὅτι στενὴ ἡ ; πύλη καὶ ; τεθλιμμένη ὁδὸς ; ἡ ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ζωήν, καὶ ; ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες ; αὐτήν.¶
مَا أَضْيَقَ الْبَابَ وَأَكْرَبَ الطَّرِيقَ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْحَيَاةِ، وَقَلِيلُونَ هُمُ الَّذِينَ يَجِدُونَهُ.
ὅτι στενὴ ; πύλη καὶ ; τεθλιμμένη ὁδὸς ; ἡ ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ζωήν, καὶ ; ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες ; αὐτήν.¶
مَا أَضْيَقَ الْبَابَ وَأَكْرَبَ الطَّرِيقَ الَّذِي يُؤَدِّي إِلَى الْحَيَاةِ، وَقَلِيلُونَ هُمُ الَّذِينَ يَجِدُونَهُ.
ὅτι στενὴ ἡ ; πύλη καὶ ; τεθλιμμένη ὁδὸς ; ἡ ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ; ζωήν, καὶ ; ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες ; αὐτήν.¶
اِحْتَرِزُوا مِنَ الأَنْبِيَاءِ الْكَذَبَةِ الَّذِينَ يَأْتُونَكُمْ بِثِيَاب الْحُمْلاَنِ، وَلكِنَّهُمْ مِنْ دَاخِل ذِئَابٌ خَاطِفَةٌ.
Προσέχετε ; δὲ ἀπὸ ψευδοπροφητῶν ; τῶν οἵτινες ἔρχονται ; πρὸς ; ὑμᾶς ἐν ; ἐνδύμασιν προβάτων, δέ ; εἰσιν ἔσωθεν λύκοι ἅρπαγες.
لَيْسَ كُلُّ مَنْ يَقُولُ لِي: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. يَدْخُلُ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ. بَلِ الَّذِي يَفْعَلُ إِرَادَةَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Οὐ πᾶς λέγων μοι· κύριε κύριε, εἰσελεύσεται εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
لَيْسَ كُلُّ مَنْ يَقُولُ لِي: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. يَدْخُلُ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ. بَلِ الَّذِي يَفْعَلُ إِرَادَةَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Οὐ πᾶς λέγων μοι· κύριε κύριε, εἰσελεύσεται εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
لَيْسَ كُلُّ مَنْ يَقُولُ لِي: يَا رَبُّ، يَا رَبُّ. يَدْخُلُ مَلَكُوتَ السَّمَاوَاتِ. بَلِ الَّذِي يَفْعَلُ إِرَادَةَ أَبِي الَّذِي فِي السَّمَاوَاتِ.
Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι· κύριε κύριε, εἰσελεύσεται εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τὸ ; θέλημα τοῦ ; πατρός ; μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
فَنَزَلَ الْمَطَرُ، وَجَاءَتِ الأَنْهَارُ، وَهَبَّتِ الرِّيَاحُ، وَوَقَعَتْ عَلَى ذلِكَ الْبَيْتِ فَلَمْ يَسْقُطْ، لأَنَّهُ كَانَ مُؤَسَّسًا عَلَى الصَّخْرِ.
καὶ ; κατέβη ἡ ; βροχὴ καὶ ; ἦλθον οἱ ; ποταμοὶ καὶ ; ἔπνευσαν οἱ ; ἄνεμοι, καὶ ; προσέπεσον ἐκείνῃ, τῇ ; οἰκίᾳ καὶ ; οὐκ ἔπεσεν· γὰρ τεθεμελίωτο ἐπὶ πέτραν.¶ ; τὴν
وَكُلُّ مَنْ يَسْمَعُ أَقْوَالِي هذِهِ وَلاَ يَعْمَلُ بِهَا، يُشَبَّهُ بِرَجُل جَاهِل، بَنَى بَيْتَهُ عَلَى الرَّمْلِ.
Καὶ ; πᾶς ἀκούων μου ; τοὺς ; λόγους τούτους καὶ ; μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ ὅστις ; ᾠκοδόμησεν αὐτοῦ ; τὴν ; οἰκίαν ἐπὶ τὴν ; ἄμμον.
