ك
إصحاح
G3302
G3303. mén
G3304
المعنى المختصر للكلمة
mén: properly, indicative of affirmation or concession (in fact)
اللفظ الأصلي μέν
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق mén (men)
تكرار الورود في الكتاب 70 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 properly, indicative of affirmation or concession (in fact)
2 usually followed by a contrasted clause with (this one, the former, etc.)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
even indeed so some truly verily

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μὲν (24×) οἱ ; μὲν (5×) ὃς ; μὲν (2×) ὃν ; μὲν (2×) ὃ ; μὲν (2×) ὁ ; μὲν (2×) καὶ ; μὲν (2×) γὰρ ; μὲν (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (70 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّ دَاوُدَ بَعْدَ مَا خَدَمَ جِيلَهُ بِمَشُورَةِ اللهِ، رَقَدَ وَانْضَمَّ إِلَى آبَائِهِ، وَرَأَى فَسَادًا.
γὰρ ; μὲν Δαυὶδ ὑπηρετήσας ἰδίᾳ ; γενεᾷ τῇ ; βουλῇ τοῦ ; θεοῦ ἐκοιμήθη καὶ ; προσετέθη πρὸς τοὺς ; πατέρας ; αὐτοῦ καὶ ; εἶδεν διαφθοράν·
فَانْشَقَّ جُمْهُورُ الْمَدِينَةِ، فَكَانَ بَعْضُهُمْ مَعَ الْيَهُودِ، وَبَعْضُهُمْ مَعَ الرَّسُولَيْنِ.
ἐσχίσθη ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῆς ; πόλεως, καὶ ; ἦσαν οἱ ; μὲν σὺν τοῖς ; Ἰουδαίοις, οἱ ; δὲ σὺν τοῖς ; ἀποστόλοις.
فَهؤُلاَءِ لَمَّا أُطْلِقُوا جَاءُوا إِلَى أَنْطَاكِيَةَ، وَجَمَعُوا الْجُمْهُورَ وَدَفَعُوا الرِّسَالَةَ.
Οἱ ; μὲν οὖν ἀπολυθέντες ἦλθον εἰς Ἀντιόχειαν, καὶ ; συναγαγόντες τὸ ; πλῆθος ἐπέδωκαν τὴν ; ἐπιστολήν.
فَكَانَتِ الْكَنَائِسُ تَتَشَدَّدُ فِي الإِيمَانِ وَتَزْدَادُ فِي الْعَدَدِ كُلَّ يَوْمٍ.
οὖν ; μὲν Αἱ ; ἐκκλησίαι ἐστερεοῦντο τῇ πίστει καὶ ; ἐπερίσσευον τῷ ; ἀριθμῷ καθ᾽ ἡμέραν.
وَلَمَّا سَمِعُوا بِالْقِيَامَةِ مِنَ الأَمْوَاتِ كَانَ الْبَعْضُ يَسْتَهْزِئُونَ، وَالْبَعْضُ يَقُولُونَ: سَنَسْمَعُ مِنْكَ عَنْ هذَا أَيْضًا..
δὲ Ἀκούσαντες ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ ; μὲν ἐχλεύαζον, οἱ ; δὲ εἶπαν· ἀκουσόμεθά σου περὶ τούτου πάλιν.
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
فَأَجَابَ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ وَقَالَ: أَمَّا يَسُوعُ فَأَنَا أَعْرِفُهُ، وَبُولُسُ أَنَا أَعْلَمُهُ، وَأَمَّا أَنْتُمْ فَمَنْ أَنْتُمْ.
ἀποκριθὲν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρὸν εἶπεν μὲν τὸν ; Ἰησοῦν γινώσκω καὶ ; τὸν ; Παῦλον ἐπίσταμαι· δὲ ὑμεῖς τίνες ἐστέ;
فَإِنْ كَانَ دِيمِتْرِيُوسُ وَالصُّنَّاعُ الَّذِينَ مَعَهُ لَهُمْ دَعْوَى عَلَى أَحَدٍ، فَإِنَّهُ تُقَامُ أَيَّامٌ لِلْقَضَاءِ، وَيُوجَدُ وُلاَةٌ، فَلْيُرَافِعُوا بَعْضُهُمْ بَعْضًا.
εἰ ; οὖν μὲν Δημήτριος καὶ ; οἱ ; τεχνῖται σὺν αὐτῷ ἔχουσι λόγον, πρός τινα ἄγονται ἀγοραῖοι καὶ ; εἰσιν· ἀνθύπατοί ἐγκαλείτωσαν ἀλλήλοις.
فَلَمَّا حَصَلَ صَوْمٌ كَثِيرٌ، حِينَئِذٍ وَقَفَ بُولُسُ فِي وَسْطِهِمْ وَقَالَ: كَانَ يَنْبَغِي أَيُّهَا الرِّجَالُ أَنْ تُذْعِنُوا لِي، وَلاَ تُقْلِعُوا مِنْ كِرِيتَ، فَتَسْلَمُوا مِنْ هذَا الضَّرَرِ وَالْخَسَارَةِ.
δὲ; ὑπαρχούσης ἀσιτίας πολλῆς τότε σταθεὶς ὁ ; Παῦλος ἐν μέσῳ ; αὐτῶν εἶπεν·¶ Ἔδει ; μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς ; Κρήτης, κερδῆσαί τὴν ; ταύτην ὕβριν καὶ ; τὴν ; ζημίαν.
وَالْبَاقِينَ بَعْضُهُمْ عَلَى أَلْوَاحٍ وَبَعْضُهُمْ عَلَى قِطَعٍ مِنَ السَّفِينَةِ. فَهكَذَا حَدَثَ أَنَّ الْجَمِيعَ نَجَوْا إِلَى الْبَرِّ.
καὶ ; τοὺς ; λοιποὺς οὓς ; μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς ; δὲ ἐπί τινων ἀπὸ τοῦ ; πλοίου. καὶ ; οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν ; γῆν.
فَاقْتَنَعَ بَعْضُهُمْ بِمَا قِيلَ، وَبَعْضُهُمْ لَمْ يُؤْمِنُوا.
καὶ ; ἐπείθοντο οἱ ; μὲν τοῖς ; λεγομένοις, οἱ ; δὲ ἠπίστουν.
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ أَهْلِ التَّحَزُّبِ، وَلاَ يُطَاوِعُونَ لِلْحَقِّ بَلْ يُطَاوِعُونَ لِلإِثْمِ، فَسَخَطٌ وَغَضَبٌ،
δὲ τοῖς ἐξ ἐριθείας ἀπειθοῦσιν ; μὲν τῇ ; ἀληθείᾳ, δὲ πειθομένοις τῇ ; ἀδικίᾳ, ὀργὴ καὶ ; θυμός,
كَثِيرٌ عَلَى كُلِّ وَجْهٍ. أَمَّا أَوَّلاً فَلأَنَّهُمُ اسْتُؤْمِنُوا عَلَى أَقْوَالِ اللهِ.
πολὺ κατὰ πάντα τρόπον· μὲν πρῶτον γὰρ ; ὅτι ἐπιστεύθησαν τὰ ; λόγια τοῦ ; θεοῦ.
إِذًا النَّامُوسُ مُقَدَّسٌ، وَالْوَصِيَّةُ مُقَدَّسَةٌ وَعَادِلَةٌ وَصَالِحَةٌ.
ὥστε ; μὲν ὁ ; νόμος ἅγιος καὶ ; ἡ ; ἐντολὴ ἁγία καὶ ; δικαία καὶ ; ἀγαθή.
أَيُّهَا الإِخْوَةُ، إِنَّ مَسَرَّةَ قَلْبِي وَطَلْبَتِي إِلَى اللهِ لأَجْلِ إِسْرَائِيلَ هِيَ لِلْخَلاَصِ.
Ἀδελφοί, μὲν ἡ ; εὐδοκία τῆς ; ἐμῆς ; καρδίας καὶ ; ἡ ; δέησις πρὸς τὸν ; θεὸν ὑπὲρ Ἰσραήλ ἐστιν εἰς ; σωτηρίαν.