فَنَزَلَ الْمَطَرُ، وَجَاءَتِ الأَنْهَارُ، وَهَبَّتِ الرِّيَاحُ، وَصَدَمَتْ ذلِكَ الْبَيْتَ فَسَقَطَ، وَكَانَ سُقُوطُهُ عَظِيمًا..
καὶ ; κατέβη ἡ ; βροχὴ καὶ ; ἦλθον οἱ ; ποταμοὶ καὶ ; ἔπνευσαν οἱ ; ἄνεμοι, καὶ ; προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ καὶ ; ἔπεσεν· καὶ ; ἦν ἡ ; πτῶσις ; αὐτῆς μεγάλη.¶
فَلَمَّا أَكْمَلَ يَسُوعُ هذِهِ الأَقْوَالَ بُهِتَتِ الْجُمُوعُ مِنْ تَعْلِيمِهِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὅτε συνετέλεσεν ὁ ; Ἰησοῦς τούτους, τοὺς ; λόγους ἐξεπλήσσοντο οἱ ; ὄχλοι ἐπὶ διδαχῇ ; αὐτοῦ· ; τῇ
فَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ تَعَجَّبَ، وَقَالَ لِلَّذِينَ يَتْبَعُونَ: اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَمْ أَجِدْ فِي إِسْرَائِيلَ إِيمَانًا بِمِقْدَارِ هذَا.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ἐθαύμασεν καὶ ; εἶπεν τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐδὲ εὗρον. ἐν τῷ ; Ἰσραὴλ πίστιν τοσαύτην
ثُمَّ قَالَ يَسُوعُ لِقَائِدِ الْمِئَةِ: اذْهَبْ، وَكَمَا آمَنْتَ لِيَكُنْ لَكَ. فَبَرَأَ غُلاَمُهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ.
καὶ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς τῷ ; ἑκατοντάρχῃ· ὕπαγε, καὶ ; ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ; ἰάθη ὁ ; αὐτοῦ ; παῖς ἐν ἐκείνῃ.¶ ὥρᾳ ; τῇ
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ بُطْرُسَ، رَأَى حَمَاتَهُ مَطْرُوحَةً وَمَحْمُومَةً،
Καὶ ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς οἰκίαν ; τὴν Πέτρου εἶδεν αὐτοῦ ; πενθερὰν ; τὴν βεβλημένην καὶ ; πυρέσσουσαν
وَلَمَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ بُطْرُسَ، رَأَى حَمَاتَهُ مَطْرُوحَةً وَمَحْمُومَةً،
Καὶ ἐλθὼν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς οἰκίαν ; τὴν Πέτρου εἶδεν αὐτοῦ ; πενθερὰν ; τὴν βεβλημένην καὶ ; πυρέσσουσαν
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: هُوَ أَخَذَ أَسْقَامَنَا وَحَمَلَ أَمْرَاضَنَا.
ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· αὐτὸς ἔλαβεν τὰς ; ἀσθενείας ; ἡμῶν καὶ ; ἐβάστασεν.¶ τὰς ; νόσους
وَقَالَ لَهُ آخَرُ مِنْ تَلاَمِيذِهِ: يَا سَيِّدُ، ائْذَنْ لِي أَنْ أَمْضِيَ أَوَّلاً وَأَدْفِنَ أَبِي.
δὲ ; εἶπεν αὐτῷ· Ἕτερος τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθεῖν πρῶτον καὶ ; θάψαι τὸν ; πατέρα ; μου.¶
وَإِذَا اضْطِرَابٌ عَظِيمٌ قَدْ حَدَثَ فِي الْبَحْرِ حَتَّى غَطَّتِ الأَمْوَاجُ السَّفِينَةَ، وَكَانَ هُوَ نَائِمًا.
καὶ ; ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ ; θαλάσσῃ ὥστε καλύπτεσθαι ὑπὸ ; κυμάτων· ; τῶν τὸ ; πλοῖον δὲ αὐτὸς ἐκάθευδεν.
فَالشَّيَاطِينُ طَلَبُوا إِلَيْهِ قَائِلِينَ: إِنْ كُنْتَ تُخْرِجُنَا، فَأْذَنْ لَنَا أَنْ نَذْهَبَ إِلَى قَطِيعِ الْخَنَازِيرِ.