فَهُوَذَا لُطْفُ اللهِ وَصَرَامَتُهُ: أَمَّا الصَّرَامَةُ فَعَلَى الَّذِينَ سَقَطُوا، وَأَمَّا اللُّطْفُ فَلَكَ، إِنْ ثَبَتَّ فِي اللُّطْفِ، وَإِلاَّ فَأَنْتَ أَيْضًا سَتُقْطَعُ.
Ἴδε ; οὖν χρηστότητα θεοῦ· καὶ ; ἀποτομίαν μὲν ἀποτομίαν ἐπὶ τοὺς πεσόντας δὲ χρηστότητα ἐπὶ ; σὲ ἐὰν ἐπιμείνῃς τῇ ; χρηστότητι· ἐπεὶ σὺ καὶ ἐκκοπήσῃ.
مِنْ جِهَةِ الإِنْجِيلِ هُمْ أَعْدَاءٌ مِنْ أَجْلِكُمْ، وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الاخْتِيَارِ فَهُمْ أَحِبَّاءُ مِنْ أَجْلِ الآبَاءِ،
κατὰ ; μὲν τὸ ; εὐαγγέλιον ἐχθροὶ δι᾽ ; ὑμᾶς δὲ κατὰ τὴν ; ἐκλογὴν ἀγαπητοὶ διὰ τοὺς ; πατέρας·
وَاحِدٌ يَعْتَبِرُ يَوْمًا دُونَ يَوْمٍ، وَآخَرُ يَعْتَبِرُ كُلَّ يَوْمٍ. فَلْيَتَيَقَّنْ كُلُّ وَاحِدٍ فِي عَقْلِهِ:
ὃς ; μὲν κρίνει ἡμέραν παρ᾽ ἡμέραν, ὃς ; δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν· πληροφορείσθω. ἕκαστος ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; νοῒ
لأَنِّي أُرِيدُ أَنْ يَكُونَ جَمِيعُ النَّاسِ كَمَا أَنَا. لكِنَّ كُلَّ وَاحِدٍ لَهُ مَوْهِبَتُهُ الْخَاصَّةُ مِنَ اللهِ. الْوَاحِدُ هكَذَا وَالآخَرُ هكَذَا.
θέλω ; δὲ εἶναι πάντας ἀνθρώπους ὡς ; καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ᾽ ἕκαστος ἔχει χάρισμα ἴδιον ἐκ θεοῦ, ὃς; μὲν οὕτως, ὃς; δὲ οὕτως.¶
وَكُلُّ مَنْ يُجَاهِدُ يَضْبُطُ نَفْسَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ. أَمَّا أُولئِكَ فَلِكَيْ يَأْخُذُوا إِكْلِيلاً يَفْنَى، وَأَمَّا نَحْنُ لاَ يَفْنَى.
πᾶς ; δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος ἐγκρατεύεται· πάντα μὲν ἐκεῖνοι ἵνα λάβωσιν, στέφανον φθαρτὸν δὲ ἡμεῖς ἄφθαρτον.
لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ يَسْبِقُ فَيَأْخُذُ عَشَاءَ نَفْسِهِ فِي الأَكْلِ، فَالْوَاحِدُ يَجُوعُ وَالآخَرُ يَسْكَرُ.
γὰρ ἕκαστος προλαμβάνει δεῖπνον τὸ ; ἴδιον ἐν ; τῷ φαγεῖν, ὃς ; μὲν πεινᾷ, ὃς ; δὲ μεθύει.
لكِنْ حِينَئِذٍ إِذْ كُنْتُمْ لاَ تَعْرِفُونَ اللهَ، اسْتُعْبِدْتُمْ لِلَّذِينَ لَيْسُوا بِالطَّبِيعَةِ آلِهَةً.
Ἀλλὰ τότε ; μὲν οὐκ εἰδότες θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ ; οὖσιν φύσει θεοῖς·
لكِنَّ الَّذِي مِنَ الْجَارِيَةِ وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ، وَأَمَّا الَّذِي الْحُرَّةِ فَبِالْمَوْعِدِ.
ἀλλ᾽ ὁ ; μὲν ἐκ τῆς ; παιδίσκης γεγέννηται, κατὰ σάρκα δὲ ὁ ἐκ ; τῆς ; ἐλευθέρας δι᾽ ; τῆς ; ἐπαγγελίας.
وَكُلُّ ذلِكَ رَمْزٌ، لأَنَّ هَاتَيْنِ هُمَا الْعَهْدَانِ، أَحَدُهُمَا مِنْ جَبَلِ سِينَاءَ، الْوَالِدُ لِلْعُبُودِيَّةِ، الَّذِي هُوَ هَاجَرُ.
ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα· γάρ αὗται εἰσιν αἱ ; δύο ; διαθῆκαι, μία ; μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ γεννῶσα εἰς ; δουλείαν ἥτις ἐστὶν Ἁγάρ.
وَهُوَ أَعْطَى الْبَعْضَ أَنْ يَكُونُوا رُسُلاً، وَالْبَعْضَ أَنْبِيَاءَ، وَالْبَعْضَ مُبَشِّرِينَ، وَالْبَعْضَ رُعَاةً وَمُعَلِّمِينَ،
καὶ ; αὐτὸς ἔδωκεν τοὺς ; μὲν ἀποστόλους, τοὺς ; δὲ προφήτας, τοὺς ; δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς ; δὲ ποιμένας καὶ ; διδασκάλους,
أَمَّا قَوْمٌ فَعَنْ حَسَدٍ وَخِصَامٍ يَكْرِزُونَ بِالْمَسِيحِ، وَأَمَّا قَوْمٌ فَعَنْ مَسَرَّةٍ.
μὲν τινὲς καὶ ; διὰ ; φθόνον καὶ ; ἔριν, κηρύσσουσιν. τὸν ; Χριστὸν τινὲς ; δὲ καὶ ; δι᾽ ; εὐδοκίαν
وَأُولئِكَ عَنْ مَحَبَّةٍ، عَالِمِينَ أَنِّي مَوْضُوعٌ لِحِمَايَةِ الإِنْجِيلِ.
οἱ ; μὲν ἐξ ἀγάπης εἰδότες ὅτι κεῖμαι· εἰς ; ἀπολογίαν τοῦ ; εὐαγγελίου
وَلكِنْ فِي بَيْتٍ كَبِيرٍ لَيْسَ آنِيَةٌ مِنْ ذَهَبٍ وَفِضَّةٍ فَقَطْ، بَلْ مِنْ خَشَبٍ وَخَزَفٍ أَيْضًا، وَتِلْكَ لِلْكَرَامَةِ وَهذِهِ لِلْهَوَانِ.
δὲ Ἐν οἰκίᾳ μεγάλῃ οὐκ ; ἔστιν σκεύη χρυσᾶ καὶ ; ἀργυρᾶ μόνον ἀλλὰ ξύλινα καὶ ; ὀστράκινα, καὶ καὶ ; ἃ ; μὲν εἰς ; τιμὴν ἃ ; δὲ εἰς ; ἀτιμίαν.
كُلُّ شَيْءٍ طَاهِرٌ لِلطَّاهِرِينَ، وَأَمَّا لِلنَّجِسِينَ وَغَيْرِ الْمُؤْمِنِينَ فَلَيْسَ شَيْءٌ طَاهِرًا، بَلْ قَدْ تَنَجَّسَ ذِهْنُهُمْ أَيْضًا وَضَمِيرُهُمْ.
Πάντα ; μὲν καθαρὰ τοῖς ; καθαροῖς· δὲ τοῖς ; μεμιαμμένοις καὶ ; ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν ; ὁ ; νοῦς καὶ ἡ ; συνείδησις.
فَإِنَّ النَّاسَ يُقْسِمُونَ بِالأَعْظَمِ، وَنِهَايَةُ كُلِّ مُشَاجَرَةٍ عِنْدَهُمْ لأَجْلِ التَّثْبِيتِ هِيَ الْقَسَمُ.
μὲν ἄνθρωποι ὀμνύουσιν, κατὰ ; τοῦ ; μείζονος καὶ ; πέρας πάσης ἀντιλογίας αὐτοῖς εἰς βεβαίωσιν ὁ ; ὅρκος·