οἱ ; δὲ ; δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ; ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς ἀγέλην ; τὴν τῶν ; χοίρων.
أَمَّا الرُّعَاةُ فَهَرَبُوا وَمَضَوْا إِلَى الْمَدِينَةِ، وَأَخْبَرُوا عَنْ كُلِّ شَيْءٍ، وَعَنْ أَمْرِ الْمَجْنُونَيْنِ.
δὲ οἱ ; βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ; ἀπελθόντες εἰς τὴν ; πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν ; δαιμονιζομένων.
وَإِذَا قَوْمٌ مِنَ الْكَتَبَةِ قَدْ قَالُوا فِي أَنْفُسِهِمْ: هذَا يُجَدِّفُ.
καὶ ; ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπαν ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.
وَلكِنْ لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لابْنِ الإِنْسَانِ سُلْطَانًا عَلَى الأَرْضِ أَنْ يَغْفِرَ الْخَطَايَا. حِينَئِذٍ قَالَ لِلْمَفْلُوجِ: قُمِ احْمِلْ فِرَاشَكَ وَاذْهَبْ إِلَى بَيْتِكَ.
δὲ ἵνα εἰδῆτε ὅτι ἔχει ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς ; γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας, τότε λέγει παραλυτικῷ· ; τῷ ἐγερθεὶς ἆρόν σου ; τὴν ; κλίνην καὶ ; ὕπαγε εἰς τὸν ; οἶκόν ; σου.
فَلَمَّا رَأَى الْجُمُوعُ تَعَجَّبُوا وَمَجَّدُوا اللهَ الَّذِي أَعْطَى النَّاسَ سُلْطَانًا مِثْلَ هذَا.
δὲ ἰδόντες οἱ ; ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ; ἐδόξασαν τὸν ; θεὸν τὸν δόντα τοῖς ; ἀνθρώποις.¶ ἐξουσίαν τοιαύτην
حِينَئِذٍ أَتَى إِلَيْهِ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا قَائِلِينَ: لِمَاذَا نَصُومُ نَحْنُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ كَثِيرًا، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَلاَ يَصُومُونَ.
Τότε προσέρχονται αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου λέγοντες· διὰ ; τί νηστεύομεν ἡμεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι πολλά, δὲ μαθηταί ; σου ; οἱ οὐ νηστεύουσιν;¶
فَلَمَّا أُخْرِجَ الشَّيْطَانُ تَكَلَّمَ الأَخْرَسُ، فَتَعَجَّبَ الْجُمُوعُ قَائِلِينَ: لَمْ يَظْهَرْ مِثْلُ هذَا فِي إِسْرَائِيلَ.
καὶ ἐκβληθέντος τοῦ ; δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ ; κωφός. καὶ ; ἐθαύμασαν οἱ ; ὄχλοι λέγοντες οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν Ἰσραήλ. ; τῷ
وَأَمَّا أَسْمَاءُ الاثْنَيْ عَشَرَ رَسُولاً فَهِيَ هذِهِ: اَلأَوَّلُ سِمْعَانُ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسُ أَخُوهُ. يَعْقُوبُ بْنُ زَبْدِي، وَيُوحَنَّا أَخُوهُ.
δὲ τὰ ; ὀνόματά Τῶν ; δώδεκα ἀποστόλων ἐστιν ταῦτα·¶ Πρῶτος Σίμων λεγόμενος Πέτρος καὶ ; Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννης ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ,
وَأَمَّا أَسْمَاءُ الاثْنَيْ عَشَرَ رَسُولاً فَهِيَ هذِهِ: اَلأَوَّلُ سِمْعَانُ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسُ أَخُوهُ. يَعْقُوبُ بْنُ زَبْدِي، وَيُوحَنَّا أَخُوهُ.
δὲ τὰ ; ὀνόματά Τῶν ; δώδεκα ἀποστόλων ἐστιν ταῦτα·¶ Πρῶτος Σίμων λεγόμενος Πέτρος καὶ ; Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννης ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ,